ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΧΙΟΥ
Χαίρε της Χίου, Οξύπετρε, της ερημιάς Βλυχάδα!
Πατρίδα της μεγάλης ομορφιάς, ανοιγμένη διάπλατα
στη γνώμη των ανέμων
εκεί που πρωτάνοιξα τα χείλη μου και είπα πρώτα
«Ιλιάδα και Οδύσσεια»
κι έπειτα «διψάω»
διαλαλώντας το μεγάλο ερχομό τους, σε καιρό ελληνικό
πανάρχαιο, καταδικό μου
τα έπη μου, της γης την ομορφιά, το θησαυρό μου.
Χαίρε της Χίου Δασκαλόπετρα, βουνό της Γραίας Βίγλας.
Το ‘ξερα ήδη ετούτο το νησί ακολουθώντας πιστά
τα οδοιπορικά των φίλων
από των Αιτωλών τα διάσελα μέχρι του Πειραιά
τον κόρφο
κρατώντας εικοσάχρονες ισορροπίες στις μελλοντικές
απώλειες των καιρών
μπερδεύοντας τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων
με τους μεγάλους μύθους
…………………
Ξέρεις εγώ γεννήθηκα, από αιώνες, ευτυχώς αναλφάβητος.
Άρχισα από το τελευταίο ποίημα της πρόσφατης συλλογής «Οι χαιρετισμοί της Χίου» του αγαπημένου φίλου ποιητή Δημήτρη Πιστικού πρώτα, γιατί της έδωσε τον τίτλο, αλλά και για έναν άλλο λόγο: Έχω παρατηρήσει πως σχεδόν σε κάθε ποιητικό βιβλίο το τελευταίο ποίημα αποτελεί τον επίλογο του συνόλου του έργου. Είναι σαν το καταστάλαγμα της ποιητικής ενότητας. Ειδικά σε έργα ποιητών που έχουν όραμα, ευρύ ορίζοντα γνώσεων και κινούνται σε πολλαπλά επίπεδα, χρησιμοποιεί χρονικούς και τοπικούς διασκελισμούς, έχει αίσθηση της λειτουργίας της ελληνικής γλώσσας, εκφραστικό ήθος και εύρος, ένστικτο, όπως ο Δημήτρης Πιστικός που μας έχει δώσει περισσότερο φιλόδοξες, μεγαλόπνοες και ολοκληρωμένες συνθέσεις, όπως είναι η Ηλιοπαιδεία και η Ένάτη Σταυροφορία.
Όταν καταπιάνομαι να μιλήσω για ένα βιβλίο, προσπαθώ να το αντιμετωπίσω αντικειμενικά. Εννοώ να ανακαλύψω το δημιουργό και αυτό το κάτι διαφορετικό, όχι αναγκαστικά νέο, που φέρνει και μπορεί να υπάρξει ως κληροδότημα στις γενιές που έρχονται, μέσα από το έργο του, να επικοινωνήσω μαζί του με βάση τις συνιστώσες και τις συντεταγμένες πάνω στις οποίες ψηφί ψηφί αποτύπωσε το στοχασμό και τους προβληματισμούς του.
Σε μια εποχή που η ευκολογραφία, ιδιαίτερα στο χώρο της ποίησης, έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις, που η λεξιλαγνία πάει να καθιερωθεί ως αυθεντικός τρόπος έκφρασης και να επιβάλει τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς, τους δικούς της κανόνες λογοτεχνικής γραφής και ποιητικής έκφρασης, είναι ανάγκη να προσεγγίζουμε πολύ προσεκτικά και με τον πρέποντα σεβασμό ό,τι ρωμαλέο και υγιές βλέπει το φως της δημοσιότητας, αλλά δύσκολα αναγνωρίζεται και εκτιμάται.
Το εύκολο και το ρηχό είναι και ευκολοπερπάτητο. Το ελαφρό και το σαθρό είναι συνήθως ελκυστικό. Και χρειάζονται κότσια, ήθος και δύναμη μυαλού να αντισταθεί κανείς και να προσπεράσει το θολό ποτάμι της ποιητικής ρυπαρότητας που όχι μόνο πάει να κατακλύσει την κοιλάδα της πνευματικής δημιουργίας, αλλά επιβραβεύεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και, δυστυχώς, και από επίσημους και κρατικούς φορείς. Κι αυτό είναι το πιο οδυνηρό και το πιο επικίνδυνο, γιατί παρασέρνει προς αυτή την κατεύθυνση τόσο την ποίηση όσο και την πεζογραφία, αλλά και τη σκέψη των νέων ανθρώπων που πειραματίζονται και δεν προβληματίζονται, σε μια εποχή μάλιστα που το βιβλίο δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως πνευματικό δημιούργημα και ως μορφωτικό αγαθό, αλλά έχει γίνει εμπορεύσιμο, κρίνεται ως καταναλωτικό αγαθό στα πλαίσια του καταναλωτισμού και, μοιραία, ακολουθεί τους κανόνες της αγοράς, τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Η αξία του, με άλλα λόγια, κρίνεται από το πόσο πουλάει.
Ωστόσο, το πόσο πουλάει ή δεν πουλάει ένα βιβλίο, δεν είναι κριτήριο της αξίας του. Κι εδώ που τα λέμε, η ποίηση δεν πουλάει. Και δεν πουλάει γιατί ο κόσμος δεν έμαθε να τη διαβάζει, δεν τον έμαθαν να την αγγίζει. Παλιότερα, στα σχολεία πολλοί δάσκαλοι προσπερνούσαν τα ποιήματα. Και μάλιστα ποιήματα απλά, ευκολονόητα, με ρυθμό, παραδοσιακά ποιήματα.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι, από τους λυρικούς και τους δημιουργούς των επών ίσαμε τους τραγικούς ποιητές και τους κωμωδιογράφους της κλασικής αρχαιότητας, δίδασκαν τα ποιητικά τους έργα στο λαό. Γιατί εμείς δεν ακούμε και δεν διαβάζομε ποίηση; Απλούστατα γιατί υπάρχει προκατάληψη, αλλά και ένας ελιτισμός από μέρους των δημιουργών που δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους τον απλό κόσμο, δεν τους ενδιαφέρει το πλατύ κοινό, και γράφουν για τους λίγους.
Έκανα τούτες τις σκέψεις όταν έσκυψα με προσοχή στη συλλογή του Πιστικού «Οι Χαιρετισμούς της Χίου», στην ουσία της οποίας εστίασα την εισαγωγή μου και ό,τι αποκόμισα θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω απόψε. Και η δική μου ανάγνωση, γιατί για ανάγνωση, αναγνώριση των συμβόλων πρόκειται, στην αποψινή εκδήλωση που συμπίπτει με την 56η επέτειο των γενεθλίων του, ας είναι ένα ταπεινό δώρο.
Όπως σημειώνει ο ποιητής, «τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής αυτής έλαβαν την πρώτη μορφή τους» κατά την τετραήμερη επίσκεψη και διαμονή του στη Χίο τον Αύγουστο του 1999 και «ξαναγράφτηκαν πολλές από την αρχή όπως ορίζει η σχετική διαδικασία. Σε τελική φάση πρόσθεσα και άλλα δύο που προέκυψαν από την καινούρια επαφή μου με τα προηγούμενα, από τις νέες εμπειρίες κι από τα πράγματα της ποιητικής μου ζωής. Και για ανεξήγητους λόγους πρόσθεσα κι άλλα δύο ποιήματα». Και καταλήγει:
«Κατά τα λοιπά, το νησί της Χίου ήταν μια ακόμα αφορμή να μιλήσω για τα πράγματα του κόσμου και του καιρού μου που είναι έτσι κι αλλιώς μεταξύ τους αλληλένδετα. Και βέβαια, προτίμησα να μιλήσω γι’ αυτά με τον τρόπο που θα μιλούσε οποιοσδήποτε ελεύθερος πολίτης τής Οικουμένης, ο οποίος απεχθάνεται τις διανοητικές ομίχλες, τα μεταφυσικά τεχνάσματα και τις δυτικές ή ανατολίτικες πονηριές», δίνοντας έτσι ο ίδιος το στίγμα του ποιητικού του μορφώματος. Άσχετα αν κατάφερε να μην εμπλακεί στις διανοητικές ομίχλες και τα ποιητικά τεχνάσματα με τους αλλεπάλληλους χρονικούς, τοπικούς διασκελισμούς και συσχετίσεις τόπων, ιστορικών και μυθικών χρόνων και γεγονότων. Κι όλα αυτά τα κλείνει μέσα σε λίγους στίχους χαρακτηριστικούς:
Το ήξερα ετούτο το νησί προτού να αρμενίσω στο Αιγαίο Πέλαγος
από τις διηγήσεις των φιλόξενων συντρόφων
που άφησαν το Μοριά τους κι ήρθανε ως τη Χίο κολυμπώντας
για να μας παίξουν κλέφτικα τραγούδια κι άσματα ζεϊμπέκικα…
{ Όταν βρίσκεσαι στη Χίο, την Οφιούσα, τη Μάκρη, την Ανεμόεσσα, όπως θέλεις πες την, νομίζεις πως βρίσκεσαι μια δρασκελιά πριν από το μυθικό και τον αρχαίο κόσμο, πως ζεις μια αιωνιότητα. Θαρρείς πως ο Θεός μάζεψε όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την ιστορική φυσιογνωμία του Ελληνισμού και τα εμπιστεύτηκε σε κείνη τη χιλιοτραγουδισμένη ξέρα που αναδύθηκε απ’ το αιγαίον άπλωμα του πόντου στα ανατολικά όρια του γεωγραφικού χώρου και επιμένει να αντιστέκεται σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους ανέμους. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατό να μη συγκινήσει
έναν ευαισθητοποιημένο δημιουργό, έναν ποιητή που είναι μυημένος κι έχει τα μάτια της ψυχής του ανοιχτά. Έναν ποιητή που είναι όλος αισθήσεις και δέκτες και ποτέ δεν μένει αδιάφορος μπροστά στο μεγαλείο της ομορφιάς, της τραγικής μοίρας και το ολιγοήμερο των φθαρτών και των εγκοσμίων πραγμάτων}.
Έτσι, «Οι Χαιρετισμοί της Χίου», κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι εν πρώτοις η ποιητική επαφή, η αγαπητική αναγνωριστική και διερευνητική συνομιλία του ποιητή, όσο γίνεται αντικειμενικά και διαχρονικά, με το νησί της Μαστίχας, μιας ιδιότυπης, ξεχωριστής μυθικής, ιστορικής και γεωγραφικής πραγματικότητας. Η συνομιλία αυτή γίνεται με ένα μεγαλόπνοο σχεδιασμό, και ένα φευγαλέο, ωστόσο, από περιωπής πισωγύρισμα σε εποχές ομιχλώδους ποιητικού τοπίου σε περιτύλιγμα φαιό, όπου κατέχει σημαντικό ρόλο ο αφηγηματικός τρόπος έκφρασης, οι διαχρονικοί γεωγραφικοί και ιστορικοί συσχετισμοί, οι νοηματικοί τοπικοί και χρονικοί διασκελισμοί, η συναίρεση γεγονότων και περιστατικών με την αναφορά στο εδώ και στο εκεί, στο πάλαι ποτέ και στο τώρα, η ανθρωποκεντρική θεώρηση και συσχέτιση των δεδομένων. Στο ποίημα με τίτλο: Παραμονή του Σωτήρος στη νεαμονήτισσα» ο ποιητής με το δικό του τρόπο διατυπώνει αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τα κενά του θρύλου και της ιστορίας που έγραψαν με το αίμα τους οι εθνομάρτυρες του 21:
Και σώθηκαν τριάντα. Οι άλλοι πού πήγαν και δεν ξαναγύρισαν;
σε ποιον αγέρα άπλωσαν τις καρδιές τους, σε ποιο βοριά τα νεύρα τους
και πότε θα ξεδιψάσουν με μια σταγόνα μνήμης στις φλέβες
γυρίζοντας στα πέτρινα σπίτια τους;
Υπήρξαν τάχα, υπάρχουν, ή τα γέννησαν οι ψυχές μας
στα παλιά καστρομονάστηρα;
Όλο ερωτήματα χωρίς απαντήσεις, σε βαρετά συμπόσια
με βιβλιοθηκάριους που σε υποδέχονται βαριεστημένα
αντιχαρίζοντας στις δωρεές σου το Πελιναίο όξος τους
όπως κι οι άλλοι τόποι. Ζεις σε μια χώρα που όλα τα πράγματα
βαρέθηκαν το νόημά τους
κι όλο γυρεύουν να βρουν μια πρόφαση να επαναστατήσουν
ενάντια στα εφήμερα
στο λάθος χρόνο, με λάθος τρόπο και με σφαλερή προοπτική.
…………………
Από την Δήμητρα στην Παναγία, πηγαινοέρχεται
μία ολόκληρη ζωή.
Το σώμα της συλλογής απαρτίζουν δέκα οκτώ (18) ποιήματα, όπου ο ποιητής καταθέτει αποκρυσταλλωμένες απόψεις στο καθένα από αυτά. Και αν και το καθένα ξεχωριστά έχει το δικό του χρόνο και χώρο, τη δική του φιλοσοφία, τη δική του δομή και θεώρηση, από μια διαφορετική σκοπιά επιχειρεί την ανίχνευση των ζωντανών στοιχείων του μυθικού και ιστορικού χρόνου σε σχέση με την ανθρωπογεωγραφία, την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα του φυσικού και του ανθρώπινου τοπίου, όλα μαζί αποτελούν μιαν αδιάσπαστη ενότητα που καλύπτει τον ποιητικό χωροχρόνο.
Είναι ένας ύμνος για τη Χίο, πάντα όμως θεωρούμενη ως μέρος ενός συνόλου, ενός ανθρωπογεωγραφικού μυθικού και ιστορικού χωροχρόνου. Είναι σύνοψη και συγκερασμός μύθου και ιστορίας, ενθύμηση αρχαίων καιρών με τις τεράστιες κοινωνικές διαφορές και την κοινωνική ανισότητα σε υπέρτατο βαθμό όπως το βλέπει κι όπως αντιλαμβάνεται, κρίνει και συγκρίνει ο σύγχρονός μας περαστικός από κει ποιητής, στο χαρακτηριστικό για τη στάση, τη θέση και τη φιλοσοφία του ποίημα:
ΣΑΠΦΩ ΚΑΙ ΑΛΚΑΙΟΣ
Τρώγαν και πίναν: ο ένας έριχνε κρασί
στην κούπα των συντρόφων.
Ξάπλωνε ύστερα σε μαξιλάρια από μεταξωτά υφάσματα
μιλώντας με μίσος για τον καταραμένο όχλο
που λέγανε λαό οι ξακουστοί προγόνοι του.
Η άλλη ονειρεύονταν ανύπαντρα κορίτσια που δεν ήξεραν
να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τα σφυρά
πηγαίνοντας στη βρύση με σταμνί γιομάτο.
Κι ήθελε να το σπάσει.
Μιλούσαν για νησιά ευλογημένα από τον ήλιο
Καθώς γλιστρούσε η ώρα στο αμίλητο κενό
δίχως φεγγάρι πια και πούλια.
Οι τύραννοι τρυγούσαν τα αγαθά του κόπου
αφήνοντας τους συμπότες ήσυχους
να πνίγονται στις γεμάτες κούπες.
Η ιστορία όμως έκανε τη δουλειά της
ερήμην των ωραίων ποιητών.
Κι οι άντρες πλαντούσανε στους ελαιώνες
μη βρίσκοντας να ζευγαρώσουν θηλυκά στην αδειανή
ευνή τους.
Τι χάθηκαν τα κορίτσια στις μονωδίες της Σαπφώς
και στα μεθυσμένα ρουμπαγιάτ του Αλκαίου.
Όλα γλιστρούν στο άπειρο και σιωπούν.
Τα άστρα νυστάζουν στο γλαυκό
κι αυτοί κοιμούνται μόνοι.
Εδώ ζωγραφεί με τρόπο ωμό σκληρά ποιητικά τοπία όπου η πίκρα του κριτή στάζει φαρμάκι την αδικία στον καμβά της μνήμης ή συμμαζεύεται σε μια πικρή, μπορεί, κι ευλογημένη συγκατάβαση που ξέρει να μνημονεύει τόπους και χρόνους, καιρούς κι ανθρώπους που έλιωσαν πελεκώντας το όνειρο, πάνω στην πέτρα, πάνω στο βράχο της υπομονής κεντώντας της ιστορίας το πρόσωπο στ’ απομεινάρια του αρχαίου αινίγματος όπως αποτυπώνεται για την όποια αιωνιότητα είτε στα κάστρα των Αγγέλων, στην Αιτωλία, είτε στα μεσαιωνικά χωριά της Χίου: στον Ανάβατο, στον κάβο Μελανιός, στον Εμπορειό… Η Ελλάδα είναι μία και μοναδική, είναι ενιαία και αδιαίρετη και πανταχού παρούσα. Και η φωνή του ποιητή:
Πώς πέρασαν στην αιωνιότητα κανείς δεν ξέρει
ούτε αναρωτιέται
πώς κρέμεται ο χρόνος στο κλωνάρι του καιρού.
……………
Ο κάθε άνθρωπος είν’ ένας τόπος μικρός σαν αλωνάκι του Θεού
που συνορευει με το αλωνάκι του άλλου.
Ο Κάθε τόπος είναι ένας μικρός παράδεισος της άγνοιας.
Αυτό είναι το μυστικό, το μεγάλο, το απλό, το δυσεύρετο: ότι όλα και όλοι είναι μέσα σ’ ένα ενιαίο, αδιαίρετο και αδιάσπαστο σύνολο. Όλα, συμμαχούν, αλληλεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται:
Τώρα η σκιά τους όλα τα’ αφουγκράζεται μ’ ευλάβεια
εχθρούς και φίλους
Ελληνικές εικόνες, αιτωλικά παιχνίδια, ένα καιρό.
Και τα φτερά μας ένα καλό σημάδι…
Όσοι μπορούν να βλέπουν, είδανε καθαρά:
Μια καλλονή που λούζονταν τα μεσάνυχτα στο φεγγαρίσιο φως.
Μέσα από αυτό το ποιητικό σκηνικό, ωστόσο, που δημιουργούν τα πολύστιχα συνήθως αφηγηματικά μέρη, όπου ξετυλίγεται πληθωρικά η κριτική αντιμετώπιση που θέλει να επιβληθεί ως αντικειμενική και αμείλικτη κριτική θεώρηση, διαφαίνεται η ευρεία γνώση του δημιουργού, η αυστηρά αντικειμενική θεώρηση, η αποδοχή και η αμφισβήτηση που άλλοτε συνάδουν και άλλοτε αλληλοκαταργούνται, συλλειτουργεί, όμως, συγκινησιακά η δημιουργική φαντασία με έναν εσωτερικό διάλογο που ενίοτε ανατρέπει ή δυσχεραίνει το διάλογο με τη ζώσα πραγματικότητα, με το καθιερωμένο και κοινωνικά επιβεβλημένο.
{ Η Χίος, η νήσος Χίος του Περνώ και του Κουλάνς είναι μια γεωγραφική γωνιά, ένας τόπος ιδιότυπος, μια περιοχή με συμπυκνωμένη σημασία. Εκεί επιβιώνει το αρχαιοελληνικό στοιχείο. Μιλιέται ακόμα η γλώσσα του Ομήρου, ο ίδιος ο Όμηρος βρίσκεται διαιώνια παντού εκεί. Στη Βολισσό δείχνουν την πέτρινή του κατοικία, η Χίος όλη τον διεκδικεί ως καταδικό της γέννημα και θρέμμα. Το σημαντικό είναι ότι παραμένουν στη μνήμη των ανθρώπων τα σημάδια της ύπαρξης του ποιητή των ποιητών, μένουν αποτυπωμένα στην αιωνιότητα της πέτρας τα χνάρια από το πέρασμά του που πιστοποιούν την παρουσία του στον καθαγιασμένο, τον έξοχα ποιητικό ετούτο τόπο. Βλέπεις την Πέτρα του Ομήρου, ή άλλως το ναό της Ρέας και τη θεά να μετράει με το βλέμμα την απόσταση που χωρίζει το νησί από την ένδοξη ενδοχώρα, την Ιωνία. Ακούς τους Ομηρίδες ν’ απαγγέλλουνε τα έπη… Ιδιαίτερα σε τούτο το αιγαιοπελαγίτικο νησί, στη Χίο, συνυπάρχει και συμβιώνει η Ορθόδοξη Ανατολή με την Καθολική Δύση. Υπήρξε δε ανέκαθεν γέφυρα, πέρασμα λαών, θρησκειών και πολιτισμών που άφησαν ίχνη από το πέρασμά τους. Λαοί βάρβαροι και πολιτισμένοι κατακτητικοί, καιροί ανορθόδοξοι και πολιτισμοί, θρησκείες, ήθη και έθιμα και δοξασίες, έχουν συγκεραστεί και συνυπάρχουν από καταβολής κόσμου κι ανοίγουν δρόμους στις μελλούμενες γενιές, εμπνέουν στοχαστές, ζωγράφους, ποιητές, αγιογράφους, μυθοπλάστες και ιστορικούς, ευλαβικούς προσκυνητές, προβληματίζουν…
Κάθε γωνιά της πατρίδας μας έχει ταυτότητα και ατομικότητα, την ιδιαιτερότητά της. Όμως η Χίος, το Μεσολόγγι, τα Ψαρά, το Σούλι, το Αρκάδι, είναι τόποι ιεροί, καθαγιασμένοι. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κατανοώ τη σχέση και τη στάση του τιμώμενου απόψε ποιητή μας με τη Χίο και την ανάγκη να δώσει με το δικό του τρόπο τις εντυπώσεις, τα βιώματά του από την διαβατική επαφή που είχε μαζί της, σε σχέση, σχεδόν πάντα, με τους τόπους καταγωγής του, ως ένας αντικειμενικός και ευσυνείδητος τεχνίτης, αισθαντικός και ευλαβικός προσκυνητής, αλλά και ως ένας ανοιχτομάτης πεζοπόρος παρατηρητής, με ευρεία θεώρηση του κόσμου και της ζωής, της ιστορικής μοίρας του ελλαδικού χώρου, κριτής, τιμητής και τολμηρός κάποτε ανατροπέας. (Σελ. 24,25,26, να διαβαστούν χαρακτηριστικά αποσπάσματα).
Η στάση του ποιητή δεν είναι παθητική. Θεωρεί συνολικά το χώρο, ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο τοπικά και χρονικά δεδομένο. Η ερευνητική ματιά του αγκαλιάζει το νησί ως ολότητα, ως ενιαίο σύνολο, καταθέτει το θαυμασμό, αλλά και τις ενστάσεις του, ακυρώνοντας κάποτε εκούσια, εκτιμώ, τα παραδεδεγμένα μυθικά κυρίως δεδομένα. Υπάρχουν, ωστόσο, τα τοπωνύμια, «οι επιγραφές που κουβαλούνε στα φτερά των φθόγγων τους τη ματωμένη μνήμη», σύμφωνα με το στίχο κάποιου πρόωρα χαμένου Μικρασιάτη ποιητή από τη Χίο, που μαρτυρούν την ακατάλυτη πραγματικότητα αποτυπωμένη στη αιωνιότητα της Πέτρας του Ομήρου, της Δασκαλόπετρας, στα μαύρα βόλια του Εμπορειού, στις μοναδικές τοιχογραφίες της Παναγιάς της Κρήνας και στης Νέας Μονής τα περίφημα ψηφιδωτά, στα ερειπωμένα κάστρα, στις καμάρες Σκλαβιών, στ’ απομεινάρια του ναού του Φαναίου Απόλλωνα στα Φανά, στους πύργους και στα χωριά που εξακολουθούν να παραμένουν κάστρα…
«Οι Χαιρετισμοί της Χίου» σου προκαλούν αντιστάσεις και σηκώνουν ενστάσεις. Προβληματίζουν είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς σε ορισμένα σημεία με τις απόψεις του ποιητή. Μαρτυρούν σίγουρα τη διαλεκτική σχέση του ποιητή με το νησί, ύστερα από ένα πέρασμα δια μέσου των εποχών και των γεγονότων μές’ από το πρίσμα της πραγματολογικής αναγκαιότητας στην αντιμετώπιση του «όχλου» από την άρχουσα τάξη, εξουσία και διανόηση, παντός καιρού.
Ο Δημήτρης Πιστικός δεν είναι ένας ρομαντικός επισκέπτης ούτε ένας αδιάφορος περιπατητής, δεν αρκείται και δεν αναλίσκεται σε περιγραφές. Είναι ο υποψιασμένος δέκτης, ο διορατικός δημιουργός που προσπαθεί να διυλίσει τα γεγονότα μέσα από τα φαινόμενα και υπό το πρίσμα της καθολικότητας και της αιωνιότητας, να ανιχνεύσει το σημαντικό και το ουσιώδες, την αλήθεια και το νόημα που υπάρχει πίσω από τα μυθολογικά, ιστορικά, τοπικά και κοινωνικά παραδεδεγμένα και ισχύοντα και να καταθέσει την ποιητική του άποψη αποκωδικοποιώντας τη γλώσσα των μυστηρίων πηγών και των ασύλληπτων πραγμάτων που συνιστούν την ατομικότητα και την ιδιαιτερότητα κάθε χώρου, πράγματος, γεγονότος. ( Αρχαίο σχήμα, 38)
Θλίβεται για την κατάντια των Νεοελλήνων, που για την επίφαση δείχνουν τάχα σεβασμό στο παρελθόν με την προσκόλληση στην παράδοση όπου βολεύει, χωρίς να ενδιαφέρονται για ν’ αποτρέψουν την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Το διαπεραστικό του βλέμμα ακολουθώντας τα βήματα του μύθου, του θρύλου και της ιστορίας είναι κριτικό, δεν είναι απαλλαγμένο από επίκριση για την κοινωνική ανισότητα και αδικία που επικρατούσε σε βάρος του απλού λαού, όταν οι μελικοί ποιητές, ο Αλκαίος και η Σαπφώ συνέθεταν αριστουργηματικά, στα κοντινά της Χίου Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, τα έξοχα ερωτικά τους μέλη. Και θεωρεί με μια ειρωνική, καυστική διάθεση:
Πιάνεις τα ακραία σου όρια, εδώ στη νήσο του ονείρου
υπάκουος στη θεία βουλή: ελεύθερος ή πεθαμένος.
Από την Ιωνία φτάνει ο αγέρας με τα χαιρετίσματα των γλάρων
Πόσο ξεχνούμε στο μεθύσι μας το στεναγμό των άλλων!
Οι ποιητές αυτοί δεν ήτανε για όλα ετοιμασμένοι.
Κι οι αγνοούμενοι που γύρευαν λίγη δικαιοσύνη να πλαγιάσουν;
Πίκρα, αλάτι, ξύδι και πράσινες γραμμές,
η πληρωμή τους.
Κάποτε αιωρείται, ακροβατεί, χάνεται στις δαιδαλώδεις πτυχώσεις των γηραλέων, αποστρογγυλωμένων λόφων, ένας στεριανός περιπλανώμενος Οδυσσέας πολύτροπος, ή ακολουθεί τις μυστηριώδεις ατραπούς του μύθου και του θρύλου, της παράδοσης και της ιστορικής πραγματικότητας με το βλέμμα της ψυχής και της καρδιάς διαρκώς στραμμένο στο γενέθλιο τόπο «κοιτάζοντας μερόνυχτα το γενέθλιο νερό» με συλλογή θλιβόμενος γιατί εκεί που «η ανάμνηση αθόρυβα συντελείται», συναντάει την πάλη, τις αντιθέσεις, η αδικία περισσεύει. Κι αναρωτιέται γιατί συμβαίνουν τόσα παράδοξα και ποιο είναι, επιτέλους, το νόημα, ποιος ο προορισμός του ανθρώπου, ποια η στάση του Νεοέλληνα μπροστά στην ιστορική του μοίρα. Αλλά απόκριση δεν παίρνει(14).
Θα κλείσω με δυο χαρακτηριστικούς στίχους του Δημήτρη Πιστικού:
Σταυρώνοντας το θάνατο ανασυντίθεμαι.
Τυπώνοντας τη ζωή, ξαναγεννιέμαι, πάλι.
Γιατί μόνο έτσι, με το αίμα, με το ζωογόνο πνεύμα των δημιουργών, των ποιητών της συνεχίζεται και θάλλει η ζωή πάνω στο ζωντανό πλανήτη, και σε τούτη τη στενή λωρίδα της αιματοβαμμένης, πάντα απειλούμενης και ουδέποτε καταποντιζόμενης , της αιώνιας ελληνικής πατρίδας, της ευλογημένης από πανάρχαιους θεούς και ήρωες γης.
Χαίρε της Χίου, Οξύπετρε, της ερημιάς Βλυχάδα!
Πατρίδα της μεγάλης ομορφιάς, ανοιγμένη διάπλατα
στη γνώμη των ανέμων
εκεί που πρωτάνοιξα τα χείλη μου και είπα πρώτα
«Ιλιάδα και Οδύσσεια»
κι έπειτα «διψάω»
διαλαλώντας το μεγάλο ερχομό τους, σε καιρό ελληνικό
πανάρχαιο, καταδικό μου
τα έπη μου, της γης την ομορφιά, το θησαυρό μου.
Χαίρε της Χίου Δασκαλόπετρα, βουνό της Γραίας Βίγλας.
Το ‘ξερα ήδη ετούτο το νησί ακολουθώντας πιστά
τα οδοιπορικά των φίλων
από των Αιτωλών τα διάσελα μέχρι του Πειραιά
τον κόρφο
κρατώντας εικοσάχρονες ισορροπίες στις μελλοντικές
απώλειες των καιρών
μπερδεύοντας τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων
με τους μεγάλους μύθους
…………………
Ξέρεις εγώ γεννήθηκα, από αιώνες, ευτυχώς αναλφάβητος.
Άρχισα από το τελευταίο ποίημα της πρόσφατης συλλογής «Οι χαιρετισμοί της Χίου» του αγαπημένου φίλου ποιητή Δημήτρη Πιστικού πρώτα, γιατί της έδωσε τον τίτλο, αλλά και για έναν άλλο λόγο: Έχω παρατηρήσει πως σχεδόν σε κάθε ποιητικό βιβλίο το τελευταίο ποίημα αποτελεί τον επίλογο του συνόλου του έργου. Είναι σαν το καταστάλαγμα της ποιητικής ενότητας. Ειδικά σε έργα ποιητών που έχουν όραμα, ευρύ ορίζοντα γνώσεων και κινούνται σε πολλαπλά επίπεδα, χρησιμοποιεί χρονικούς και τοπικούς διασκελισμούς, έχει αίσθηση της λειτουργίας της ελληνικής γλώσσας, εκφραστικό ήθος και εύρος, ένστικτο, όπως ο Δημήτρης Πιστικός που μας έχει δώσει περισσότερο φιλόδοξες, μεγαλόπνοες και ολοκληρωμένες συνθέσεις, όπως είναι η Ηλιοπαιδεία και η Ένάτη Σταυροφορία.
Όταν καταπιάνομαι να μιλήσω για ένα βιβλίο, προσπαθώ να το αντιμετωπίσω αντικειμενικά. Εννοώ να ανακαλύψω το δημιουργό και αυτό το κάτι διαφορετικό, όχι αναγκαστικά νέο, που φέρνει και μπορεί να υπάρξει ως κληροδότημα στις γενιές που έρχονται, μέσα από το έργο του, να επικοινωνήσω μαζί του με βάση τις συνιστώσες και τις συντεταγμένες πάνω στις οποίες ψηφί ψηφί αποτύπωσε το στοχασμό και τους προβληματισμούς του.
Σε μια εποχή που η ευκολογραφία, ιδιαίτερα στο χώρο της ποίησης, έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις, που η λεξιλαγνία πάει να καθιερωθεί ως αυθεντικός τρόπος έκφρασης και να επιβάλει τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς, τους δικούς της κανόνες λογοτεχνικής γραφής και ποιητικής έκφρασης, είναι ανάγκη να προσεγγίζουμε πολύ προσεκτικά και με τον πρέποντα σεβασμό ό,τι ρωμαλέο και υγιές βλέπει το φως της δημοσιότητας, αλλά δύσκολα αναγνωρίζεται και εκτιμάται.
Το εύκολο και το ρηχό είναι και ευκολοπερπάτητο. Το ελαφρό και το σαθρό είναι συνήθως ελκυστικό. Και χρειάζονται κότσια, ήθος και δύναμη μυαλού να αντισταθεί κανείς και να προσπεράσει το θολό ποτάμι της ποιητικής ρυπαρότητας που όχι μόνο πάει να κατακλύσει την κοιλάδα της πνευματικής δημιουργίας, αλλά επιβραβεύεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και, δυστυχώς, και από επίσημους και κρατικούς φορείς. Κι αυτό είναι το πιο οδυνηρό και το πιο επικίνδυνο, γιατί παρασέρνει προς αυτή την κατεύθυνση τόσο την ποίηση όσο και την πεζογραφία, αλλά και τη σκέψη των νέων ανθρώπων που πειραματίζονται και δεν προβληματίζονται, σε μια εποχή μάλιστα που το βιβλίο δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως πνευματικό δημιούργημα και ως μορφωτικό αγαθό, αλλά έχει γίνει εμπορεύσιμο, κρίνεται ως καταναλωτικό αγαθό στα πλαίσια του καταναλωτισμού και, μοιραία, ακολουθεί τους κανόνες της αγοράς, τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Η αξία του, με άλλα λόγια, κρίνεται από το πόσο πουλάει.
Ωστόσο, το πόσο πουλάει ή δεν πουλάει ένα βιβλίο, δεν είναι κριτήριο της αξίας του. Κι εδώ που τα λέμε, η ποίηση δεν πουλάει. Και δεν πουλάει γιατί ο κόσμος δεν έμαθε να τη διαβάζει, δεν τον έμαθαν να την αγγίζει. Παλιότερα, στα σχολεία πολλοί δάσκαλοι προσπερνούσαν τα ποιήματα. Και μάλιστα ποιήματα απλά, ευκολονόητα, με ρυθμό, παραδοσιακά ποιήματα.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι, από τους λυρικούς και τους δημιουργούς των επών ίσαμε τους τραγικούς ποιητές και τους κωμωδιογράφους της κλασικής αρχαιότητας, δίδασκαν τα ποιητικά τους έργα στο λαό. Γιατί εμείς δεν ακούμε και δεν διαβάζομε ποίηση; Απλούστατα γιατί υπάρχει προκατάληψη, αλλά και ένας ελιτισμός από μέρους των δημιουργών που δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους τον απλό κόσμο, δεν τους ενδιαφέρει το πλατύ κοινό, και γράφουν για τους λίγους.
Έκανα τούτες τις σκέψεις όταν έσκυψα με προσοχή στη συλλογή του Πιστικού «Οι Χαιρετισμούς της Χίου», στην ουσία της οποίας εστίασα την εισαγωγή μου και ό,τι αποκόμισα θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω απόψε. Και η δική μου ανάγνωση, γιατί για ανάγνωση, αναγνώριση των συμβόλων πρόκειται, στην αποψινή εκδήλωση που συμπίπτει με την 56η επέτειο των γενεθλίων του, ας είναι ένα ταπεινό δώρο.
Όπως σημειώνει ο ποιητής, «τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής αυτής έλαβαν την πρώτη μορφή τους» κατά την τετραήμερη επίσκεψη και διαμονή του στη Χίο τον Αύγουστο του 1999 και «ξαναγράφτηκαν πολλές από την αρχή όπως ορίζει η σχετική διαδικασία. Σε τελική φάση πρόσθεσα και άλλα δύο που προέκυψαν από την καινούρια επαφή μου με τα προηγούμενα, από τις νέες εμπειρίες κι από τα πράγματα της ποιητικής μου ζωής. Και για ανεξήγητους λόγους πρόσθεσα κι άλλα δύο ποιήματα». Και καταλήγει:
«Κατά τα λοιπά, το νησί της Χίου ήταν μια ακόμα αφορμή να μιλήσω για τα πράγματα του κόσμου και του καιρού μου που είναι έτσι κι αλλιώς μεταξύ τους αλληλένδετα. Και βέβαια, προτίμησα να μιλήσω γι’ αυτά με τον τρόπο που θα μιλούσε οποιοσδήποτε ελεύθερος πολίτης τής Οικουμένης, ο οποίος απεχθάνεται τις διανοητικές ομίχλες, τα μεταφυσικά τεχνάσματα και τις δυτικές ή ανατολίτικες πονηριές», δίνοντας έτσι ο ίδιος το στίγμα του ποιητικού του μορφώματος. Άσχετα αν κατάφερε να μην εμπλακεί στις διανοητικές ομίχλες και τα ποιητικά τεχνάσματα με τους αλλεπάλληλους χρονικούς, τοπικούς διασκελισμούς και συσχετίσεις τόπων, ιστορικών και μυθικών χρόνων και γεγονότων. Κι όλα αυτά τα κλείνει μέσα σε λίγους στίχους χαρακτηριστικούς:
Το ήξερα ετούτο το νησί προτού να αρμενίσω στο Αιγαίο Πέλαγος
από τις διηγήσεις των φιλόξενων συντρόφων
που άφησαν το Μοριά τους κι ήρθανε ως τη Χίο κολυμπώντας
για να μας παίξουν κλέφτικα τραγούδια κι άσματα ζεϊμπέκικα…
{ Όταν βρίσκεσαι στη Χίο, την Οφιούσα, τη Μάκρη, την Ανεμόεσσα, όπως θέλεις πες την, νομίζεις πως βρίσκεσαι μια δρασκελιά πριν από το μυθικό και τον αρχαίο κόσμο, πως ζεις μια αιωνιότητα. Θαρρείς πως ο Θεός μάζεψε όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την ιστορική φυσιογνωμία του Ελληνισμού και τα εμπιστεύτηκε σε κείνη τη χιλιοτραγουδισμένη ξέρα που αναδύθηκε απ’ το αιγαίον άπλωμα του πόντου στα ανατολικά όρια του γεωγραφικού χώρου και επιμένει να αντιστέκεται σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους ανέμους. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατό να μη συγκινήσει
έναν ευαισθητοποιημένο δημιουργό, έναν ποιητή που είναι μυημένος κι έχει τα μάτια της ψυχής του ανοιχτά. Έναν ποιητή που είναι όλος αισθήσεις και δέκτες και ποτέ δεν μένει αδιάφορος μπροστά στο μεγαλείο της ομορφιάς, της τραγικής μοίρας και το ολιγοήμερο των φθαρτών και των εγκοσμίων πραγμάτων}.
Έτσι, «Οι Χαιρετισμοί της Χίου», κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι εν πρώτοις η ποιητική επαφή, η αγαπητική αναγνωριστική και διερευνητική συνομιλία του ποιητή, όσο γίνεται αντικειμενικά και διαχρονικά, με το νησί της Μαστίχας, μιας ιδιότυπης, ξεχωριστής μυθικής, ιστορικής και γεωγραφικής πραγματικότητας. Η συνομιλία αυτή γίνεται με ένα μεγαλόπνοο σχεδιασμό, και ένα φευγαλέο, ωστόσο, από περιωπής πισωγύρισμα σε εποχές ομιχλώδους ποιητικού τοπίου σε περιτύλιγμα φαιό, όπου κατέχει σημαντικό ρόλο ο αφηγηματικός τρόπος έκφρασης, οι διαχρονικοί γεωγραφικοί και ιστορικοί συσχετισμοί, οι νοηματικοί τοπικοί και χρονικοί διασκελισμοί, η συναίρεση γεγονότων και περιστατικών με την αναφορά στο εδώ και στο εκεί, στο πάλαι ποτέ και στο τώρα, η ανθρωποκεντρική θεώρηση και συσχέτιση των δεδομένων. Στο ποίημα με τίτλο: Παραμονή του Σωτήρος στη νεαμονήτισσα» ο ποιητής με το δικό του τρόπο διατυπώνει αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τα κενά του θρύλου και της ιστορίας που έγραψαν με το αίμα τους οι εθνομάρτυρες του 21:
Και σώθηκαν τριάντα. Οι άλλοι πού πήγαν και δεν ξαναγύρισαν;
σε ποιον αγέρα άπλωσαν τις καρδιές τους, σε ποιο βοριά τα νεύρα τους
και πότε θα ξεδιψάσουν με μια σταγόνα μνήμης στις φλέβες
γυρίζοντας στα πέτρινα σπίτια τους;
Υπήρξαν τάχα, υπάρχουν, ή τα γέννησαν οι ψυχές μας
στα παλιά καστρομονάστηρα;
Όλο ερωτήματα χωρίς απαντήσεις, σε βαρετά συμπόσια
με βιβλιοθηκάριους που σε υποδέχονται βαριεστημένα
αντιχαρίζοντας στις δωρεές σου το Πελιναίο όξος τους
όπως κι οι άλλοι τόποι. Ζεις σε μια χώρα που όλα τα πράγματα
βαρέθηκαν το νόημά τους
κι όλο γυρεύουν να βρουν μια πρόφαση να επαναστατήσουν
ενάντια στα εφήμερα
στο λάθος χρόνο, με λάθος τρόπο και με σφαλερή προοπτική.
…………………
Από την Δήμητρα στην Παναγία, πηγαινοέρχεται
μία ολόκληρη ζωή.
Το σώμα της συλλογής απαρτίζουν δέκα οκτώ (18) ποιήματα, όπου ο ποιητής καταθέτει αποκρυσταλλωμένες απόψεις στο καθένα από αυτά. Και αν και το καθένα ξεχωριστά έχει το δικό του χρόνο και χώρο, τη δική του φιλοσοφία, τη δική του δομή και θεώρηση, από μια διαφορετική σκοπιά επιχειρεί την ανίχνευση των ζωντανών στοιχείων του μυθικού και ιστορικού χρόνου σε σχέση με την ανθρωπογεωγραφία, την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα του φυσικού και του ανθρώπινου τοπίου, όλα μαζί αποτελούν μιαν αδιάσπαστη ενότητα που καλύπτει τον ποιητικό χωροχρόνο.
Είναι ένας ύμνος για τη Χίο, πάντα όμως θεωρούμενη ως μέρος ενός συνόλου, ενός ανθρωπογεωγραφικού μυθικού και ιστορικού χωροχρόνου. Είναι σύνοψη και συγκερασμός μύθου και ιστορίας, ενθύμηση αρχαίων καιρών με τις τεράστιες κοινωνικές διαφορές και την κοινωνική ανισότητα σε υπέρτατο βαθμό όπως το βλέπει κι όπως αντιλαμβάνεται, κρίνει και συγκρίνει ο σύγχρονός μας περαστικός από κει ποιητής, στο χαρακτηριστικό για τη στάση, τη θέση και τη φιλοσοφία του ποίημα:
ΣΑΠΦΩ ΚΑΙ ΑΛΚΑΙΟΣ
Τρώγαν και πίναν: ο ένας έριχνε κρασί
στην κούπα των συντρόφων.
Ξάπλωνε ύστερα σε μαξιλάρια από μεταξωτά υφάσματα
μιλώντας με μίσος για τον καταραμένο όχλο
που λέγανε λαό οι ξακουστοί προγόνοι του.
Η άλλη ονειρεύονταν ανύπαντρα κορίτσια που δεν ήξεραν
να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τα σφυρά
πηγαίνοντας στη βρύση με σταμνί γιομάτο.
Κι ήθελε να το σπάσει.
Μιλούσαν για νησιά ευλογημένα από τον ήλιο
Καθώς γλιστρούσε η ώρα στο αμίλητο κενό
δίχως φεγγάρι πια και πούλια.
Οι τύραννοι τρυγούσαν τα αγαθά του κόπου
αφήνοντας τους συμπότες ήσυχους
να πνίγονται στις γεμάτες κούπες.
Η ιστορία όμως έκανε τη δουλειά της
ερήμην των ωραίων ποιητών.
Κι οι άντρες πλαντούσανε στους ελαιώνες
μη βρίσκοντας να ζευγαρώσουν θηλυκά στην αδειανή
ευνή τους.
Τι χάθηκαν τα κορίτσια στις μονωδίες της Σαπφώς
και στα μεθυσμένα ρουμπαγιάτ του Αλκαίου.
Όλα γλιστρούν στο άπειρο και σιωπούν.
Τα άστρα νυστάζουν στο γλαυκό
κι αυτοί κοιμούνται μόνοι.
Εδώ ζωγραφεί με τρόπο ωμό σκληρά ποιητικά τοπία όπου η πίκρα του κριτή στάζει φαρμάκι την αδικία στον καμβά της μνήμης ή συμμαζεύεται σε μια πικρή, μπορεί, κι ευλογημένη συγκατάβαση που ξέρει να μνημονεύει τόπους και χρόνους, καιρούς κι ανθρώπους που έλιωσαν πελεκώντας το όνειρο, πάνω στην πέτρα, πάνω στο βράχο της υπομονής κεντώντας της ιστορίας το πρόσωπο στ’ απομεινάρια του αρχαίου αινίγματος όπως αποτυπώνεται για την όποια αιωνιότητα είτε στα κάστρα των Αγγέλων, στην Αιτωλία, είτε στα μεσαιωνικά χωριά της Χίου: στον Ανάβατο, στον κάβο Μελανιός, στον Εμπορειό… Η Ελλάδα είναι μία και μοναδική, είναι ενιαία και αδιαίρετη και πανταχού παρούσα. Και η φωνή του ποιητή:
Πώς πέρασαν στην αιωνιότητα κανείς δεν ξέρει
ούτε αναρωτιέται
πώς κρέμεται ο χρόνος στο κλωνάρι του καιρού.
……………
Ο κάθε άνθρωπος είν’ ένας τόπος μικρός σαν αλωνάκι του Θεού
που συνορευει με το αλωνάκι του άλλου.
Ο Κάθε τόπος είναι ένας μικρός παράδεισος της άγνοιας.
Αυτό είναι το μυστικό, το μεγάλο, το απλό, το δυσεύρετο: ότι όλα και όλοι είναι μέσα σ’ ένα ενιαίο, αδιαίρετο και αδιάσπαστο σύνολο. Όλα, συμμαχούν, αλληλεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται:
Τώρα η σκιά τους όλα τα’ αφουγκράζεται μ’ ευλάβεια
εχθρούς και φίλους
Ελληνικές εικόνες, αιτωλικά παιχνίδια, ένα καιρό.
Και τα φτερά μας ένα καλό σημάδι…
Όσοι μπορούν να βλέπουν, είδανε καθαρά:
Μια καλλονή που λούζονταν τα μεσάνυχτα στο φεγγαρίσιο φως.
Μέσα από αυτό το ποιητικό σκηνικό, ωστόσο, που δημιουργούν τα πολύστιχα συνήθως αφηγηματικά μέρη, όπου ξετυλίγεται πληθωρικά η κριτική αντιμετώπιση που θέλει να επιβληθεί ως αντικειμενική και αμείλικτη κριτική θεώρηση, διαφαίνεται η ευρεία γνώση του δημιουργού, η αυστηρά αντικειμενική θεώρηση, η αποδοχή και η αμφισβήτηση που άλλοτε συνάδουν και άλλοτε αλληλοκαταργούνται, συλλειτουργεί, όμως, συγκινησιακά η δημιουργική φαντασία με έναν εσωτερικό διάλογο που ενίοτε ανατρέπει ή δυσχεραίνει το διάλογο με τη ζώσα πραγματικότητα, με το καθιερωμένο και κοινωνικά επιβεβλημένο.
{ Η Χίος, η νήσος Χίος του Περνώ και του Κουλάνς είναι μια γεωγραφική γωνιά, ένας τόπος ιδιότυπος, μια περιοχή με συμπυκνωμένη σημασία. Εκεί επιβιώνει το αρχαιοελληνικό στοιχείο. Μιλιέται ακόμα η γλώσσα του Ομήρου, ο ίδιος ο Όμηρος βρίσκεται διαιώνια παντού εκεί. Στη Βολισσό δείχνουν την πέτρινή του κατοικία, η Χίος όλη τον διεκδικεί ως καταδικό της γέννημα και θρέμμα. Το σημαντικό είναι ότι παραμένουν στη μνήμη των ανθρώπων τα σημάδια της ύπαρξης του ποιητή των ποιητών, μένουν αποτυπωμένα στην αιωνιότητα της πέτρας τα χνάρια από το πέρασμά του που πιστοποιούν την παρουσία του στον καθαγιασμένο, τον έξοχα ποιητικό ετούτο τόπο. Βλέπεις την Πέτρα του Ομήρου, ή άλλως το ναό της Ρέας και τη θεά να μετράει με το βλέμμα την απόσταση που χωρίζει το νησί από την ένδοξη ενδοχώρα, την Ιωνία. Ακούς τους Ομηρίδες ν’ απαγγέλλουνε τα έπη… Ιδιαίτερα σε τούτο το αιγαιοπελαγίτικο νησί, στη Χίο, συνυπάρχει και συμβιώνει η Ορθόδοξη Ανατολή με την Καθολική Δύση. Υπήρξε δε ανέκαθεν γέφυρα, πέρασμα λαών, θρησκειών και πολιτισμών που άφησαν ίχνη από το πέρασμά τους. Λαοί βάρβαροι και πολιτισμένοι κατακτητικοί, καιροί ανορθόδοξοι και πολιτισμοί, θρησκείες, ήθη και έθιμα και δοξασίες, έχουν συγκεραστεί και συνυπάρχουν από καταβολής κόσμου κι ανοίγουν δρόμους στις μελλούμενες γενιές, εμπνέουν στοχαστές, ζωγράφους, ποιητές, αγιογράφους, μυθοπλάστες και ιστορικούς, ευλαβικούς προσκυνητές, προβληματίζουν…
Κάθε γωνιά της πατρίδας μας έχει ταυτότητα και ατομικότητα, την ιδιαιτερότητά της. Όμως η Χίος, το Μεσολόγγι, τα Ψαρά, το Σούλι, το Αρκάδι, είναι τόποι ιεροί, καθαγιασμένοι. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κατανοώ τη σχέση και τη στάση του τιμώμενου απόψε ποιητή μας με τη Χίο και την ανάγκη να δώσει με το δικό του τρόπο τις εντυπώσεις, τα βιώματά του από την διαβατική επαφή που είχε μαζί της, σε σχέση, σχεδόν πάντα, με τους τόπους καταγωγής του, ως ένας αντικειμενικός και ευσυνείδητος τεχνίτης, αισθαντικός και ευλαβικός προσκυνητής, αλλά και ως ένας ανοιχτομάτης πεζοπόρος παρατηρητής, με ευρεία θεώρηση του κόσμου και της ζωής, της ιστορικής μοίρας του ελλαδικού χώρου, κριτής, τιμητής και τολμηρός κάποτε ανατροπέας. (Σελ. 24,25,26, να διαβαστούν χαρακτηριστικά αποσπάσματα).
Η στάση του ποιητή δεν είναι παθητική. Θεωρεί συνολικά το χώρο, ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο τοπικά και χρονικά δεδομένο. Η ερευνητική ματιά του αγκαλιάζει το νησί ως ολότητα, ως ενιαίο σύνολο, καταθέτει το θαυμασμό, αλλά και τις ενστάσεις του, ακυρώνοντας κάποτε εκούσια, εκτιμώ, τα παραδεδεγμένα μυθικά κυρίως δεδομένα. Υπάρχουν, ωστόσο, τα τοπωνύμια, «οι επιγραφές που κουβαλούνε στα φτερά των φθόγγων τους τη ματωμένη μνήμη», σύμφωνα με το στίχο κάποιου πρόωρα χαμένου Μικρασιάτη ποιητή από τη Χίο, που μαρτυρούν την ακατάλυτη πραγματικότητα αποτυπωμένη στη αιωνιότητα της Πέτρας του Ομήρου, της Δασκαλόπετρας, στα μαύρα βόλια του Εμπορειού, στις μοναδικές τοιχογραφίες της Παναγιάς της Κρήνας και στης Νέας Μονής τα περίφημα ψηφιδωτά, στα ερειπωμένα κάστρα, στις καμάρες Σκλαβιών, στ’ απομεινάρια του ναού του Φαναίου Απόλλωνα στα Φανά, στους πύργους και στα χωριά που εξακολουθούν να παραμένουν κάστρα…
«Οι Χαιρετισμοί της Χίου» σου προκαλούν αντιστάσεις και σηκώνουν ενστάσεις. Προβληματίζουν είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς σε ορισμένα σημεία με τις απόψεις του ποιητή. Μαρτυρούν σίγουρα τη διαλεκτική σχέση του ποιητή με το νησί, ύστερα από ένα πέρασμα δια μέσου των εποχών και των γεγονότων μές’ από το πρίσμα της πραγματολογικής αναγκαιότητας στην αντιμετώπιση του «όχλου» από την άρχουσα τάξη, εξουσία και διανόηση, παντός καιρού.
Ο Δημήτρης Πιστικός δεν είναι ένας ρομαντικός επισκέπτης ούτε ένας αδιάφορος περιπατητής, δεν αρκείται και δεν αναλίσκεται σε περιγραφές. Είναι ο υποψιασμένος δέκτης, ο διορατικός δημιουργός που προσπαθεί να διυλίσει τα γεγονότα μέσα από τα φαινόμενα και υπό το πρίσμα της καθολικότητας και της αιωνιότητας, να ανιχνεύσει το σημαντικό και το ουσιώδες, την αλήθεια και το νόημα που υπάρχει πίσω από τα μυθολογικά, ιστορικά, τοπικά και κοινωνικά παραδεδεγμένα και ισχύοντα και να καταθέσει την ποιητική του άποψη αποκωδικοποιώντας τη γλώσσα των μυστηρίων πηγών και των ασύλληπτων πραγμάτων που συνιστούν την ατομικότητα και την ιδιαιτερότητα κάθε χώρου, πράγματος, γεγονότος. ( Αρχαίο σχήμα, 38)
Θλίβεται για την κατάντια των Νεοελλήνων, που για την επίφαση δείχνουν τάχα σεβασμό στο παρελθόν με την προσκόλληση στην παράδοση όπου βολεύει, χωρίς να ενδιαφέρονται για ν’ αποτρέψουν την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Το διαπεραστικό του βλέμμα ακολουθώντας τα βήματα του μύθου, του θρύλου και της ιστορίας είναι κριτικό, δεν είναι απαλλαγμένο από επίκριση για την κοινωνική ανισότητα και αδικία που επικρατούσε σε βάρος του απλού λαού, όταν οι μελικοί ποιητές, ο Αλκαίος και η Σαπφώ συνέθεταν αριστουργηματικά, στα κοντινά της Χίου Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, τα έξοχα ερωτικά τους μέλη. Και θεωρεί με μια ειρωνική, καυστική διάθεση:
Πιάνεις τα ακραία σου όρια, εδώ στη νήσο του ονείρου
υπάκουος στη θεία βουλή: ελεύθερος ή πεθαμένος.
Από την Ιωνία φτάνει ο αγέρας με τα χαιρετίσματα των γλάρων
Πόσο ξεχνούμε στο μεθύσι μας το στεναγμό των άλλων!
Οι ποιητές αυτοί δεν ήτανε για όλα ετοιμασμένοι.
Κι οι αγνοούμενοι που γύρευαν λίγη δικαιοσύνη να πλαγιάσουν;
Πίκρα, αλάτι, ξύδι και πράσινες γραμμές,
η πληρωμή τους.
Κάποτε αιωρείται, ακροβατεί, χάνεται στις δαιδαλώδεις πτυχώσεις των γηραλέων, αποστρογγυλωμένων λόφων, ένας στεριανός περιπλανώμενος Οδυσσέας πολύτροπος, ή ακολουθεί τις μυστηριώδεις ατραπούς του μύθου και του θρύλου, της παράδοσης και της ιστορικής πραγματικότητας με το βλέμμα της ψυχής και της καρδιάς διαρκώς στραμμένο στο γενέθλιο τόπο «κοιτάζοντας μερόνυχτα το γενέθλιο νερό» με συλλογή θλιβόμενος γιατί εκεί που «η ανάμνηση αθόρυβα συντελείται», συναντάει την πάλη, τις αντιθέσεις, η αδικία περισσεύει. Κι αναρωτιέται γιατί συμβαίνουν τόσα παράδοξα και ποιο είναι, επιτέλους, το νόημα, ποιος ο προορισμός του ανθρώπου, ποια η στάση του Νεοέλληνα μπροστά στην ιστορική του μοίρα. Αλλά απόκριση δεν παίρνει(14).
Θα κλείσω με δυο χαρακτηριστικούς στίχους του Δημήτρη Πιστικού:
Σταυρώνοντας το θάνατο ανασυντίθεμαι.
Τυπώνοντας τη ζωή, ξαναγεννιέμαι, πάλι.
Γιατί μόνο έτσι, με το αίμα, με το ζωογόνο πνεύμα των δημιουργών, των ποιητών της συνεχίζεται και θάλλει η ζωή πάνω στο ζωντανό πλανήτη, και σε τούτη τη στενή λωρίδα της αιματοβαμμένης, πάντα απειλούμενης και ουδέποτε καταποντιζόμενης , της αιώνιας ελληνικής πατρίδας, της ευλογημένης από πανάρχαιους θεούς και ήρωες γης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου