Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Τούλα Τίγκα: Πορεία στο σκιόφως των αισθημάτων



Τούλα Τίγκα
Πορεία στο σκιόφως των αισθημάτων
                       
 Η γνωριμία μου με τη συγγραφέα Τούλα Τίγκα και το σύνολο του πεζογραφικού της έργου είναι πολύ πρόσφατη. Το πρώτο μυθιστόρημά της που ήρθε στα χέρια μου ήταν "Η βοή των υδάτων". Με εντυπωσίασε ο ποιητικός τίτλος με την προφανή δυναμική. Ο τίτλος αυτός σήμαινε και υποσχόταν ροές υδάτων πολλών ορχουμένων, θύελλα αισθημάτων φωνηέντων, ερωτισμό, αισθησιασμό, πολλή υγρασία, ατμόσφαιρα ηδυπαθή, αλλά και βοερές φωνές απελπισίας. Πίσω από όλα τα ηδυπαθή στοιχεία, "Η βοή των υδάτων" εξέπεμπε ένα αγωνιώδες κάλεσμα, ένα τρομακτικό ΣΟΣ. Ας δούμε όμως έστω και περιδιαβαίνοντας ασθαματικά την πεζογραφική πορεία της αξιόλογης συγγραφέα για την οποία μου κάματε την τιμή να σας παρουσιάσω.
     Στα 1994 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα για παιδιά με τον τίτλο "Οδός Γραβιάς". Ένα βιβλίο που παρακολουθεί την πορεία και τις μετακινήσεις μιας οικογένειας σε συγκεκριμένο χρόνο παράλληλα με τις αλλαγές που συμβαίνουν στην ψυχοσύνθεση των ηρώων καθώς μεταβαίνουν από τη μια γειτονιά και από μια πόλη σε άλλη γειτονιά και σε άλλη πόλη και από την παιδική στην προηβική και στην εφηβική ηλικία και η επεισοδιακή προσαρμογή τους στις καινούργιες συνθήκες ζωής. Ακόμα, επισημαίνεται η απόδοχή της "νέας τάξης πραγμάτων" και η αναγκαστική στην αρχή  συμφιλίωση με την καινούργια πραγματικότητα, το πλησίασμα των νέων προσώπων, οι φιλίες με τα γειτονόπουλα, όχι πλέον στην "Οδό Γραβιάς" της παλιάς πόλης, αλλά στη λιθόστρωτη οδό "Βασιλίσσης Όλγας", στην άλλη πόλη, όπου αρχίζουν πάλι οι σκηνές του δρόμου, οι σκανταλιές, το συγκεχυμένο ενδιαφέρον για το άλλο φύλο. Ωστόσο, στις αποσκευές όλων είναι φωλιασμένο πεισματικά το παρελθόν, η ζωή στην παλιά πόλη, οι μνήμες κουρνιασμένες στο μικρό κονσερβοκούτι του βασιλικού του πατέρα με τη "χρονολογία γραμμένη πάνω του με άσπρη μπογιά για να θυμάται τη χρονιά που φυτεύτηκαν, αυτός κι ο βασιλικός στην ξένη πόλη"(43-44).
    Όλα όσα κουβάλησαν μαζί τους έχουν την ιστορία τους. Οι δεσμοί με το χθες, η αλληλογραφία, το συρτάρι με τα κουμπιά της γιαγιάς, εκείνο το μπαούλο με τα θυμητάρια, είναι μια μεγάλη αλυσίδα από μνήμες που δε σπάει και συνδέει, ενώνει τη μια ζωή με την άλλη.
    Η Τ. Τ. παρακολουθεί κατά πόδας τους ήρωές της. Με σωρευμένο μέσα της τον κόσμο, εξωτερικεύει το βιωμένο χρόνο πλουσιοπάροχα στις γοητευτικές αφηγήσεις και στις λεπτομερείς περιγραφές αβίαστα. Θέλει ν' αποφορτιστεί, να βγάλει το αποθησαυρισμένο μέσα βιος της δικής της οικουμένης, τον εσωτερικευμένο βιωμένο χρόνο. Σταματάει σε κάθε σπιθαμή, στο βασιλικό, στο πιο ταπεινό φαινομενικά πράγμα. Αλήθεια τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο; Τι είναι μικρό και τι μεγάλο, αφού όλα είναι κρίκοι μιας αλυσίδας που κρατάει την ισορροπία του σύμπαντος κόσμου; Δεν παραλείπει να αναφέρει και να περιγράψει τίποτα, δεν αφήνει παραπομενένο το παραμικρό που είδε και άγγιξε ή την άγγιξε, όπως ο θάνατος του γείτονα "που δεν είχε κανένα δικό του να τον κλάψει" κι ας είχε ξοδέψει αφειδώλευτα την καλοσύνη. Όπως ο έρωτας, αυτό το κατιτίς μαγικό, ο μικρός θεός της μυθολογίας που σαϊτεύει τις καρδιές των ανθρώπων και ξεχνούν τα βάσανα και η ζωή συνεχίζεται... Ανοίγει παράθυρα, πόρτες, ξεκλειδώνει συρτάρια, μπαούλα, παραμερίζει κουρτίνες, παραπετάσματα, να μπει φως την ψυχή και την καρδιά, ν' αεριστούν τα περασμένα, να τα δει το φως της νέας μέρας, να πάρουν ανάσα, αναπνεύσουν τον αέρα της καινούργιας ζωής που κάθε στιγμή πνέει σε κάθε γωνιά, γιατί:
    "Όλο και κάτι έφευγε σιγά σιγά. Οι άνθρωποι, ο χρόνος,                                            το στοιχειωμένο σπίτι, το παλιό εωφορείο"(σ.278),
σιγά σιγά, ανεπαίσθητα, όλα τελειώνουν τους λογαριασμούς τους με το παρελθόν. Η άνοιξη της εφηβείας αποχαιρέτησε την "Οδό Γραβιάς" και την παιδική ηλικία. Και η Πελούσα, η έφηβη ηρωίδα της αποχαιρέτησε μια για πάντα τον Αλέξανδρο για χάρη του Φαίδωνα, του παλαίμαχου διεκδικητή της καρδιάς της κι ενός άλλου κόσμου. Γράφει ανάμεσα σε άλλα:
    "Σήμερα η οδός Γραβιάς δεν υπάρχει. Τουλάχιστον όπως
      την ήξερα εγώ. Ίσως βέβαια να μην ήτανε ποτέ τόσο όμορφη
      όσο την ένιωθα και την έβλεπα εγώ τότε. Δεν υπάρχουν πια
      αυλές και κήποι. Φύτρωσαν κάτι άλλα φυτά, ψηλά, άχαρα,
      τσιμεντένια-καινούριος σπόρος- και τα λένε πολυκατοικόες.
      Οι άνθρωποί της ξέκοψαν απ' το χώμα και ξέχασαν πώς
      μοσχοβολάει μετά τη βροχή(...). Εμείς, όλα εκείνα τα
      παιδιά της Γραβιάς, είμαστε σήμερα σαράντα χρονώ. Μονάχα
      η Πελούσα είναι ένα χρόνο μεγαλύτερη και ο Αλέξανδρος δύο.
      Όσο για το Λεωνίδα, θα κοντεύει τα πενήντα...Να είναι ακόμα
      τα μάτια του έτσι φωτεινά και τα μαλλιά του ξανθά προς το
      σταχτί; Ή μήπως δεν ήτανε ποτέ έτσι;
          Τι να γίνονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Πού να βρίσκονται;
      Πώς περνούν έτσι τα χρόνια κι αφήνουν πίσω όλα όσα αγαπήσαμε
      και μας αγάπησαν;(...)Εκείνες οι αγάπες μας οι πρώτες, ο
      Αλέξανδρος, ο Φαίδων, ο Λεωνίδας, έμειναν βέβαια χωρίς συνέχεια,
     κι ίσως αυτό να ήτανε κι η μεγαλύτερη ομορφιά τους. Γιατί σιγά
     σιγά, όσο περνούσανε τα χρόνια, εμείς τα 'τζόβενα' της γειτονιάς,
     μάθαμε πια πως τα ξενύχτια, τα δάκρυα κι οι αγάπες δεν αξίζουν
     παρά μονάχα σαν είναι κανένας δεκαπέντε χρονώ, γιατί τότε τα  
     έχει μέσα του ανέγγιχτα, ολόκληρα, και για τον εαυτό του, δεν τα
     'χει σκορπίσει εδώ κι εκεί, δεν τα 'χει εγκαταλείψει στη φθορά και
     στη λεηλασία της κάθε μέρας".      
     Θέλει να στρέψει την προσοχή των αναγνωστών της προς έναν κόσμο τρυφερό και ωραίο με όλα τα συν και τα πλην του, τις καταφάσεις και αντιφάσεις του, ίσως ξεχασμένο ή παραμελημένο. Αναθυμούμενη τα περασμένα, ωραία χρόνια της ανεμελιάς, καταγράφει πραγματικά ή φανταστικά γεγονότα που έτερψαν κι έθρεψαν και σφράγισαν μια εποχή, καθώς οι ήρωές της άφηναν σταδιακά την παιδική ηλικία κι έψαχναν πεισματικά το δρόμο προς την εφηβεία με βήματα τρεμάμενα ζώντας συχνά αστείες, όσο και γοητευτικές περιπέτειες σε συγκεκριμένο δρόμο και ορισμένη γειτονιά, αφετηρία και σημείο αναφοράς. Συναισθηματικά φορτισμένη η ίδια, συμμετέχει στην ανεπανάληπτη εποποιϊα, συμπαίζει με τους αξιαγάπητους και χωρίς όρια ήρωές της και γεφυρώεται έτσι η μετάβαση στην εφηβεία, στην καθόλα άνθινη εποχή, την  "Εποχή των Υακίνθων", και κάποιες άλλες εποχές που κι εκείνες θα μπορούσε να είχαν ονόματα λουλουδιών...
    Στην "Εποχή των υακίνθων" τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Ύστερ' από το χωρισμό των γονιών, που συνέβη λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, η δεκαεξάχρονη Ελένη βρίσκεται αντιμέτωπη με σωρεία προβλημάτων, οικογενειακών και εφηβικών, που πρέπει να βρουν τη λύση τους.
    Η Ελένη καταγράφει τα γεγονότα που ακολούθησαν το χωρισμό των γονιών και τη νέα κατάσταση στο ημερολόγιό της. Τα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις της οικογένειας έχουν βαθειές ρίζες. Η μαμά της Ελένης, όπως έλεγε ο μπαμπάς: "καταγόταν από μια οικογένεια που είχε ροπή προς την περιπέτεια". Και επιπλέον ομολογούσε με ειλικρίνεια πως η πρώην γυναίκα του ήταν πολύ όμορφη  και πως είχε κάθε δικαίωμα και ωραίους λόγους να ζήσει με τον κύριο Δαφνή! Είχε δυο μαμάδες γιατί ήταν υοθετημένη και τώρα χωρισμένη, γιατί δεν μπορούσε πλέον να συμβιώνει μ' ένα σύζυγο ρομαντικό που δεν εννοούσε να πάψει να παίζει με τα καραβάκια του. Πρώτο της μέλημα, όταν αποφάσισε να ξαναφτιάξει τη ζωή της με τον άνθρωπο που της ταίραζε, ξεπερνώντας όλα τα εμπόδια και τις αναστολές της, ήταν να προετοιμάσει την Ελένη να δεχτεί το χωρισμό των γονιών της σαν ένα καθημερινό γεγονός, όχι σαν την καταστροφή του κόσμου. Ο υποψήφιος πατριός ήταν χήρος με μια κόρη, την Αγγελική, άλλο πρόβλημα δυσθεώρητο πάνω στα τόσα σωρευμένα για την άτυχη Ελένη που την κάνουν επιθετική και δύστροπη.    
    Η Ελένη στη δίνη της εφηβείας της, βιώνει με όλο της το είναι ό, τι συμβαίνει γύρω της. Ζει και ενεργεί εσωτερικά. Έτσι βολεύεται και οργανώνει στρατηγικά την άμυνά της για να επιβληθεί με το δικό της τρόπο και να είναι εκείνη ο κυρίαρχος του παιγνιδιού. Κλείνεται στον εαυτό της, γίνεται απρόσιτη και αντικοινωνική, κόβει τις γέφυρες με το περιβάλλον, απομονώνεται ακριβώς για να ανασυνταχθεί. Ζει με όλες τις αισθήσεις τη ρεμβώδη, τη μελαγχολική "Εποχή των χρυσανθέμων", όπως αποκαλεί τη μεταβατική περίοδο από τη μια οικογενειακή κατάσταση στην άλλη. Την εποχή που οι γονείς της τη διαβεβαίωναν πως εκείνη δεν είχε καμιά σχέση με το χωρισμό τους:
     "Το ότι διαπιστώσαμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε άλλο μαζί δεν
      έχει καμιά σχέση με σένα. Ούτε θέλουμε να σε χρησιμοποιήσουμε
      σαν ένα στήριγμα σε μια σχέση που δεν μπορεί να συνεχίσει να
      είναι όπως ήταν, ούτε να νομίσεις πως δε σ' αγαπάμε. Θα σ'
      αγαπάμε όσο και πρώτα, αλλά αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να
      ζήσουμε την υπόλοιπη ζωή μας δυστυχισμένοι"(62).
    Ένας χωρισμός είναι πάντα οδυνηρός. Τουλάχιστο ας μη γίνεται μαρτύριο και καθημερινή οδύνη για τα παιδιά όσων για ευνόητους και πόλυτα σεβαστούς λόγους καταλήγουν εκεί.     
    Μια σωτήρια διέξοδος από την κρίση είναι το βιβλίο για την Ελένη. Ανακαλύπτει τη μαγεία που έχει η επικοινωνία με τους συγγραφείς. Παρακινούμενη, καταφεύγει στο ημερολόγιό της. Εκεί καταθέτει το συναισθηματικό τρικύμισμα και τον πόνο της ψυχής της. Καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή στην καινούρια οικογένεια. Τελικά βρίσκονται λύσεις για όλα και όλοι βολεύονται. 
     Με δεξιοτεχνία, απλότητα και σοβαρότητα διαπραγματεύεται ένα τόσο ακανθώδες θέμα και μέσα από τα καθημερινά δρώμενα βγαίνει το μήνυμα που η καλή συγγραφέας με γνώση κι επίγνωση και με τον απλούστερο και καλύτερο δυνατό τρόπο διοχετεύει, χωρίς "η εποχή των υακίνθων" να χάνει τη γλαφυρότητα, την ειλικρίνεια και τη λογοτεχνική της μαγεία και γοητεία. Ίσα ίσα οδηγεί σε μιαν άλλη πραγματικότητα, όπου η μαγεία έχει το χρώμα του σκιόφωτος, την οσμή της πικροδάφνης και τη γεύση της πικρής αλόης, σε μια περίοδο της ζωής των νέων ανθρώπων που τη συγκλονίζει "Η βοή των υδάτων" μιας σφοδρής τρικυμίας.
     "Η βοή των υδάτων", το τρίτο της μυθιστόρημα για για εφήβους, έχει πολύ έντονο το ποιητικό στοιχείο, ρέουσα γραφή, δυνατές αφηγήσεις. Είναι ένας δραματικός εσωτερικός μονόλογος της ηρωίδας, όπου το δικό της, ανήμερο και περιπετειώδες, βασανισμένο και στερημένο παρελθόν, παραλληλίζει με το ζοφερό παρόν της δεκαεξάχρονης ηρωίδας της, της Ελπίδας, ψάχνοντας τα αίτια και τις αφορμές που την έφεραν στο χείλος της αβήσσου και στέλλοντας ένα μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση: προς τους υπεύθυνους γονείς και προς όλα τα παιδιά της ηλικίας αυτής, πως η ζωή, όσο σκληρή κι αν μας γίνεται πολλές φορές, είναι μοναδική, το μέγα καλό και πρώτο, είναι ωραία και γι' αυτό και μόνο αξίζει να αγωνίζεται κανείς. Η οικιακή βοηθός, ωστόσο, μια ξερριζωμένη από τον τόπο της γυναίκα, ζώντας το δράμα της οικογένειας, με το μικρό και ανίδεο, κι ασπούδαχτο μυαλό της:
     "Το μόνο που κατάλαβε από όλη αυτή την ιστορία με τα φτωχά
      Ελληνικά της, είναι ότι ένα κορίτσι που τα είχε όλα, νιάτα,
      ομορφιά, υγεία,λεφτά και φίλο το ωραιότερο παιδί της τάξης,                               ανακάλυψε ξαφνικά πως ήταν τόσο λίγα, ή τουλάχιστον τόσο  
      ανίκανα, όλα αυτά για να την κρατήσουν στη ζωή, που
      αποφάσισε να πεθάνει..."
    Και διατυπώνει εύλογα ένα πολύ απλό ερώτημα: Τι φταίει και τα σημερινά παιδιά δεν ικανοποιούνται με τίποτα; Φυσικά η απάντηση έρχεται μέσα από τον εσωτερικό μονόλογο εύλογη και πειστική: Ακριβώς γιατί τα είχε όλα! Γιατί οι γονείς δεν της άφησαν κανένα πεδίο δράσης, γιατί δεν είχε περιθώρια να διεκδικήσει τίποτα! Τόσο που με τον τρόπο τους την είχαν εγκαταλείψει στο απόλυτο, κατά την κρίση της, κενό, όπου και παραλίγο να βουτήξει...
    Η Τούλα Τίγκα δεν κηρύττει. Γι' αυτό και η ηρωίδα της μιλάει με τον εαυτό της χαμηλόφωνα, ανασκαλεύοντας το δικό της βιωμένο παιδικό και εφηβικό χρόνο, μόλις πήρε το μήνυμα της απεπισμένης μάνας κι άρπαξε το μεταχεριρισμένο Όπελ, το σαραβαλάκι της, και ταξιδεύει προς Βορράν, όχι τυχαία, μέσα στο χιονισμένο, άσπιλο φυσικό τοπίο, αφήνοντας πίσω της σύξυλη τη μισοκοιμισμένη Αθήνα, συντροφιά με τον Κίμωνα, το γάτο της.
     Ταξιδεύει με το νου της αντίστροφα, χώνεται στις παρωχημένες της μνήμες, μην παραλείποντας ωστόσο να ζωγραφεί με λέξεις φυσικά και ψυχικά τοπία. Να παρουσιάζει εικόνες εσωτερικού και εξωτερικού χώρου με σαφήνεια και λεπτομερείς περιγραφές. Η αισθαντική ποιήτρια είναι πανταχού παρούσα, αυθεντική  και ακαταμάχητη, γοητευτική, τρυφερή, ακριβολόγα. Η πεζογράφος συμπορεύεται με την ποιήτρια που σταματάει σε κάθε καμπή του δρόμου, τρυπώνει στ' απόσκια και στ' απόμερα και συνομιλεί με το μαγικό, σιωπηλό κόσμο της μουσικής των φύλλων και των σιγαληνών αισθημάτων, που λουφάζουν στην αντίπερα του λογικού όχθη.
    Εκείνο όμως που την ενδιαφέρει είναι να δώσει μια λογική εξήγηση στο δράμα που ζουν οι έφηβοι, παιδιά κυρίως διαλυμένων οικογενειών ή τυπικά καλοστεκούμενων οικογενειών. Δίνει το κλίμα και τις συνθήκες που οδηγούν στο αδιέξοδο νεαρά άτομα τα οποία δεν έχουν πείρα και δεν εννοούν να συμβιβαστούν με τον απάνθρωπο αυτό, τον πνευματοκτόνο, μηχανοκίνητο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς της γενιάς της δικής που αγωνίζεται να διατηρήσει τα κεκτημένα με την υποκρισία κυρίως, και να επιβάλει το δικό της Εγώ, τον παρωχημένο τρόπο ζωής, αδιαφορώντας για τις ραγδαίες εξελίξεις και αλλαγές στο σώμα της σύγχρονης κοινωνίας που πέρασε απότομα από αγροτική σε μικροατική και μεσοαστική.
     Οι σημερινοί νέοι μεγαλώνουν με σχετική άνεση και νομίζουν πως χτυπούν το κατεστημένο με όλα αυτά τα σιδερικά που κρεμούν πάνω τους και προκαλούν τον οίκτο και που δεν αντιπροσωπεύουν παρά το κενό που έχουν ανοίξει μπροστά τους οι προτιμήσεις και εκτιμήσεις, τα ιδανικά των μεγάλων γονιών, όχι χωρίς λόγο βέβαια. Γιατί η γενιά των μεγάλων που στερήθηκε, που δεν έζησε τη δική της εφηβεία, προσπαθεί να δικαιωθεί, να επιβεβαιωθεί και να υπάρξει μέσω των παιδιών της που μορφώνονται, όπως μορφώνονται, παρέχοντάς τους όσο περισσότερα μπορούν, υποχρεώνοντάς τα άθελά της να βαδίζουν συνεχώς πάνω σ' ένα τεντωμένο σχοινί, αγνοώντας, φοβάμαι ηθελημένα, το τεράστιο κενό που χάσκει από κάτω τους, δημιουργώντας οι ίδιοι οι γονείς το περίφημο χάσμα των γενεών. Γράφει σχετικά η Τούλα Τίγκα:
      "Δε φταίτε εσείς. Γενίτσαρους σα κάναμε μ' αυτά που σας 'ταϊζουμε'     και τώρα μας πονάει που κόβετε κεφάλια. Και δικά μας και δικάσας(...).Το τέλος των μύθων εμείς οι μεγάλοι το επισπεύσαμε(...)Ερωτευμένος ίσον
χαζοχαρούμενος.Νομοταγής ίσον κορόιδο. Ευαίσθητος ίσον αφελής. Έντιμος ίσον βλάκας. Σεμνός ίσον αφανής(...).Αξίες σου λέει! Ποιες αξίες, όταν ένα παιδί δεκαοχτώ χρονών κατεβάζει μια χούφτα χάπια να πεθάνει;
Πού είναι αυτές οι αξίες να το κρατήσουν στη ζωή;"(σ. 152 κ.ε.)
     Με τις αποσκευές που τα φορτώσαμε μ' αυτές πορεύονται. Με τα όπλα που τους δώσαμε, μ' αυτά πυροβολούν τους πάντες και τα πάντα χωρίς εξαίρεση. Κάλπικα νομίσματα τους δώθηκαν, με κάλπικα νομίσματα πληρώνουν κι εξαργυρώνουν την όπια ζωή και συμπεριφορά τους.
    "Η βοή των υδάτων" μεσ' από το έντονο μαύρο και τη σκοτεινότητα της εφηβικής πλάνης, τις συναισθηματικές δονήσεις και προσεγγίσεις, τις ποιητικές εντάσεις, έχει κάτι διαφορετικό από τα άλλα βιβλία. Μέσα από το δραματικό μονόλογο προβάλλει η τόλμη της συγγραφέως να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να κάμει μια βαθιά τομή στο ανίδεο σώμα του οικογενειακού κυρίως κατεστημένου για να ανοίξει το δρόμο προς το χαμένο παράδεισο της αθωότητας. Γενικεύοντας την ατομική περίπτωση λέει σε όλα τα παιδιά της ηλικίας της ηρωίδας της: ότι στο χέρι τους είναι να βγούν από τα όποια αδιέξοδα, αρκεί να αποδεχτούν και να αγαπήσουν τον εαυτό τους με την αυτογνωσία και τη γνώση και να παλέψουν για ένα καλύτερο αύριο ολοδικό τους!
    Με "Τα χρόνια τρέχοντας" που ακολουθούν, η καθημερινότητα μιας παρέας παιδιών που πάνε για ανώτερες σπουδές χαρακτηρίζεται από τη σωρεία σκηνών και γεγονότων που τη γεμίζουν, και η ζωή τους αποκτά διαφορετικό χρώμα και νόημα. Οι περιπέτειες διαδέχονται η μια την άλλη, οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και βοηθούν τους ήρωες ν' αποκτήσουν αυτογνωσία και ατομική ταυτότητα.
   Στην πορεία όλα είναι επόμενο να συμβούν: χωρισμοί, απροσδόκητες, μοιραίες συναντήσεις, εφήμεροι εφηβικοί έρωτες, φιλίες πρόσκαιρες και  αληθινές, μόνιμες και κραταιές, κάλπικοι δεσμοί, μέσα στο παιγνίδι της επικράτησης και κυριαρχίας είναι και το φαιδρό και η επιπολαιότητα. Οι έφηβοι βρίσκονται στο αποκορύφωμα της παντοδυναμίας του φύλου που διεκδικεί με κάθε τρόπο και μέσο τα δικαιώματά του. Βρίσκονται επίστης στο κανάλι μιας αισθηματικής ρευστότητας και αδυναμίας τους να διακρίνουν το υγειές από το νοσηρό, το αληθινό από το κάλπικο αίσθημα, την αγάπη από τον έρωτα, τον αληθινό έρωτα από την επιθυμία και την παρόρμηση της στιγμής. Παρορμητικοί όπως είναι, ευάλωτοι, ασταθείς και ανερμάτιστοι κινούνται μέσα στο χαώδες, πολύχρωμο, πολύφερνο, πολύτροπο και πολυδάπανο εφηβικό τους όνειρο με το παραπλανητικό προπέτασμα της κατάκτησης των πάντων.
   Το ερωτικό στοιχείο είναι ρευστό και θολό.Διαρρέει τις καταστάσεις, υγραίνει τα ψυχικά τοπία, πέφτει καταρρακτωδώς, καταποντίζεται και βυθίζεται στο αδιαμόρφωτο και ακατάληπτο κενό της αισθηματικής μεταβλητότητας. Εδώ οι τόνοι πέφτουν, οι ρυθμοί χαλαρώνουν και η εξέλιξη των γεγονότων δεν παρουσιάζει σημαντικές καμπυλώσεις και  ψυχικούς κραδασμούς, αισθηματικούς κυματισμούς. Οι ποιητικές προσεγγίσεις και διαστρωματώσεις, η εσωτερικότητα, οι ανατροπές που χαρακτηρίζουν τη "βοή των υδάτων" και αποκλειστικά "η άλλη όχθη του καλοκαιριού" και η "Τριπλή νύχτα", από τα άλλα τρία μυθιστορήματα, στο μυθιστόρημα "Τα χρόνια τρέχοντας" είναι δυσεύρετα ή δυσδιάκριτα. Ωστόσο το μυθιστόρημα αυτό είναι μια ανάσα ανάμεσα στα "παιδικά-εφηβικά" και στα αισθηματικά μυθιστορήματα που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια.
   Τα μυθιστορήματα: "η άλλη όχθη", η "τριπλή νύχτα" και η "Σεμέλη" απευθύνονται σε ενήλικες αναγνώστες. Και εστιάζουν το ενδιαφέρον στη γυναίκα/ θύμα, μπορεί και θύτη που κατέχει σχεδόν πάντα τη μια γωνία του ερωτικού τριγώνου. Και διερευνούν, καθένα με τον τρόπο του, τη θέση της γυναίκας, όπως την έχουν ορίσει και επιβάλει στο περιβάλλον της, τις διαπροσωπικές και διανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται στα τρίγωνα, κάποτε και στα τετράγωνα των σχέσεων και πώς εξελίσσονται τα πρόσωπα, τα αισθήματα, και οι καταστάσεις ακόμα και πώς συμπεριφέρονται οι ήρωες σύμφωνα με τις επικρατούσες κάθε φορά συνθήκες. Όπου, ενώ φαίνεται κυρίαρχη η γυναίκα, δεν είναι παρά ένα άθυρμα, ένα πιόνι που άγεται και φέρεται από το συναισθηματικό της θάμβος μέσα στα πλαίσια που της έχουν θέσει από καταβολής κόσμου οι ανδροκρατούμενες κοινωνίες να είναι το αντικείμενο του πόθου:
     "Το κορμί της από κάτω(από το κόκκινο φόρεμα),όλο πηχτούς                                   ψιθύρους, σαν μικρά μυστικά και παράπονα που αγωνιζόταν να
       κρύψει και να προστατέψει"(14),
η γεμάτη ερωτισμό περαστική, αιθέρια, η αισθησιακή, η αέρινη γυναίκα, κάποιου καλοκαιριάτικου μεσημεριού, που συνάντησε τυχαία ο ήρωας της "άλλης όχθης", που του δόθηκε χωρίς ενδοιασμούς, και πέρασε μαζί της μια νύχτα υπέροχη, γιομάτη θαύματα, για κείνη όμως ολέθρια νύχτα, ινακοποιώντας το καταπιεσμένο πάθος της με δικό του άσβεστο καημό. Και ήταν εκείνος:
    "ο άντρας της πλατείας με το ολόγυμνο βλέμμα και το μονόγραμμα
     στο πουκάμισο",
κι εκείνη προσπέρασε την πεθερά,
    "σαν το καράβι που πλέει στ' ανοιχτά με τη σημαία του ν' αναδιπλώνει
      τραγουδώντας στις ριπές του θαλασσινού ανέμου, και πέρασε       
      μπροστά από την πηχτή θλίψη της γριάς. 'Πού πας;" τη ρώτησε, μα                         η γυναίκα δεν απάντησε, μαλακά ξετύλιξε από το κορμί της τις ρυτίδες                              της γριάς μάνας,που την κρατούσαν δεμένη τόσα χρόνια με το ριζικό                              ετούτου του σπιτιού.
      Ήρεμα καθάρισε την ψυχή της από την αιθάλη τόσων χρόνων και                  τόσων θανάτων σ' αυτό το σπίτι κι έστριψε το κορμί της, σαν το                        ηλιοτρόπιο, προς το φωτεινό κύκλο του φεγγαριού..."
Κι αναρωτήθηκε:
      "Πού πάω; Από πού έρχομαι; Και ήταν τόσο μακριά μέσα στον καιρό                          εκείνο το λιβάδι(...)του έρωτα και του κόσμου που λαχταρούσε να                                γνωρίσει και να χαρεί..."(33).                  
    Ο άντρας πήρε το μήνυμα:
    "Δεν κάνουν όλοι φασαρία όταν υποφέρουν, σκεφτόταν. Άκουσε              ένα χτύπημα στο στήθος του κι άνοιξε ολόκληρος να την υποδεχτεί.                        Ήταν έτοιμος να περάσει μέσα στα μάτια της και να χαθεί, βγάζοντας  
     μια κραυγή λύτρωσης(36).
    "Η άλλη όχθη" αρθρώνεται μέσα σ' ένα θάμβος φαντασιώσεων, μέσα στο ζόφο του έρωτα και του θανάτου, σε γρήγορα εναλλασσόμενα τοπία φωτός και σκότους, όπου δυο άνθρωποι μοναχικοί, στερημένοι ερωτικά, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, συναντιούνται ξαφνικά, ζουν μέσα σ' ένα και μοναδικό βράδυ έναν έρωτα με το πάθος που επιθυμούσαν μια ολόκληρη ζωή, για να ακολουθήσει ο θλιβερός επίλογος: ο θάνατος της γυναίκας νύφης και πεθεράς. Κι ο άντρας, ο τυχερός άτυχος εραστής της όμορφης γυναίκας με το κόκκινο φόρεμα και τα πλούσια μαλλιά για μια και μόνη νύχτα κάποιου απόμακρου καλοκαιριού, όταν πληροφορήθηκε το συμβάν:
      "έμοιαζε σαν να άδειασε ολόκληρος..."    
    Είναι η ποιητική απόδοση μιας ζοφώδους πραγματικότητας, σφοδρής ερωτικής, όσο και πρόσκαιρης συνάντησης και συναποδοχής σωμάτων, που σπάνια αποδίδεται και ζωγραφείται με λέξεις φωνήεσσες και τόσο γλαφυρά, τόσο έντεχνα, αριστουργηματικά. Και θα ήταν κοινοτοπία να ειπωθεί ότι τέτοιους δημιουργούς, θνητούς και αθανάτους, γεννά από καταβολής κόσμου απλώχερα ο θαυμάσια υποβλητικός ετούτος τόπος, ο προικισμένος με ηδυπάθεια, ερωτισμό και περισσή μαγεία! Η θεσσαλική γη!
     Μέσα σ' αυτή την ηδυπαθή γενναιόδωρη φύση γράφτηκε η "Τριπλή νύχτα", που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το δεύτερο μέρος της  ερωτικής τριλογίας που συμπηρώνεται με τη λιγότερο ποιητική, αλλά στέρεη, ορθοφρονούσα, κατασταλαγμένη, ισόρροπη "Σεμέλη" που είναι και η πεζογραφική πληρότητα και ωριμότητα της Τούλας Τίγκα.
    Η "Τριπλή νύχτα" αναφέρεται στη ζοφερή μοίρα που σφράγισε τη ζωή  τριών γυναικών: της γιαγιάς Αδριανής, της όμορφης προσφυγοπούλας που έγινε σύζυγος του παππού Στέφανου Σέβη, για να τον εγκαταλείψει ακολουθώντας έναν αξιωματικό που ερωτεύτηκε και να χαθούν έκτοτε τα ίχνη της. Της Μαλβίνας, με την πολυτάραχη όσο και αλλοπρόσαλλη ζωή, (δυο αποτυχημένοι στην ουσία γάμοι και με το βαρύ φορτίο του κρυφού ερωτικού δεσμού με τον Ορέστη των ονείρων της στις αποσκευές του βίου της), κόρης της Αδριανής και του Στέφανου Σέβη, κεντρικής ηρωίδας της μυθιστορίας και, εν μέρει, αναγκαστικά, και τη ζωή της Βίκης, της κόρης της Μαλβίνας και του δεύτερου  συζύγου της Μάρκου, επαναπατρισθέντος εξ Αυστραλίας πλούσιου μετανάστη. Ο Μάρκος αγαπούσε το κυνήγι και μοιραζόταν το χρόνο του ανάμεσα στις επιχειρήσεις, στο εξοχικό του και σε κείνη. Εξαφανιζόταν μέρες και νύχτες χωρίς να της δίνει λόγο και χωρίς να ασχολείται ιδιαίτερα με κείνη και τις επιλογές της.  
    Ο πρώτος της σύζυγος, ο Κωνσταντίνος, ήταν ένας ευφάνταστος περιπλανώμενος συγγραφέας και γαντζώθηκε πάνω του απελπισμένα για να ξεφύγει από το βασανιστικό οικογενειακό περιβάλλον και το μίζερο κοινωνικό κλοιό της μικρής επαρχιακής πόλης με τα ταμπού, την άγονη ηθική, το μιρκόψυχο και κοντόφθαλμο συντηρητισμό, την υποκρισία και την απόρριψη. Προσπαθώντας ν' απαλλαγεί από τα δεσμά της πατρικής και κοινωνικής δουλοσύνης. Μοιραία κάποια στιγμή οι δρόμοι τους χώρισαν, όχι όμως και οι καρδιές τους. Ο Κωνσταντίνος ήταν πάντα στο πλευρό της όπου κι αν βρισκόταν, της συμπαραστεκόταν και σ' αυτόν έγραφε κάθε της πόνο και καημό. Ήταν πάντα το Α και το Ω της ζωής της. Με τον Κωνσταντίνο έζησε την πιο όμορφη περιπέτεια της ζωής της. Ταξίδεψε μαζί του στις χώρες και στα λιμάνια του κόσμου με ή χωρίς κανένα σκοπό ή προορισμό.
     Όμως δεν της αρκούσαν όλα αυτά. Δεν ήταν ερωτευμένη. Δεν έμεινε μαζί του. Αλλά ήταν πάντα εκεί, όταν τον χρειαζόταν. Κάτι άλλο ποθούσε η άδεια ψυχή της.
    "Έπρεπε να γνωρίσει τον Ορέστη για να καταλάβει τι είχε πραγματικά
      σημασία και να πάψει επιτέλους να αιμορραγεί από άγνωστο και κρυφό
      τραύμα. 'Η ζωή είναι ωραία', της έλεγε(...). Μα πέρα απ' όλα αυτά(...)             ήταν πολύ όμορφο κάτι που ίσως πάντα λαχταρούσε, να νιώθει πως,             να, όπου να'ναι θα ξημερώσει σαν ρωινό γιορτής, μια τρυφερότητα             γλυκιά να σε παραλύει κι αυττή σαν νεογέννητη ή νεοφερμένη σ' έναν             κόσμο που έγινε ξαφνικά καλός, για να την αγκαλιάσει..."(166).
     Πέρα από την ιστορία, πέρα από τα πρόσωπα εκείνο που προέχει είναι ο λόγος και πώς τον χειρίζεται η Τούλα Τίγκα, μια γνήσια ποιήτρια και σημαντική πεζογράφος που διαθέτει ευρύ ορίζοντα γνώσεων, εποπτεία του χώρου μέσα στον οποίο κινείται, όραμα και συνθετική ικανότητα, ώστε να μετουσιώνει σε έργο τέχνης, σε λογοτενία τα οράματά της.
     Η τραγική της ηρωίδα, η Μαλβίνα, κουβαλώντας το πικρό παρελθόν των χωρισμένων γονιών, δυο διαζύγια κι έναν κρυφό έρωτα κι επιπλέον μια κόρη, ζει θαρρείς σ' έναν εξωπραγματικό κόσμο. Ενώ όλα γύρω της είναι χειροπιαστά και συγκεκριμένα, εκείνη στροβυλίζεται μέσα σε μια δίνη αισθηματικής πλάνης με αυτοκαταστροφική μανία. Ονειρεύεται. Κάποια στιγμή στην καμπή του βίου της, κινείται μέσα σ' ένα όνειρο ή όπως σε όνειρο, καθισμένη στην κορυφή μιας εσωτερικής σκάλας. Από κει, παρακολουθεί το ξετύλιγμα της περασμένης της ζωής, όπως σε κινηματρογραφική ταινία. Περνάει, πένθιμη θαρρείς λιτανεία:
    "Το άχαρο και σιωπηλό τραπέζι των παιδικών της χρόνων, ο έρωτας
      και η απουσία της Αδριανής, η ελεύθερη ψυχή του Κωνσταντίνου,
      η δύναμη του Μάρκου, και το απορημένο βλέμμα της Βίκης, όταν τη
      ρωτούσε, πού πάνε λοιπόν οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν;"(180).
    Κι απαριθμεί τα γεγονότα που έζησε καθώς κι εκείνα που θα ήθελε να ζήσει, που ονειρεύτηκε και μόνο στα όνειρά της έζησε, και πρόσφεραν υλικό για το βιβλίο του Κωνσταντίνου, του πρώτου της άντρα. Της γράφει αρχίζοντας το γράμμα στο υποτιθέμενο βιβλίο του:
     "Καλή μου,
       Όταν έφυγες και άρχισαν να έρχονται ένα ένα τα γράμματά σου,
       άρχισε μαζί να φυσάει και ένας δαιμονισμένος αέρας μέσα μου,
       που δεν ήξερα πώς να προστατέψω από την οδύνη σου την ψυχή
       μου(....)Σκέφτομαι πως τόσα χρόνια, μέσα από τα γράμματά σου,
       σε παρακολουθούσα να παλεύεις και να ξοδεύεσαι σε ανέμους και
       κύματα και ρεύματα κάθε λογής(...).. Σου γράφω από την κορυφή
       ενός βράχου που τολμάνει να υψώνεται , μοναχικός και περήφανος
       μέσα στη θάλασσα και δεν διστάζει, επί αιώνες, να δείχνει στον ήλιο
       τα γκρεμισμένα κάστρα του, για να μαθαίνουμε εμείς οι εφήμεροι
       και περαστικοί ότι τα ένδοξα τραύματα δεν κακοφορμίζουν ποτέ.
       Αισθάνομαι την ανάγκη να σε δω και να σου μιλήσω, όπως συχνά
       ψάχνω για ναυάγια άλλων εποχών, σε τούτη τη θάλασσα που έχω
       απέναντί μου(...). Τελικά ο άνθρωπος πάντα μόνος του είναι, και
       μόνος του παλεύει, αλλά μας παίρνει καιρό να το μάθουμε, κι αν
       αυτό σε παρηγορεί, να θυμάσαι πάντα 'ότι ο μόνος τρόπος που
       αξίζει να προχωράει κανείς, είναι ανάμεσα από τις φλόγες"( 7-9).
  
    Οι ηρωίδες της άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε από ένστικτο, προχωρούν πάντα ανάμεσα από φλόγες κι από συμπληγάδες, ανεβαίνουν στις κορφές των βουνών που υψώνουν τα κάθε λογής εμπόδια κυνηγώντας χάρτινα πουλιά τα όνειρά τους, βγαίνουν στο ξέφωτο και  κάποτε βρίσκουν τον εαυτό τους, αποκτούν αυτοσυνρίδηση, ατομική ταυτότητα και κάνουν τις επιλογές που τους ταιριάζουν.
    Αυτή την κατάκτηση την κατορθώνει η "Σεμέλη", η πιο ολοκληρωμένη ηρωίδα του ομώνυμου μυθιστορήματος. Η Σεμέλη δεν δέχεται παθητικά τη μοίρα που της ορίζουν. Είναι η νέα που παίρνει την υπόθεση της ζωής της στα χέρια της, έστω κι αν αυτό θα τη ρίξει σε πολλάπλές περιπέτειες, έστω κι αν θα κάμει πράγματα για τα οποία θα μετανοιώσει. Έστω κι αν κάποιες επιλογές της θα αναγκαστεί να τις εγκαταλείψει ή κάποτε να τις αναθεωρήσει. Είναι η μαχητική γυναίκα. Η γυναίκα που αποτόλμησε ν' αντισταθεί δυναμικά στις οικονομικές προκλήσεις που πρόβαλλε μια σίγουρη δουλειά στην οικογενειακή επιχείρηση, που βγήκε από τα δεσμά της οικογενειακής δεσποτείας ακολουθώντας το δρόμο της καρδιάς και του μυαλού της. Επέλεξε το επάγγελμα που της ταίριαζε, προτίμησε να κάνει τη δουλειά που ήθελε, και απεξαρτήθηκε οικονομικά από την οικογένεια, χωρίς φυσικά να κόψει τους δεσμούς του αίματος. Έφτασε ώς το έσχατο σημείο, έζησε ακραίες καταστάσεις, διάβηκε δυναμικά μέσ' απ' τις ύπουλες συμπληγάδες του παρωχημένου έρωτα, που βρέθηκε ξανά μπροστά στην πιο κρίσιμη καμπή του βίου της, και του έρωτα ενός καλοβαλμένου άντρα, κοινωνικά και επαγγελματικά ισχυρού, ωστόσο, εφησυχασμένου, που την αγαπούσε για τον εαυτό του και δεν είχε καμιά διάθεση να διεκδικήσει την αγαπή της που τη θεωρούσε δεδομένη. Ή τον κάλυπτε η δουλειά του και οι φιλοδοξίες, όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή των ζευγαριών. Πού, ας μου επιτραπεί η λαϊκή έκφραση, "αφού δέσουν το γάιδαρό τους", πέρα βρέχει! Αδιαφορούν για το σύντροφό τους.
     Η Σεμέλη, απογοητευμένη δυο φορές από τον πρώτο της έρωτα, που ακούει στο όνομα Ρήγας, το απωθημένο της, και από τον τριετή δεσμό της με τον μεγαλοδικηγόρο και πολλά υποσχόμενο Φίλιππο, ανασαίνει ελεύθερα τον αέρα του Πηλίου. Πίνει τον ωραίο καφέ της με το Νικήτα, τον τρυφερό, το διακριτικό ζωγράφο, που το βαφτιστικό του όνομα, όχι τυχαία, ήταν Αλέξανδρος. Τόν υπομονετικό, καλοπροαίρετο άντρα που ήταν βέβαιος πως η Σεμέλη θα βρει κάποια στιγμή τη δύναμη ν' απαλλαγεί από τις συμβατικότητες ενός δεσμού που δεν της ταίριαζε. Και ν' αποτινάξει από πάνω της τα εναπομείνανταψίχουλα του νεανικού έρωτα του Ρήγα που άξαφνα βρέθηκε μπροστά της, και που δεν οδηγούσε πουθενά. Απολαμβάνει τις τελευταίες ώρες των διακοπών της με τον Αλέξανδρο που, όπως δείχνουν τα πράγματα, τελικά θα νικήσει, θα την κερδίσει, έστω κι αν χρειαστεί να περιμένει ίσαμε το επόμενο καλοκαίρι για να είναι κι εκείνη κατασταλαγμένη, έτοιμη:
    "ν' αποφασίσει αβίαστα, να μπει μονάχη στο δρόμο που θα τη
      φέρει κοντά του(...). Θα ψάξει μέσα της να βρει μια άκρη(...)
      καθαρή και παρθένα, τυλιγμένη σε χλιαρό ημίφως, να ησυχάσει
      πως εδώ σταματάει και δεν έχει παραπέρα.
          Τον βλέπει που γυρίζει σφυρίζοντας, ένας νέος Αλέξανδρος,
      ένας άντρας με κουνούριο όνομα, μαύρα μάτια, ένα ποτήρι νερό
      στο χέρι και μια πρόταση που περιμένει απάντηση. Μια απάντηση                               τίμια και ειλικρινή, να ταιριάζει σε έναν Αλέξανδρο σύγχρονο,
      αποφασισμένο να κατακτήσει όχι ερήμους, ηπείρους και εξωτικές
      χώρες, αλλά μια γυναίκα μοναχική με κάποιο παρελθόν και
      μεταχειρισμένο Φολξβάγκεν.
         Όταν πλησίασε, του χαμογέλασε πονηρά:
         'Είσαι ο πιο ωραίος και ο πιο γενναίος Αλέξανδρος ύστερα από
      τον αρχαίο βασιλιά της Μακεδονίας".
ήταν το καλωσόρισμα του άνδρα που σίγουρα θα έβαζε δίπλα της.
    Στη Σεμέλη τα πάντα ισορροπούν. Δίνει την αίσθηση πως εδώ η συγγραφέας του απαλλάχτηκε από τον έντονο συναισθηματικό φόρτο, την
καταλυτικά ποιητική παραφορά που χαρακτηρίζει την υπέροχη "άλλη όχθη" και την ερωτική παραφορά, το μπέρδεμα ονείρου, φαντασίωσης και ωμής πραγματικότητας, που χαρακτηρίζουν την έξοχα ποιητική και ίσως μοναδική "τριπλή νύχτα". Εδώ όλα είναι ευδιάκριτα, καθαρά, η Σεμέλη δεν έχει ψευδαισθήσεις. Με τον τρόπο της παλεύει, βουτάει στο βούρκο, αλλά βγαίνει, βρίσκει τον εαυτό της και οραματίζεται το μέλλον. Δε μένει δέσμια του όχι αμέμπτου παρελθόντος της. Και είναι αυτό νίκη. Μια νίκη διπλή που κερδίζει με το σπαθί της παλεύοντας με το περιβάλλον της και με τις αδυναμίες της. Και συγχρόνως κερδίξει επάξια και μια περίβλεπτη θέση στο χώρο της ποίησης και της πεζογραφίας μας.    
    Η Τούλα Τίγκα είναι μια γνήσια ποιήτρια και αυθεντική πεζογράφος με πηγαίο ταλέντο, πλούσικο, αστείρευτο. Είναι ανεξάντλητη. Ειδικά τα τρία μυθιστορήματά της για μεγάλους είναι κατάθεση ψυχής. Μετουσιώνει ποιητικά τον κόσμο, βιώνει εσωτερικά τον παλμό των γύρω της. Όλα συντελούνται μέσα στην ψυχή και στο μυαλό των ηρώων της. Μέσα από το βίο και την πολιτεία τους δίνει τη ζωή άλλων και τωρινών καιρών, αλλά πάντα μέσ' από την προοπτική του μέλλοντος χρόνου. Οι ηρωίδες της σχεδόν πάντα βγαίνουν ενδυναμωμένες μέσα από τα πάθη και τα παθήματά τους που έδωσαν νόημα και σκοπό στην περιπετειώδη πορεία του πολυκύμαντου βίου τους ίσαμε τη συντέλεια του αισθήματος στον ποιητικό τους χρόνο. Μαθαίνουν επιτέλους ν' αγαπούν και κι ομολογούν δια στόματος της μπολύπαθης Μαλβίνας:
     "αυτές οι πληγές που αισθανόμαστε να αιμορραγούν σε νοητά
      σημεία του κορμιού μας, είναι πολλές φορές για να μας θυμίζουν
      πως δεν τελειώνουν, ευτυχώς, τόσο γρήγορα τα θαυματουργά
      ύδατα της ψυχής μας"(196-197).
    Από τέτοια θαυματουργά ύδατα κατακλύζεται η ψυχή της ποιήτριας και σπουδαίας συγγραφέως Τούλας Τίγκα.          

     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου