Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Παντελής Μπουκάλας: Ενδεχομένως



Από το "Ενδεχομένως" στο "Επιτάφιος λόγος"

Παντελής Μπουκάλας: ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ:
Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου. 
Εκδόσεις ΄Αγρα, Αθήνα 1996.
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΑΡΧΑΙΑ  ΕΛΛΗΝΙΚΑ  ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ  ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ
Επιλογή και εισαγωγή: Denis Rocques
Μετάφραση και επίμετρο: Παντελής Μπουκάλας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ: ΜΕΛΑΙΝΑ ΧΟΛΗ

  Ο Παντελής Μπουκάλας, απόφοιτος της οδοντιατρικής σχολής του Πανε
πιστημίου Αθηνών(συμφωνα με το βιογραφικό σημείωμα), διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων, το επάγγελμα, πρωτίστως ποιητής, είναι ευρύτατα γνωστός ως δοκιμιογράφος και κριτικός και δεινός αρθρογράφος με αρκετή θητεία στο χώρο αυτό. Τα σχόλιά του στην "Καθημερινή", για θέματα κοινωνικά, πολιτικά κυρίως είναι πανθομολογουμένως καίρια και φανερώνουν ένα οξύ, διορατικό, καυστικό, αμίληκτο και ευκρινές κριτικό πνεύμα, άψογα ελληνικά, σκέψη κυκλική, αναδιπλούμενη, αλλά ευανάγ  νωστη, παρατηρητικότητα και αντικειμενική θεώρηση των καθημερά δρώμενων στην πολιτική και κοινωνική μας σκηνή. Είναι παρεμβάσεις στο πολιτικό και κοινωνικό κυρίως γίγνεσθαι ευθαρσείς, αμερόληπτες, γροθιές θα έλεγα στο στομάχι του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου, αλλά ξεπερνούν το επικαιρικό σχόλιο. Εμφανίζεται με βιβλία από την "Αγρα" το 1980 σε ηλικία μόλις 23 ετών. Δεν έχω υπόψη μου τα έξι αυτά κείμενα. Και "από το 1989 επιμελείται τη σελίδα του βιβλίου στην εφημερίδα Καθημερινή, όπου επίσης δημοσιεύει επιφυλλίδες πολιτικού και κοινωνικού σχολιασμού", αλλά έχει συνεργαστεί και με την καλή, ό
μως ολιγόχρονη εφημερίδα "Πρώτη" στη σελίδα "Γραφή και ανάγνωση" και το περιοδικό "Πολίτης".    
 Με το χαρακτηριστικό τίτλο ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ- ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ- κυκλοφορούν οι εκδόσεις ΑΓΡΑ έναν τόμο, αντιπροσωπευτικό μέρος από τα δοκίμιά του με "σχετική έστω ανθεκτικότητα", αφού "ενα 'Ενδεχομένως' -είναι- η κριτική, η ανάγνωση η μεταφρασμένη σε γραφή", (άποψη του ίδιου), που έχουν δημοσιευτεί "κυρίως στην εφημερίδα Καθημερινή". Τα δοκίμια αυτά φανερώνουν επίσης ευρύτατη θεώρηση του χώρου του βιβλίου, οξύτατη κριτική σκέψη, ευθυκρισία, γνώση και κατοχή της ελληνικής δοκιμιακής και ποιητικής γλώσσας. Μιας γλώσσας ευλύγιστης, διεισδυτικής που επιμένει ωστόσο στην κυριολεξία, την πυκνότητα και την παρησία. Ενεργεί και λειτουργεί ως ανατόμος. Σαφώς τα δοκιμιακά-κριτικά του κείμενα προκαλούν αντιστάσεις είτε συμφωνείς είτε κάποτε και είναι φυσικό, διαφωνείς με τις απόψεις του. Ο ογκώδης αυτός τόμος "ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ περιλαμβάνει 93 περισπούδαστα κείμενα. Και είναι επιλογή! Ταξινομούνται σχηματικά σε τέσσερα τμήματα, "τα ποιητικά", "τα πεζά", "τα αρχαία", "τα γλωσσικά" και οι τίτλοι των δοκιμίων και των συγκριτικών μελετημάτων του είναι και ενδεικτικοί και χαρακτηριστικοί, αποκαλυπτικοί των όσων πρεσβεύει περί κριτικής και των όσων "κομίζει εις την τέχνην" του λόγου. Και ευθύς εξαρχής ξεκαθαρίζει τη θέση του ως "κριτικού" στα "Περί κριτικής" τρία πρώτα μελετήματά του,ήτοι, 1: "Η κριτική και οι επικριτές", από όπου δανείζομαι την παράγραφο που είναι εν τέλει και η άποψή του: "Το ότι είναι βέβαιο πως τα πράγματα θα μπορούσε να είναι καλύτερα, όχι μόνον στο χώρο της βιβλιοκριτικής, δεν σημαίνει ότι και το λίγο δεν είναι ενδιαφέρον και γόνιμο και χρειαζούμε  νο, έστω σαν πρόταγμα ενός ενδεχομένως ανέφικτου βέλτιστου μέλλον
τος, έστω σαν υπόμνηση κάποιου καλύτερου παρελθόντος. Πολύ δε περισ
σότερο όταν συχνά έχει αποτυπωμένο πάνω του έντιμο κάματο". Αυτό το τελευταίο, νομίζω, τα λέει όλα.2. "Αφορισμοί, αξιώματα και ιεραρχήσεις"
από όπου σταχιολογώ τα εξής διευκρινιστικά: "Πιστεύω πως η δουλειά της κριτικής δεν είναι να βαθμολογεί, να μοιράζει πρωτιές και βραβεία, να εξαποστέλλει συγγραφείς ή βιβλία στο πυρ το εξώτερον ή να αποφασί
ζει ποιοι δικαιούνται κάθε δεκαετία να πορευτούν προς την αθανασία. Η
δουλειά της δεν είναι η αριθμητική και η λογιστική, αλλά η 'γραμματική',
που θα μπορούσε, ας πούμε, να δώσει επισκοπήσεις εντός των οποίων θα αναγνωρίζονταν γενικότερα χαρακτηριστικά και τάσεις, θα γίνονταν συγ
κρίσεις με το έξω και το πριν", χωρίς να λαμβάνεται ως όριο το "έτος" ή η "γενιά". Στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, τηρουμένων των αναλογιών γίνεται κάτι προς την κατεύθυνση αυτή. 3. "Κρίνετε ίνα κριθήτε". Μεταξύ άλλων διαβάζουμε σχετικά με συνεντεύξεις σε διάφορα περιοδικά κι εφημερίδες από συγγραφείς αυτοπροβαλλόμενους και αυτοθαυμαζόμενους-και δεν είναι λίγοι που κομπάζουν περιφέροντας την "αξία" τους: "Και στην Ελλάδα πλέον, με ολοένα πιο εντατικούς ρυθμούς και με συνεχώς μεγαλύτερες  δ ο υ λ ε ί ε ς (η υπογράμμιση δική μου) στο δημοσιοσχεσιτισμό και τον πόθο της καταξίωσης(...), παράγεται μια λογοτεχνία που αποβλέπει αποκλειστικά στη μαζική κατανάλωση, με τους όρους της οποίας και κατασκευάζεται. Οφείλουν δηλαδή οι συγγραφείς (...) να κολακεύουν το μεγάλο κοινό, να αναπαράγουν το δίκαιο της ραθυμίας του, να το ευκολύνουν ποικιλοτρόπως.Οφείλουν να στιλβώσουν τα στερεότυπά του και τις απόψεις του περί γλώσσας, περί τέχνης, περί κοινωνίας,χρήματος, έρωτος κ.ο.κ. Γενικώς οφείλουν να δράσουν σαν πολιτικοί, σαν λαϊκιστές πολιτικοί(...)και τυπώνουν σωρηδόν , δίχως ανάσα από βιβλίο σε βιβλίο, χάνοντας τον ύπνο τους ώσπου να πετύχουν το της τηλεοράσεως μέγα τρόπαιον".
   Δεν πρόκειται βέβαια για λογοτεχνία, αλλά για εμπορική παραγωγή και υποπροϊόντα προς κατανάλωση. "Δεν γράφονται(δεν έχουν δηλαδή μέσα τους πάθος και πένθος) αλλά κατασκευάζονται με ελαφρόκαρδες και ελα
φρόμυαλες αναπροσαρμογές του αποδεδειγμένα αποδοτικού χυλού".
  ΄Οπως σε κάθε περίπτωση, έτσι και στο χώρο της βιβλιοκριτικής είναι δύσκολη η αποκάλυψη της αντικειμενικής αλήθειας, που είναι κατεξοχήν
λειτουργία τέχνης και τεχνική. Τουλάχιστον π ρ έ π ε ι  να είναι.
  Υπάρχει, γίνεται; Βέβαια υπάρχει δημοσιοσχεσιτισμός, πελατειακή, πα
ρεϊστικη κριτική, ένα είδος μαφίας που ρυθμίζει γενικώς τα λογοτεχνικά
δρώμενα στον τόπο, που ορίζει πλαίσια, που ευεβρίσκει όρους εύκολου
καταναλωτισμού, "δεκαετίες" ας πούμε και εντάσσει εκεί τους ευνο
ουμένους της. Ως ένα σημείο ή από ένα σημείο και πέρα όλοι όσοι είτε με περγαμηνές είτε από μεράκι ή καπρίτσιο ή συμφέρον ασκούν αυτή τη γοητευτική όσο και επώδυνη, απαιτητική εργασία είναι μπλεγμένοι, παγιδευμένοι έστω στα πλοκάμια της λίγο πολύ εξανάγκης και...χρόνου τις περισσότερες φορές. Είναι τόση η συγγραφική και εκδοτική παραγωγή
από τη στιγμή που το λογοτεχνικό βιβλίο έγινε εμπορεύσιμο προϊόν και πέρασε στην κατανάλωση, αλλά και μέσο προβολής.
  Δεν είναι δυνατό, σ' αυτή τη φάση τουλάχιστο, να αναφερθώ σε όλα τα  επιμέρους κείμενα. Θ' αναφέρω όμως μερικούς εντυπωσιακούς και λίαν "ομιλιτικούς" τίτλους που μόνο ένας οιστρήλατος ποιητής θα μπορούσε να δώσει στα κείμενά του: "Η γελοία ασθένεια της απογοήτευσης", "Ο λόγος ενός αμίλητου έρωτα", "Ιδιωματική εξιστόρηση μιας διπλής προσφυγιάς", "Το αθάνατο τραγούδι της θνητότητας", "Η ποίηση σαν δικαίωμα δαπάνης", "Το επίμονο θάμβος των δημοτικών τραγουδιών", "Τα δαιμόνια του έρωτα και της διαφοράς", "Η λογοκλοπή, η αναίδεια και η λήθη", "Ο κτηνώδης πόθος της μετάφρασης", "Ο νυκτίπλαγκτος πόθος του Μουσαίου","Το δούναι και λαβείν των γλωσσών", "Οι λέξεις και τα γράμματα, " 'Αριστερή καθαρεύουσα' και ευρύχωρη δημοτική", "Τα λάθη σαν πάθη του ήθους", "Η ευμορφία στην ποίηση του Ελύτη", "Το μετέωρο ρήμα του ποιητή". Εδώ όμως έχω μια ένσταση σχετικά με την ετυμολογία, ανάλυση και σύνθεση του "σκοτεινού ρήματος". *           
                            
  Ο παντελής Μπουκάλας είναι πρωτίστως ποιητής. Κάτι που διακρίνεται σε όλα τα δοκίμια, αλλά και στις επιφυλλίδες του στον καθημερινό τύπο. Κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω. Η προσπάθειά του να μεταφράσει ένα μέρος από τα "αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράματα" και το ότι πέτυχε, στο βαθμό που μπόρεσε, να διασώσει την ποίηση των θαυμάσιων αυτών ποιητικών κατορθωμάτων, μαρτυρεί και την ποιητική του ιδιότητα. Γιατί και μεταφρασμένα "αυτά τα άρτια δείγματα δεξιοτεχ  νίας και λεπτότητας-που- διατηρούσαν πάντα στενή επαφή με την πραγματικότητα -και- έγιναν με τη σειρά τους πρότυπα προς μίμηση για πλήθος ποιητές σ'ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, οι οποίοι καλούνταν να τα υπερβούν σε επινοητικότητα και σε λεπτότητα", καταφέρνουν να κερδίζουν και να συγκινούν το σημερινό υποψιασμένο αναγνώστη.
  Σύμφωνα με το εισαγωγικό κείμενο του Denis Rocques "έμμετρα δοξα
στικά-όπως τα επιτύμβια επιγράμματα των πολυανδρίων(ομαδικοί τάφοι), άρχισαν να γράφονται (να ανθούν) από τον 8ο-6ο π.Χ. αιώνα) και ατομι    κά από τον 6ο αιώνα και μετά στις παράλιες μεσογειακές χώρες κι αργότε  ρα κατά την ελληνιστική εποχή σπουδαίοι ποιητές, όπως ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος, ο Ποσείδιππος ο Πελλαίος και ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος συνθέτουν αξιολογότερα επιγράμματα. Κατά την περίοδο της Ρωμαιοκρα  τίας, όταν τη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία υπερέβη και υπέταξε το Ελληνικό Πνεύμα, "πολυμαθείς, γραμματικοί και ποετάστροι βάλθηκαν με ζήλο να κρατήσουν την ήδη μακραίωνα παράδοση της επιτύμβιας ποίησης", που συνεχίστηκε και στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Αλλά και αρκετοί νεοέλληνες ποιητές(Σολωμός, Παλαμάς, Σικελιανός, Πορφύρας, Ελύτης) άφησαν δείγματα επιγραμματικής ποίησης.
  Τα επιτύμβια επιγράμματα παρουσιάζουν μεγάλη θεματική ποικιλία και τα διακρίνει απλότητα, ζωντάνια, ειλικρίνεια, λακωνικότητα, πυκνότητα, ευαισθησία, αγάπη για τη ζωή και οικουμενικότητα. Μέσα από αυτά  προβάλλει ολοζώντανος σύμπας ο κόσμος των νεκρών με τη γενίκευση των ατομικών περιπτώσεων.     
  Στο περισπούδαστο "επίμετρο" ο μεταφραστής γράφει χαρακτηριστικά:
"Τα αρχαία ελληνικά επιγράμματα, μνημόνια τέχνης και τεκμήρια μνήμης ταυτόχρονα, είναι τα ομιλητικότερα κειμήλια μιας ποίησης εν μέρει επώνυμης εν μέρει δημοτικής (...), η οποία ασκήθηκε να θρηνεί χωρίς να οδύρεται(...) Ο ίδιος ο νεκρός, από τον τάφο του, παρακαλεί τους συγγενείς του(...) να κλάψουν όσο αρμόζει." Γιατί όλοι χρωστιούμαστε στο θάνατο, στο χώμα, στη Γη, τη μεγάλη μητέρα...  
  Ο Π. Μ. και ως μεταφραστής καταθέτει τη δική του άποψη που είναι αποτέλεσμα "πάθους και πένθους", αλλά και "έντιμου κόπου".
Το έργο του μεταφραστή είναι δυσχερέστατο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ποιητικά κείμενα και μάλιστα επιγράμματα. Μερικά πράγματα δεν αποδίδονται με τίποτα! Ιδού το πρώτο τετράστιχο ως ένα δείγμα της μεταφραστικής αυτής απόπειρας:
Το αρχαίο επίγραμμα:
          Ηρώων κάρυκ' αρετάς, μακάρων δε προφήταν,
             Ελλάνων βιοτά δεύτερον αέλιον,
          Μουσών φέγγος ΄Ομηρον, αγήραντον στόμα κόσμου
             παντός, αλιρροθία, ξείνε, κάκευθε κόνις.    
Και η μετάφραση:
         Τον κήρυκα της αρετής των ηρώων, των θεών τον προφήτη,
         του βίου των Ελλήνων τον ήλιο το δεύτερο,
         το φέγγος των μουσών, τη λαλιά του κόσμου όλου
             την αμάραντη, τον ΄Ομηρο
         η θαλασσόδαρτη άμμος, ξένε, τον σαβάνωσε.
   Ο προσεκτικός, ο υποψιασμένος, καλόπιστος αναγνώστης, που έχει ανα
στραφεί τα αρχαία κείμενα, εννοεί και κατανοεί τις τρομερές δυσκολίες του τολμηρού εγχειρήματος. Καμιά μετάφραση όσο πιστή κι αν είναι ή αντίθετα όσο ελεύθερα κι αν προσπαθήσει να κινηθεί, χρησιμοποιώντας σχήματα, τρόπους και δρόμους αποκρυπτογράφησης νεωτερικούς, ποτέ δεν φτάνει το ύφος και το "ύψος" και το "ήθος" ακόμα του αρχαίου κυρίως κειμένου, πολύ δε περισσότερο του επιγράμματος.
   Ο Π. Μ. δεν χρησιμοποιεί ευτυχώς νεωτερικούς τρόπους, μένει πιστός
στην παράδοση κι ακολουθεί ασφαλείς δρόμους και τρόπους, αλλά η δυσκολία στη μεταφορά του αρχαίου επιγράμματος στη σύγχρονη γλώσσα φαίνεται-στο συγκεκριμένο παράδειγμα- στη χρήση του άρθρου.
Στο πρωτότυπο δεν υπάρχει ούτε ένα. Στο μεταφρασμένο δεκαεφτά! Κι αυτό οφείλεται στην πυκνότητα, τη συντομία και τη στιλπνότητα, την κυριολεξία και καθαρότητα, την αγαλμάτινη σχεδόν "επιγραμματικότητα"  της ποιητικής τέχνης των αρχαίων δημιουργών, που δεν αφήνει περιθώρια
επέμβασης, πολύ δε περισσότερο υπέρβασής τους από τους μεταφραστές κάθε εποχής, όσο καλές και φιλικές κι αν είναι προθέσεις τους, αλλά και στη δυναμική της γλώσσας των προγόνων μας. Και το ότι ο μεταφραστής  αντιπαραθέτει το αρχαίο κείμενο στο μεταφραστικό τόλμημα, θα πρέπει να είναι στοιχείο εντιμότητας.
  Παραθέτω ακόμα ένα καταπληκτικό τρίστιχο και τη μετάφρασή του.
  Το τρυφερότατο αρχαίο τρίστιχο επιτύμβιο: 
        Ενθάδ' ΄Ερω(ς) κείμαι υπ(ο)τύμβιος, ω(ς) εσοράτε,
             α(ρ)πασθείς ανόμως ω(ς)ρόδον ιαρινόν,
        ζήσα(ς) τέσσερ' έτη κ(λώ)σμασι μοιριδί(οις).
   Και η μετάφρασή του:
         Κάτω απ' την πλάκα κείμαι. ΄Ερωτα μ' έλεγαν.
         άδικα κόπηκα, σαν τριαντάφυλλο της άνοιξης.
         Στα τέσσερά μου έσπασε της μοίρας μου το νήμα.
    Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί το υπέροχο και ποιητικότατο "αρπασθείς"
αποδόθηκε "κόπηκα" και το τρυφερότατο "ρόδον ιαρινόν" με το "σαν τριαντάφυλλο της άνοιξης" κι όχι "ως ρόδο εαρινό" "ή ρόδο ανοιξιάτικο"
κρατώντας το επίθετο. Αλλά στόχος μου δεν είναι να υπεισέλθω σε τέτοια δύσβατα μονοπάτια, που θα σκοντάψω πάνω σε πολλές ταφόπλακες. ΄Ολα
αυτά τα διαβολεμένα αριστουργήματα είναι τόσο πολύπλοκα και τόσο περίτεχνα διαρθρωμένα, έχουν τόση ποίηση και φόρτιση συναισθηματική μέσα τους που σε αδειάζουν κυριολεκτικά! Χύνεις την ψυχή σου με τον ιδρώτα σου προσπαθώντας "εντιμα" και με όλο το σεβασμό σου να μπεις
στο νόημά τους, να μυηθείς στα " ΄Αχραντα Μυστήρια" της ποιήσεώς τους και να τα αποκρυπτογραφήσεις...   
   Είναι διαφορετική η μεταφραστική δουλειά του φιλολόγου του σπουδαστηρίου, που μεταφράζει απλά λέξη προς λέξη, στίχο προς στίχο,
που τον απασχολεί η συντακτική σειρά και τα γραμματικά φαινόμενα,  από αυτήν του ποιητή, που φλέγεται από θεϊκόν έρωτα και εισβάλλει και αποπειράται να εισχωρεί στα άδυτα των αδύτων της σκέψης του αρχαίου δημιουργού, για να ανακαλύψει και να αποκαλύψει για δική του τέρψη και να κάμει κοινωνούς και μας τους αμύητους και αδαείς των μυστικών της τέχνης και τεχνικής εκείνου, να μεταφέρει στο σύγχρονο αναγνωστικό κοινό όση δυνηθεί από τη μαγεία και την ομορφιά των αρχαίων κειμένων.                       
  Μια τόσο ' Εντιμη", φιλότιμα προσεγμένη μεταφραστική προσπάθεια, που κατορθώνει σε γενικές γραμμές να πετύχει το σκοπό της, όπως είναι ο "Επιτάφιος λόγος", με τόσο κατατοπιστική εισαγωγή, διεξοδικό ερμηνευτικό επίμετρο και ικανές σημειώσεις του μεταφραστή, καλοτυπωμένη, όπως όλες οι εκδόσεις της ΄Αγρας, είναι οπωσδήποτε σημαντικό γεγονός και δεν είναι δυνατό να μην τύχει θερμής υποδοχής και αποδοχής από το αναγνωστικό κοινό.

*Αναφέρομαι στο "ελυτικό" ρήμα καταρκυθμεύω και στην ερμηνεία/ετυ
μολογία του Παντελή Μπουκάλα: " Αν σπάσουμε το καταρκυθμεύω στη μάλλον δηλούμενη εγκοπή του, το κατάρ ίσως μας οδηγήσει στο καταρτίζω και στο καταρτύω(...).Το δεύτερο μέλος της λέξης, έτσι όπως αυθαίρετα κι ίσως ανώφελα την κερματίσαμε, το κυθμεύω, απηχεί την Κυθέρεια και καλεί από πλάγιους δρόμους τη μακρινή εξαδέλφη Σαπφώ".
  Με μια άκλιτη λέξη όχι κατάρ, αλλά Κάταρ ονομάζεται μια χερσόνησος της της Αραβίας. Ρήμα κυθμεύω δεν υπάρχει. Ο Ελύτης μπορεί να παίζει με τα "μετέωρα ρήματα", αλλά ποτέ, κατά παράδοξο ίσως τρόπο, δεν περπατεί στο κενό, στήνει παγίδες και τρικλοποδιές στον αναγνώστη, όπως ο Ευαγγελιστής, που "βλέπει" τη φωνή του Θεού. ΄Ετσι: το καταρκυθμεύω, κατά μια λογικοφανή τουλάχιστο ανάλυση γίνεται από την πρόθεση κατά, το ουσιαστικό άρκυς, γενική άρκυος, που σημαίνει δίχτυ ψαρέματος, δόκανο, παγίδα, αλλά και επιβουλή και δράστης επιβουλής και με την προσθήκη του συμπλέγματος θμ, (που απαντάται στις ελληνικές λέξεις: αριθμός, πορθμός, σταθμός, κλαυθμός, βρυχηθμός, ισθμός κ. ά.) και με την κατάληξη -εύω. Σ' αυτό με οδήγησε η προσεκτική μελέτη των συνοδευτικών στίχων με το βαρύ, αρχαιοπρεπές, καλβικό και μεγαλειώδες ύψος:
   Εδώ βαρειά μουσική ας ακούγεται. Κι ανάλαφρα τα όρη ας
   Μετατοπίζονται. ' Ωρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
   ............................................................................................      
   ..........................................κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
   ΄Ωστε, λοιπόν, αυτό που λέμε "ουρανός" δεν είναι. "Αγάπη" δεν
        "αιώνιο" δεν  
    Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους..........................
    ....................................Να γιατί  κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
    Που οι βαρειές αμπάρες τρίζοντας, οι μεγάλες θύρες ανοίγονται
    Στο φως του ήλιου του Κρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η
          τρίτη να φανερωθεί
    ΄Εχει συνέχεια. Δε θα την πω. Κανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
   Προφανώς ο ποιητής κρατάει το κλειδί, δόκανο, παγίδα που πρέπει να ανακαλύψει ο μύστης για να ανοίξει τις πύλες του ποιητικού παραδείσου,
πίσω από τις οποίες παραμονεύουν τα δεν, η ανυπαρξία του κόσμου του νοητού χωρίς το λόγο, που μόνο αυτός δίνει υπόσταση στα πράγματα, που υπακούουν στα ονόματά τους και έτσι υπάρχουν.
  Αυτά στη γλώσσα τη δική του. Κι άλλοι άλλα σ' άλλες... Κι ο καθένας ας πορευτεί στον κυκεώνα του ελυτικού παραλόγου και υπέρλογου ανάλογα με τα μέσα που διαθέτει: Ο καθείς και τα όπλα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου