Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Mαρία Πολυδούρη - Εισαγωγικό σημείωμα

Mαρία Πολυδούρη

Εισαγωγικό σημείωμα
Στη Νόρα Πολυδούρη,
ανιψιά της Μαρίας.

     Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε το 1902 στην Καλαμάτα, σε μια κατ’ εξοχήν ειδυλλιακή πόλη με τον ήλιο να ανατέλλει «κυκλοδίωκτος ως αράχνη», μέσ’ από  διάφανη ομίχλη που σαν απλωμένος υδάτινος πέπλος, συνήθως, καλύπτει ορίζοντα δημιουργώντας υποβλητικές ποιητικές εικόνες με τις αλλεπάλληλες ανταύγειες και τις αναδιπλούμενες διαχύσεις του διασπασμένου υγρού φωτός…
     Ανήκε σε μια σπουδαία οικογένεια καλλιεργημένων ανθρώπων με κοινωνικές και καλλιτεχνικές ευαισθησίες. Ήταν η τρίτη κόρη του Ευγένιου Πολυδούρη, ενός εξαίρετου φιλόλογου καθηγητή, και της Κυριακής Μαρκάτου. Η μητέρα της, αν και δεν είχε τίτλους, είχε καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ήταν καλλιεργημένη γυναίκα, μεγαλωμένη με φιλελεύθερες ιδέες και ασχολιόταν σοβαρά με το Γυναικείο Κίνημα. Από τη μητέρα της μυήθηκε και η Μαρία στο γυναικείο κίνημα και επηρεασμένη, προφανώς, και από τις ιδέες του φεμινισμού επεδίωξε και έζησε, όσο και όπως έζησε, ελεύθερη και ανεξάρτητη.
      Η φύση υπήρξε γενναιόδωρη μαζί της. Την προίκισε με σπάνια ομορφιά, εξυπνάδα, ακατάβλητη θέληση και δυνατό χαρακτήρα. Τρίτο και μεσαίο παιδί, ανάμεσα σε τέσσερα αδέλφια, από ψυχολογική άποψη, ήταν το πλέον προνομιούχο, ισορροπημένο και ευνοημένο από τη φύση μέλος της οικογένειας Κατείχε πλεονεκτική θέση έναντι των άλλων και συγκέντρωνε το ενδιαφέρον της οικογένειας. Εξάλλου, η μαθητεία κοντά στον πατέρα της, η μόρφωση, οι γνώσεις που απόκτησε από το διάβασμα τη βοήθησαν να ανακαλύψει και να καλλιεργήσει με το δικό της τρόπο τα φυσικά της, αδιαμφισβήτητα, χαρίσματα, να εξελιχθεί φυσιολογικά και να αναπτύξει μια δυναμική προσωπικότητα.
     Στην Καλαμάτα έζησε τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής της. Μετά, ίσαμε τα δέκα έξι, ακολουθώντας τον πατέρα της σε διαδοχικές μεταθέσεις, έζησε ένα χρόνο στο Γύθειο και στα Φιλιατρά ως τα δέκα τέσσερα. Ευαίσθητη και ευσυγκίνητη από γεννησιμιού της ένιωσε στο πετσί της τον ανθρώπινο πόνο όταν άκουσε τα μοιρολόγια της Μανιάτισσας μάνας που σπάραζε μπροστά στο άψυχο κορμί του γιου της. Συγκλονισμένη από το γεγονός αυτό, η μικρή Μαρία έγραψε το πρώτο της ποίημα για τη «Μάνα». Όταν ξαναγύρισαν στην Καλαμάτα (1916), το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Οικογενειακός Αστήρ» και την έκανε διάσημη και σημείο αναφοράς στα σχολεία της περιοχής. Τότε μάζεψε όσα ποιήματα είχε γράψει σε μια συλλογή με τίτλο «Μαργαρίτες» που έμεινε στο χειρόγραφο και ανέκδοτη. Τελείωσε το Γυμνάσιο στην Καλαμάτα σε ηλικία δέκα οκτώ ετών, έδωσε εξετάσεις και διορίστηκε υπάλληλος στη Νομαρχία Μεσσηνίας.
     Είχα την τύχη να συναντήσω την κόρη του μικρού και ιδιαίτερα αγαπημένου αδερφού της ποιήτριας, την Κυρία Νόρα Πολυδούρη, καθηγήτρια πιάνου, μια εξαιρετική καλλιεργημένη κυρία, με την άδεια της οποίας μεταφέρω εδώ όσα ενδιαφέροντα κατέθεσε με μια ομιλία της στα Δεύτερα ΠΟΛΥΔΟΥΡΕΙΑ στην Καλαμάτα (20 Μαρτίου 2010), για τη σχέση της με την ποιήτρια και την οικογένεια Πολυδούρη:
      «…Είναι ιδιαίτερα τιμητικό για μένα  να βρίσκομαι εδώ και να σας μιλώ σαν ανεψιά της ποιήτριας. Μια ανεψιά που δεν είχε την ευτυχία να τη γνωρίσει, παρά μόνο μέσα από τις λιτές και σεμνές αναφορές των αδελφών της: Πέπης, Βιργινίας και Ευάγγελου. (Πρόκειται για τον πατέρα μου Ευάγγελο Πολυδούρη, που όλη η οικογένεια αποκαλούσε μ’ αυτό το χαϊδευτικό. Επίσης, ‘Λίλης’ επιγράφεται και το τόσο τρυφερό ποίημα, που αφιέρωσε η ποιήτρια στο μικρό της αδερφό)
      >>Τα αδέλφια της ποιήτριας, ήταν όλοι τους διανοούμενοι και καλλιτέχνες. Οι δυο μεγάλες αδελφές ζωγράφιζαν, έπαιζαν πιάνο κι η Βιργινία διέθετε λογοτεχνική πένα με ξεχωριστή αίσθηση του χιούμορ. Ο κατά ένα χρόνο νεότερος αδελφός της ποιήτριας, Κωστής, κομψός και καλλιεργημένος, είχε εξαιρετική φωνή τενόρου. Κι ο πατέρας μου Λίλης, ο μικρός αδελφός της ποιήτριας, εκτός από μαθηματικός και παιδαγωγός, με αξιόλογο και πρωτότυπο συγγραφικό έργο, είχε σπουδάσει πιάνο κι ανώτερα θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών, συμμαθητής του Θεοδωράκη, του Κουνάδη και του Σισιλιάνου.
     >>Έτσι λοιπόν, αν και δε γνώρισα την ποιήτρια, έζησα όμως κοντά στ’ αδέλφια της και μεγάλωσα στο δικό τους πνευματικό περιβάλλον, όπου η προσωπικότητά της διατηρούνταν ζωντανή και αναλλοίωτη. Θα μπορούσα να πω, πως κατά κάποιον τρόπο έζησα κάτω απ’ την αύρα της. Απ’ τα παιδικά μου χρόνια, γινόμουν συνέχεια αποδέκτης της ερώτησης: αν έχω σχέση με την ποιήτρια. Κι η καταφατική μου απάντηση, πως είμαι ανεψιά της είχε σαν αποτέλεσμα το ενδιαφέρον και τη συμπάθεια όλων. Οι κάποιες καλλιτεχνικές μου κλίσεις, αποδίδονται στη δική της ποιητική φλέβα. Έτσι λοιπόν, είχα πάντα την αίσθηση, πως η ποιήτρια με περιέβαλλε με τη δική της λυρική πνοή, σαν να ζούσα στη δική της ατμόσφαιρα, γεγονός που με γέμιζε μ’ ανείπωτη ευτυχία. Αυτή την τόσο ξεχωριστή και αναζωογονητική εμπειρία, καταθέτω, μπροστά σας, σαν ελάχιστο φόρο τιμής στην πηγαία, δημιουργική και επαναστατική προσωπικότητα που υπήρξε η ποιήτρια».       
     Αναντίρρητα, οι κληρονομικές καταβολές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη και διαμόρφωση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα της χαρισματικής ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη, αλλά ως ένα βαθμό. Γιατί, εκτός αυτών και άλλοι παράγοντες, εξωγενείς, είναι εξίσου υπεύθυνοι, όπως: Το στενό οικογενειακό περιβάλλον που της  παρείχε τα μέσα και τις δυνατότητες να μορφωθεί, να εξελιχθεί, να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά και καλλιτεχνικά και να έχει ένα λαμπρό μέλλον, το σχολείο, έπειτα, ιδιαίτερα το Γυμνάσιο με καθηγητή τον φιλόλογο πατέρα της Ευγένιο Πολυδούρη, και το κοινωνικό περιβάλλον της γενέτειράς της Καλαμάτας, του Γυθείου όπου έζησε τρία χρόνια, των Φιλιατρών, κυρίως, όπου πέρασε την εφηβεία της, τελείωσε το Γυμνάσιο και ήρθε σε επαφή με τα κοινωνικά δρώμενα, προπαντός με τα μανιάτικα μοιρολόγια που αφύπνισαν νωρίς την ποιητική της ευαισθησία και προδιάθεση.
     Ευαίσθητη και εθισμένη στον πόνο και στη θλίψη, επηρεάστηκε από το νοσηρό πνεύμα του νεορομαντισμού και δέχτηκε τις ιδέες των ποιητών της ήττας που καλλιεργούσαν την ηττοπάθεια και πρόβαλλαν ως λύση και λύτρωση από τα δεινά της ζωής το θάνατο. Ιδιαίτερα, η γνωριμία της νεαρής ποιήτριας και ο μοιραίος έρωτάς της προς τον κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό της ποιητή Κώστα Καρυωτάκη που σημάδεψε ανεξίτηλα όχι μόνο τη ζωή αλλά και την ποίησή της.

Όσο αγαθές και αντικειμενικές κι αν είναι οι προθέσεις σου, αισθάνεσαι δέος όταν πρόκειται να ασχοληθείς και να μιλήσεις για τη Μαρία Πολυδούρη, για την ποιήτρια που μετουσίωσε στην ποίησή της τον πόνο όπως τον βίωσε παιδί ζώντας σ’ έναν τόπο στοιχειωμένο με τα πικρά δάκρυα των πενθούντων και έζησε μια τόσο σύντομη και τόσο γεμάτη πόνο, οδύνη, έρωτα και πάθος ζωή κουβαλώντας στις αποσκευές της τους λυρικούς τόνους των μανιάτικων μοιρολογιών με τον απόηχο του σπαραγμού της μάνας με τα αλλεπάλληλα θρηνητικά α που συνοδεύουν τις φωνές του πόνου.
     Τι να πεις για το ποιητικό έργο της Μαρίας Πολυδούρη που είναι αποτυπωμένος πάνω του ο ψυχικός και ο σωματικός ανθρώπινος πόνος; Πώς να κρίνεις την ίδια την ξεχωριστή, μοναδική, ίσως, ερωτική ποιήτρια που αν και μικρό το έργο της αντέχει διαχρονικά; Πώς να ξεχωρίσεις την ποιήτρια από την ερωτευμένη γυναίκα κι από τη γυναίκα θύμα της εποχής και του άτυχου έρωτά της;
     Ωστόσο, η ίδια ζωγραφεί τρία διαφορετικά πορτρέτα της με τα τρία διαφορετικά κείμενα που άφησε πίσω της: τα ποιήματα, το ημερολόγιο και το μυθιστόρημα.
    Το «μυθιστόρημα», είναι ένα σύντομο, βιωματικό μάλλον κείμενο, ήσσονος σημασίας, κατά τη γνώμη των ειδημόνων που ασχολήθηκαν με την Πολυδούρη, εύλογα ίσως. Αξίζει, ωστόσο, να του ρίξει κανείς μια προσεκτική ματιά γιατί εκεί η ποιήτρια παρουσιάζεται με άλλο πρόσωπο. Μέσα από τα δρώμενα της κάθε μέρας στη διάρκεια ενός οδοιπορικού με ενδιάμεσους σταθμούς και κατά τις διακοπές της, αναδύεται η αισθαντική γυναίκα με καθαρή κριτική ματιά, η γυναίκα που δεν μένει στην παρατήρηση και απαθής, κολλημένη στον εαυτό της και στα δικά της προβλήματα, όπως συμβαίνει στα άλλα κείμενά της, αντίθετα, η γυναίκα που θεωρεί από περιωπής τα συμβαίνοντα στο περιβάλλον της, καταγράφει λεπτομερειακά τις εντυπώσεις της, κρίνει τη στάση και τη συμπεριφορά των ηρώων, κατά τα έργα του τον καθένα, επεμβαίνει όπου και αν χρειαστεί και παίρνει θέση στα δρώμενα, χωρίς, ωστόσο, να ξεχνάει την ποιήτρια:
      «Αντίο Αθήνα, πόλη μυστηριώδικη γεμάτη φως και δυστυχία». Σε άλλο σημείο, η πολύ ηλικιωμένη θεία λέει ειρωνικά για τον ανιψιό που δεν παρέστη στην κηδεία του άντρα της: «Έ, έτσι το ’χουν οι μουσοτραφείς άνθρωποι, είναι λίγο ιδιότροποι, βλέπουν πολύ συχνά ασχήμιες κι κει που δεν υπάρχουν και η καρδιά τους είναι περισσότερο δυνατή, ξέρει να διαλέγει τον πόνο(…). Μα βέβαια ο θάνατος έχει μεγάλη συγγένεια με την αγάπη. Τρυφεραίνει κι αυτός τις καρδιές, ρίχνει τα προσχήματα(…). Τι θλιβερό πράγμα η αδυναμία όπου κι αν τη βρει κανείς! Γιατί τον αγαπήσαν οι γέροι ένα νέο τόσο εγωιστή, ένα τόσο σκληρό άνθρωπο; Γιατί απλούστατα είχαν ανάγκη ν’ αγαπήσουν κάτι, να βασταχτούν από κάτι, να κρατηθούν από τη ζωή». Αυτό ακριβώς έκανε και η ίδια η ποιήτρια με την εξάρτησή της από τον Καρυωτάκη.
      Το ημερολόγιο, είναι άλλο, πολύ διαφορετικό, σύντομο κείμενο, μια καταγραφή της πληκτικής, συνήθως, καθημερινότητάς της. Ανεξάρτητα από τη φιλολογική του αξία, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί αποκαλύπτει τη στάση της ποιήτριας υπό την υπαλληλική της ιδιότητα, όσο αυτή κράτησε, και τη σχέση της με το φιλικό, το συγγενικό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
      Στις ημερολογιακές σελίδες της η ποιήτρια είναι άκρως αποκαλυπτική, ωμή, αμείλικτα σκληρή, ασύστολα εξομολογητική. Γράφει όπως αισθάνεται, χαρακτηρίζει συγκεκριμένα πρόσωπα αδιαφορώντας για τις εντυπώσεις που τυχόν θα προκαλέσει, αν θα αρέσει ή όχι. Έχει ανάγκη να μιλήσει, ας είναι και στο κενό, να εκφράσει αυτό που αγγίζει το μυαλό και την καρδιά της, που δονεί τις αισθήσεις και αναστατώνει το κορμί της, που πυροδοτεί την αδάμαστη γυναικεία οντότητά της. Και, φλογισμένη από το ασίγαστο πάθος για ζωή, για έρωτα, αψηφά τον κίνδυνο και τρέχει αναζητώντας την ευτυχία, κάτι άπιαστο, με το πάθος του ανικανοποίητου κι απελπισμένου ώσπου να πέσει στην παγίδα που της στήνει στο Παρίσι ο Έρωτας / Θάνατος, ο τόσο από μέρους της επιθυμητός ως φίλος / λυτρωτής από τον σωματικό και τον ψυχικό/ διανοητικό πόνο, ο ποιητικά αναμενόμενος.
     Παρακολουθεί κανείς τη ζωή της από τα είκοσι ίσαμε τα είκοσι πέντε χρόνια σαν μια κουραστική, άνοστη, βαρετή, μονοσήμαντη, πληκτική καθημερινότητα με αναφορές στις διαπροσωπικές και διανθρώπινες σχέσεις της κατά τη σύντομη δημοσιοϋπαλληλική της σταδιοδρομία στην Αθήνα εκείνης της εποχής και διάσπαρτες κρίσεις για περιστασιακούς φίλους, έρωτες φευγαλέους, ερωτικούς συντρόφους, συναδέλφους ανιαρούς και για κάποια πρόσωπα του ευρύτερου περιβάλλοντός της, συχνά καθόλου κολακευτικές.
     Κατ’ εξοχήν χειραφετημένη νέα, ωραιότατη γυναίκα, μεγαλωμένη με προοδευτικές ιδέες, πνεύμα ανήσυχο, δεν τη χωράει ο τόπος και δεν βρίσκει χώρο να ριζώσει και πετάει πουλί ελεύθερο πάνω από την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων παραμερίζοντας δυναμικά και προσπερνώντας τους εφησυχασμένους περιστασιακούς φίλους και περαστικούς ερωτικούς συντρόφους.
     Φύση ανένταχτη, ανήσυχη, επαναστατημένη πάντα μέσα στο ίδιο της το σώμα, υπέρμετρα συναισθηματική, ανεξάρτητη, δοτική, πολύ πιο ώριμη από την ηλικία της, πολύ πιο μπροστά από την εποχή της, αισθάνεται ξένη μέσα σ’ έναν αλλοπρόσαλλο κόσμο, πληκτικό και ανιαρό που τον αντιπαθεί, ίσως, γιατί δεν την παρακολουθεί και δεν την καταλαβαίνει κανείς, εκτός από έναν και μοναδικό, τον ποιητή της, τον πάντα παρόντα στη σκέψη και στις επιθυμίες της καθημερινότητάς της, τον εκλεκτό της καρδιάς, τον πάντα αναμενόμενο της σάρκας της κι αγαπημένο της. Η αύρα, η ποίηση, το πνευματικό ανάστημα, η έντονη προσωπικότητα του Καρυωτάκη γέμιζε το είναι της, την ενέπνεε, έδινε νόημα στην άδεια ζωή της. Και η άρνηση εκείνου να ανταποκριθεί στα ερωτικά «θέλω» της την κρατούσε δέσμια. Δεν εννοούσε να παραδεχτεί πως την απορρίπτει ερωτικά και δεν ενδίδει στις προκλήσεις της.
     Περισσότερο διανοητικά μένει ως το τέλος προσκολλημένη πεισματικά στον Καρυωτάκη. Είναι το ερωτικό αντικείμενο του πόθου, το ίνδαλμα, το «άλλοθί» της και χωρίς εκείνον νιώθει άδεια τη ζωή της: «Ένα μεγάλο, ατέλειωτο κενό με περιζώνει. Θαρρώ πως βρίσκομαι μέσα σε μια ξερή στέρνα (…)Μια βουή σαν καμπάνα βουίζει στ’ αυτιά μου – Σου λείπει! (ο ποιητής, φυσικά). Πλήξις, πλήξις!», (4 Απριλίου 1922;)  Και αντιμετωπίζει τη ζωή σαν τρελό, ξέφρενο ερωτικό παιχνίδι και παίζει χωρίς κανόνες, χωρίς αρχή και δίχως τέλος.
      Αν και κρίνει και επικρίνει αυστηρά τους πάντες, ξοδεύεται ψυχικά και σπαταλάει τα νιάτα και τη μαχητικότητα, το δυναμισμό και την επιρροή που ασκεί γύρω της με την έντονη προσωπικότητα, την πνευματική καλλιέργεια και την αναμφισβήτητη ομορφιά της «στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία/ ώσπου να γίνει σαν μια ξένη, φορτική», όπως και έγινε, σε πρόσκαιρες, επιπόλαιες ερωτικές σχέσεις με συντρόφους που χρησιμοποιεί σαν πιόνια στην ερωτική σκακιέρα ενάντια στην καθημερινή αφόρητη ανία και πλήξη της. Και γεμίζει το δυσθεώρητο κενό που κατοικεί μέσα της. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που αισθάνεται πάντα ενδεής, υποφέρει και τυλίγεται σ’ ένα νεφέλωμα ηδυπαθούς αισθησιακού, διανοητικού, εν πολλοίς, και φυσικού πόνου, κυριαρχημένη από την ένταση του πάθους για ελευθερία, για έρωτα, για ολοκληρωμένη ζωή.
     Έχει επίγνωση, αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς γιατί: «Η ψυχή μου και η αγάπη μου γεννήθηκαν την ίδια μέρα», ομολογεί. Κι αναρωτιέται στην ημερολογιακή γραφή της 28ης Νοεμβρίου του 1922: «Ώστε είμαι έκφυλη; Θα περάσω όλη μου τη ζωή σπέρνοντας από δω κι από κει’ ένα- ένα τα φύλλα της καρδιάς μου και δοκιμάζοντας πάντα την τρομερή αυτή πλήξη που μου αφαιρεί κάθε περιέργεια και ενδιαφέρον για τα γύρω μου; Ω! Τα είκοσί μου χρόνια πόσο βαρειά τα σέρνω!» Κι αλλού: «Μια αμφιβολία σαν χάος ανοίγεται μέσα μου, μια θλίψι βαθειά σαν πόνος, μια μελαγχολία ακατανίκητη. Να γιατί μ’ αρέσει η άτακτη ζωή»
    Η «άτακτη ζωή» της, ωστόσο, είχε ως αποτέλεσμα την ανάλωση του εαυτού της στην καθημερινή τρέλα των ανέμελων αισθηματικών συμβαινόντων και συμβάντων. Ίσως, με τις επιλογές της να έγινε αφορμή και για τον σύγχρονο, σχεδόν, θάνατο των γονιών της. Κάπου, στο ημερολόγιό της θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο για το χαμό της μητέρας της που δεν ενέκρινε τη σχέση της με τον Καρυωτάκη, για συγκεκριμένους, προφανώς, λόγους:
     «Αγάπησα έναν άνθρωπο που καμαρώνει κάθε τι που είναι δικό του(.… )Κομπάζει σαν παγώνι για το πνεύμα του, για την εξαιρετική του φόρμα, για τον επιδεικτικό ιπποτισμό του. Τα βλέπω όλα αυτά αλλά τούτο δεν εξασκεί καμιά επίδραση στην αγάπη μου(….)Είναι γοητευτικός. Τα μάτια του εκείνα με το ιδιότροπο φως τους που αγγίζουν την ψυχή μου, το γέλιο το ξάστερο(…), οι χειρονομίες του μου διηγούντο ότι έχουν παίξει τα νευρικά του δάκτυλα τη ζωή  μου(…), οι παράξενες καταστάσεις που μου παρουσίαζαν έναν άνδρα ιδιότροπο, έκφυλο! Όλα αυτά έμπλεξαν στην καρδιά μου την πειο ιδανική γι’ αυτόν αγάπη. Την είχε νιώσει αναμφιβόλως και με συμπαθούσε από εγωισμό. Με κύτταζε  όχι από αγάπη αλλά από φιλαρέσκεια. Κι αυτός ήταν ο άνδρας που ονειρεύτηκα. Γι’ αυτόν θυσίασα τα πάντα και η αγάπη μου μ’ έκανε να πικράνω τη δυστυχισμένη τη μητέρα μου στις τελευταίες μέρες της. (…) Αλίμονο! Το μυστικό μου το είχε μαντέψει και αντέτεινε τρομερά στην αναχώρησή μου. Είχα τη σκληρότητα να της πω ότι δεν μπορούσα να την ακούσω και ότι θα έφευγα.(…) Και ποιος ξέρει αν δεν επετάχυνε το θάνατό της η πίκρα αυτή…»
    Ύστερα από αυτή την καταγραμμένη από την ίδια αποκαλυπτικά ωμή ομολογία της, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η προσκόλλησή της στον Καρυωτάκη οφειλόταν ακριβώς στην άρνηση εκείνου να ανταποκριθεί στον έρωτά της, για δικούς του λόγους. Όποια κι αν είναι η οπτική μας σήμερα, όσο ρεαλιστικά κι αν την κρίνουμε την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη, σημασία έχει το γεγονός, ότι, ογδόντα χρόνια μετά το θάνατό της και ύστερα από κάποιες φιλότιμες απόπειρες προσέγγισης της αδρής  προσωπικότητας και ερμηνείας του έργου της με βάση τον τρόπο ζωής και τη σχέση της με τον αυτόχειρα ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, είναι περίεργο και τραγικά κωμικό να νομίζουμε πως υπήρξε αποκλειστικά το εξιλαστήριο θύμα του γενναιόδωρου και άτυχου αισθήματός της και πως έγραψε ποίηση εξαιτίας του ανεκπλήρωτου έρωτά της, όταν το έργο της αντέχει διαχρονικά, διαβάζεται με ενδιαφέρον, εμπνέει και προκαλεί αντιστάσεις.
     Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε ποιήτρια, υπήρξε όμως και θύμα της εποχής της, του άτυχου έρωτά της, του αυθορμητισμού της και γιατί είχε την ατυχία να γεννηθεί πολύ πιο μπροστά από την εποχή της, στις αρχές του πιο σκληρού αιώνα(1902), στα πρώτα και πιο δύσκολα χρόνια του αιώνα που ξεκίνησε κι ολοκληρώθηκε με κοσμογονικές εσωτερικές και παγκόσμιες κοινωνικές αναταραχές, ανακατατάξεις, πολέμους, ιδεολογικές αναταράξεις και επαναστατικά κινήματα, του αιώνα της κρίσης των ιδεών της άρνησης και της αμφισβήτησης των πάντων. Ωστόσο κατάφερε να μεγαλώσει ελεύθερη, να ζήσει τη ζωή της όπως την ήθελε, ανεξάρτητη και να δημιουργήσει έργο διαχρονικό σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κάτω από πολύ δύσκολες και αντίξοες, ως τραγικές, οικογενειακές, κοινωνικές και εθνικές συνθήκες.    
    Το ποιητικό της έργο αποτελούν δυο συλλογές: Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ηχώ στο χάος, τα Ανέκδοτα και οι μεταφράσεις ολίγων ποιημάτων από τα γαλλικά.
    Επηρεασμένη από τα μανιάτικα μοιρολόγια, από ην απώλεια των γονιών της, από το νοσηρό κλίμα του νεορομαντισμού και από διάφορες άλλες αιτίες, όπως ήταν η καθημερινή πλήξη, η έλλειψη κατανόησης από το περιβάλλον, όμως, αποφασιστικά και τελεσίδικα, την αιχμαλώτισε και την έσερνε στο άρμα του άσπλαχνου έρωτά της, μαύρος Καβαλάρης, ο ποιητής της: Έρωτας/ Θάνατος, ο Κώστας Καρυωτάκης. Με αφετηρία το άσβεστο πάθος της για εκείνον, χάραξε τον δικό της ποιητικό της δρόμο και οριοθέτησε το έργο της πάνω σε τρεις συντεταγμένους άξονες που είναι το τρίδυμο: Έρωτας – Πόνος – Θάνατος και δημιούργησε το ευσύνοπτο ερωτικό της σύμπαν με καθαρά διαχρονικά λυρικά στοιχεία ζώντας τον δικό της ποιητικό και ερωτικό χρόνο, έξω και μακριά, θαρρείς από τα κοινωνικά δρώμενα, μπερδεμένη ανάμεσα στην πίκρα και στην ηδονή χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει τη χαρά από τη λύπη:
            Το ίδιο ποτήρι μου κερνά την πίκρα και την ηδονή,
             όταν τη μια συναπαντώ κι η άλλη δεν απολείπει.
             Όμως βαρύς ένας παλμός τα στήθη μου δονεί
             κι έφτασε να μην ξέρω πια τι’ ναι χαρά, τι λύπη…
                      (Άτιτλο)
     Ερωτευμένη πάντα κυοφορεί στο μυαλό της βρέφος ενδομήτριο τον πόνο καρτερώντας τον έρωτα να κάνει την «άνεργη χαρά» της ανοιξιάτικο περιβόλι, να γεμίσει άνθη ευωδερά το «απαλότατο σύμπαν που κυματίζει» γύρω της παλλόμενο στη σιγαληνή ερημιά. Αισθάνεται ξένη, άγνωστη και μόνη και είναι σίγουρη πως θα παραμείνει άγνωστη, κανείς δεν πρόκειται να υποψιαστεί καν την άλλη ομορφιά, τον όμορφο εσωτερικό της κόσμο κι ας έχει φίλους και θαυμαστές γύρω της, κι ας είναι τόσοι και σημαντικοί και ωραίοι άντρες που τη διεκδικούν.
                   Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου
                    κανείς ποτέ δεν θα την νιώσει.
Γράφει και καλλιεργεί τον πόνο στην ποίησή της με φως ερωτικό και με θανατερό σκοτάδι, γίνεται σε όλη την άτακτη και σύντομη ζωή της ιέρεια στο ναό σύμπαντος του Πόνου, του Έρωτα και του Θανάτου.
      Σε όλο σχεδόν το ποιητικό της έργο, εκδομένο και ανέκδοτο, είναι διάχυτη μια έντονη αίσθηση βιωμένου σωματικού και ψυχικού πόνου που όμως αναιρείται ενίοτε από τον τρόπο που η ποιήτρια βιώνει την καθημερινότητά της και δίνει λαβές σε κάθε αμφισβητία να τον εκλάβει ως διανοητικό, πλασματικό, ποιητικό πόνο, απότοκο του επηρεασμού από τις ιδέες του νεορομαντισμού και των ποιητών της ήττας.
      Ήταν τόσα πολλά αυτά που επιδίωξε, αυτά που κέρδισε, που έχασε, αυτά που πέρασε με έρωτες κι απανωτούς θανάτους προσφιλών που την είχαν καλύψει κι είχαν γεμίσει το χρόνο της. Η κινούμενη εδώ κι εκεί ζωή της, με όλες τις αντιθέσεις που παρουσιάζει, πιστοποιεί πως η ποιήτρια ήταν τόσο ανήσυχος, αβόλευτος, ανυπόταχτος  κι ανικανοποίητος χαρακτήρας που ένιωθε άδεια μέσα της και τόσο εξογκωμένη την ερημιά που την κατοικούσε ώστε δεν την ικανοποιούσε τίποτα. Μόνο ο έρωτας έδινε πρόσκαιρα νόημα στην πολυτάραχη, την επαναστατημένη ζωή της, την κολασμένη, ίσως, για την εποχή της, εποχή της συντήρησης, του καθωσπρεπισμού και της υποκρισίας. Δεν τη χωρούσε όχι μόνο το σπίτι, η οικογένειά της, η Καλαμάτα και η Αθήνα, δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον στη δουλειά, στο γραφείο της Νομαρχίας Αττικής έπληττε, το υπαλληλίκι τής ήταν «βάρος περιττό», οι σπουδές στη Νομική, το θέατρο, τίποτα δεν ανταποκρινόταν στις ακάματες απαιτήσεις της, δεν την απάλλασσε από τις ανασφάλειές της, όσες εναλλακτικές προσπάθειες κι αν επεχείρησε έμειναν ατελέσφορες. 
      Αν και επηρεασμένη από τις ιδέες του φεμινισμού, δεν παίρνει μέρος σε κοινωνικούς αγώνες και στο σύνολο έργο της, εκτός από την κριτική που ασκεί όσον αφορά πρόσωπα συνεργατών κυρίως, μένει στο επίπεδο της κριτικής και της αμφισβήτησης. Εστιάζει τα πάντα στον εαυτό της και προσπαθεί ενστικτωδώς να φέρει τον κόσμο στα μέτρα της.
      Η στάση της αυτή αποτελεί έναν τρόπο αυτοάμυνας κι αυτοσυντήρησης και καθορίστηκε από τις ανασφάλειές της εξαιτίας της απώλειας των γονιών και των δυσμενών οικογενειακών συνθηκών που εκ των πραγμάτων ακολούθησαν και υποχρεώθηκαν να επωμισθούν τις ανάγκες επιβίωσης οι μεγαλύτερες αδερφές της, η Πέπη και η Βιργινία, και να προστατέψουν και τα μικρότερα αδέρφια τους. Η Μαρία ήταν τότε δέκα οκτώ ετών, δημόσιος υπάλληλος και κυνηγούσε τα όνειρά της, ακολουθώντας τον Καρυωτάκη στην Αθήνα.
     Παρασυρμένη από το κλίμα του νεορομαντισμού που καλλιεργούσε την ηττοπάθεια κι έδινε ως διέξοδο και λύση τον θάνατο, σύναψε «ερωτική» κοντολογίς, βιωματική σχέση με το θάνατο. Και, παρά στην αιτιολογημένη πια απόρριψη του έρωτά της από τον ποιητή και μετά την αυτοκτονία του, αντιμετώπιζε τη ζωή ως ένα τρελό παιχνίδι, όχι μόνο λέξεων, φραστικά, ποιητικά, αλλά παίζοντας με τον έρωτα και το θάνατο ακαταπαύστως. Ο Κώστας Καρυωτάκης, ήταν σημείο αναφοράς και άλλοθι για να αιτιολογεί τις πράξεις και τις ενοχές της. Ήταν ο αποχρών λόγος που γεννήθηκε, που ακολούθησε τα όνειρά της και που υπάρχει, ακόμα και που πεθαίνει όπως επιθυμούσε:

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
τα περασμένα χρόνια.
………………………………………….
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα…
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα

Μόνο γιατί με αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
……………………………….
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
Έζησα να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε, που βασίλεψες
κι έτσι γλυκά πεθαίνω
γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.
     Αλλά, και ο «αποδιοπομπαίος τράγος» που πάνω του φόρτωνε τα δικά της αμαρτήματα.
Και όταν ο άνθρωπος που τόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε στη ζωή της, έδωσε τέλος ο ίδιος στη ζωή του, η Μαρία του αφιέρωσε το «Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε», ένα από τα καλύτερά της, ένα συγκλονιστικό και αποκαλυπτικό ποίημα τόσο για το ποιητικό της τάλαντο, όσο και για την ικανότητά της να κρίνει αντικειμενικά και να ψυχολογεί ακόμα και το ίνδαλμά της, Ήξερε με ποιον άνθρωπο είχε να κάνει, γνώριζε τη δύναμη και τις αδυναμίες του, την ποίησή του, ήξερε γιατί αγαπούσε αυτόν τον μυστηριώδη τύπο, τον βίαιο στον έρωτα, τον περίεργο ξένο με την αλλοιωμένη όψη που δεν έκρυβε «πως κάτι φοβερό τον περιμένει», τον παράξενα ωραίο ποιητή με το σημάδι του θανάτου στο μέτωπο. Τον αγαπούσε ίσως γιατί:
                    Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
                    στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
                   …………………………………………….
     Έτσι, δεν θα αιφνιδιάστηκε, όταν,

                    Ένα πρωί σε μια κάρυνη θήκη
                    τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
                    στον κρόταφο. Ήταν όλος σαν μια νίκη,
                    σαν φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.
    
                    Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
                     μια γελαστή μορφή, ζωντανεμένη!
                    Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
                    κ’ αιτία του κακού σημαδεμένη. 
     Φιλοτεχνεί, με καταπληκτικούς στίχους αριστοτεχνικά και με ακρίβεια, χωρίς οίκτο, χωρίς συμπόνια, χωρίς να του χαρίζεται (λες και τον εκδικείται από την μια και πως τον καμαρώνει από την άλλη γι’ αυτό που ήταν), το πορτρέτο του ποιητή της, τον ζωγραφεί με απαράμιλλες   ποιητικές πινελιές που θα ζηλεύανε πολλοί σύγχρονοί μας ομότεχνοί της.    
      Μπουχτισμένη από όλα, απογοητευμένη από τον ποιητή της που την αποφεύγει, που δεν ενδίδει στη γυναίκα που για χάρη του γράφτηκε στη Νομική και μετατέθηκε στην Αθήνα, παρά τη θέληση των γονιών και τις παρακλήσεις της ετοιμοθάνατης μητέρας της, κατέφυγε οδηγημένη, θαρρείς, από τη φθονερή της μοίρα στο Παρίσι να μάθει κοπτική και ραπτική! Κι εκεί, ελεύθερη, ωραία κι ανεξάρτητη, απολαμβάνει τη ζωή της ευρωπαϊκής μεγαλούπολης. Όμως, αντί για διαπιστευτήρια σπουδών επέστρεψε κουβαλώντας στις αποσκευές της την επάρατη νόσο, τη φυματίωση που θα την ταλαιπωρήσει πολύ και θα τη στείλει τόσο νέα, τριάντα ετών, στον πολυπόθητο, ποιητικά, τάφο.
      Πριν αποδημήσει για να «εγκατασταθεί» οριστικά εκεί, σχεδιάζει και βρίσκει τρόπους να πραγματοποιήσει σύντομες αποδράσεις από το θανατερά άθλιο περιβάλλον του νοσοκομείου και να επισκεφτεί τους προσφιλείς χώρους που τής θυμίζουν ωραίες στιγμές της ζωής της και της αναπτερώνουν τη θέληση να ζήσει και να πάρει τη ζωή από την αρχή κι ας είναι κι «από ένα μάταιο πείσμα».
     Είναι άνοιξη, έξω σφύζει ο κόσμος κι ο τόπος από ζωή ανθισμένη. Η Μαρία είναι μόνο τριάντα ετών! Πώς να κλειστεί στους τέσσερις υγρούς τοίχους του νοσοκομείου η «ελεύθερη πολιορκημένη», η αδούλωτη ψυχή, η επαναστατημένη ωραία γυναίκα, η αιώνια ερωτευμένη που η φλογερή καρδιά της, ηθελημένα ακυβέρνητη αισθηματικά, δεν φοβήθηκε ποτέ το θάνατο, τουλάχιστον, και σίγουρα, στα ποιήματά της;
      Αυτή που πάντα συνομιλούσε με το θάνατο, όταν αισθάνθηκε πως την αγγίζει το φτερό του, ένιωσε διαφορετικά, είδε πόσο ωραία είναι η ζωή και ότι άξιζε να ζήσει και να τη χαρεί. Η περηφάνια και η αξιοπρέπειά της, όμως, δεν της επιτρέπουν να ευτελίζεται κλαίγοντας μπροστά στους άλλους, καθώς νιώθει να χάνει το παιχνίδι με τη ζωή και με ηρωισμό απαιτεί:
                   Ω, μη με βλέπετε που κλαίω.
                   δεν έχω θλίψη στην ψυχή μου.
                   Ό,τι είχα στη ζωή μου ωραίο
                   χάθηκε κι είμαι μοναχή μου.
                   …………………………….
                   Ω, μη με βλέπετε που κλαίω,
                   κάποια παλιά συνήθεια θα ‘ναι.        
                   …………………………..
Και τη χαριστική βολή σε φίλους και μη, σε καλεσμένους κι απρόσκλητους στον πόνο και στο τέλος που νιώθει να πλησιάζει τελεσίδικα, πέρα από τη συγγνώμη που ζητάει από τις αδερφές την Πέπη και τη Βιργινία και τα αδέρφια της, τον Κωνσταντίνο και τον Ευάγγελο που ήταν η αδυναμία της και τον αποκαλούσε Λίλη και στο ομώνυμο ποίημά της, λυπάται που τους ταλαιπώρησε με τη συμπεριφορά της και για τη λύπη που τους προκαλεί  με την αρρώστιας της, τη δίνει με το τελευταίο ποίημα της συλλογής ΗΧΩ ΣΤΟ ΧΑΟΣ. Απαιτεί να μείνει ολομόναχη με τη γυμνή ψυχή της να φρεσκαριστεί μην πάει ατημέλητη στο «Δείπνο» που «ο Μέγας Φίλος» της, ο ποιητής ή ο Θάνατος, το ίδιο κάνει, την περιμένει. Είναι τόσο ανατριχιαστικοί οι τελευταίοι στίχοι που περιγράφουν τη θριαμβική έλευση του πεπρωμένου στον ορισμένο χρόνο:
Έρχεται! Ακούω που χτυπά πιο βιαστικά η καμπάνα.
Είμαι έτοιμη. Μονάχη της το τέλος αντικρύζει
πιο γρήγορα στον πόθο της η τραγική ψυχή μου,
αμφίβολη αν την πίστεψεν Αυτός που τη γνωρίζει.
                                               
Ο Κώστας Καρυωτάκης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, υπήρξε πηγή της έμπνευσης και της ποιητικής δημιουργίας της Μαρίας Πολυδούρη, Όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να φανταστεί την Πολυδούρη χωρίς τον Κώστα Καρυωτάκη, όπως και να ξεχωρίσει την ποιήτρια από την ερωτευμένη γυναίκα, δεν θα καταλήξει πουθενά. Θέλεις η εποχή, θέλεις η μοίρα, θέλεις το παρόν και το απόν πάθος, θέλεις η χημεία που λέμε σήμερα, το άρρωστο κλίμα της εποχής που ωραιοποιούσε το θάνατο και κάθε απελπισμένος ερωτευμένος νέος τον περίμενε ως λυτρωτή και λύτρωση από τα δεινά της ζωής, μαζί  με όλα τα επί μέρους περιστατικά της σύντομης ζωής τους, έφερε τόσο κοντά τους δύο πρόωρα χαμένους χαρισματικούς νέους ποιητές, τόσο διαφορετικούς και τόσο ίδιους ώστε ο ένας να παραπέμπει στον άλλο. Δεν συμβαίνει, όμως το ίδιο και με το έργο τους.
     Ενώ η ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη είναι ερωτική και έχει την αφετηρία της στον ιδανικό εραστή και στον ανεκπλήρωτο έρωτά της προς τον Καρυωτάκη, αντίθετα εκείνον, τον «ποιητή» της, τον «Τάκη» και το άλλοθί της για κάθε κακοδαιμονία, το ίνδαλμά της, τον απασχολούν τα κακώς κείμενα στον τόπο και στον καιρό του, έστω κι αν αυτό ήταν και είναι το πρόσχημα για να αιτιολογείται η φαινομενική, έστω, αναλγησία του προς τις ερωτικές επικλήσεις της ποιήτριας. Εκείνη, ερμητικά κλεισμένη στον εαυτό της, δεν την απασχολούν, παρά ελάχιστα,  σοβαρά άλλα θέματα στην ποίησή της.
     Προφανώς, ο Καρυωτάκης σημάδεψε τη ζωή και επηρέασε αποφασιστικά την ποίηση και τη συμπεριφορά της. Ίσως να υπήρξε τροχοπέδη στην παραπέρα εξέλιξή της. Χωρίς αυτόν, η Μαρία Πολυδούρη, με την εκρηκτική προσωπικότητα και την αδάμαστη ιδιοσυγκρασία της, μπορεί να είχε εξελιχτεί πολύ διαφορετικά, να είχε αναδειχθεί σε μια πολύ σπουδαία λυρική ποιήτρια και να είχε δημιουργήσει σημαντικό έργο. Από τις διακυμάνσεις και τις εξάρσεις που παρουσιάζει η ζωή και η ποίησή της, ιδωμένη προσεκτικά, παραμερίζοντας το ερωτικό φάσμα που απλώνεται παλλόμενο με αυξομειώσεις πάνω από την ύπαρξή της, η δυναμική της ποίησή της, συνδυασμένη με τη γνησιότητα και την αλήθεια των λυρικών στίχων που υπαγορεύονται από το ασίγαστο ερωτικό της πάθος, ογδόντα χρόνια μετά το θάνατο της ποιήτριας, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και προκαλεί αντιστάσεις.
        Πέρα από τις ενστάσεις που μπορεί κανείς να προβάλει, πέρα από τις τεχνικές ατέλειες και αδυναμίες του, παρά την ανισότητα που παρουσιάζει το σύντομο και περιορισμένο σε έκταση, γνωστό ποιητικό της έργο, αντιστρόφως ανάλογο προς την τεράστια φήμη της, η ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη εξακολουθεί να διαβάζεται με ενδιαφέρον, να αγαπιέται, να προκαλεί αντιστάσεις και να συγκινεί, να δίνει μαθήματα ποιητικού και ποιοτικού ύφους, ύψους και ήθους με τη δυναμική της αλήθειας της, την αισθαντικότητα, την ευαισθησία, την τρυφερότητα, την αυθεντικότητα του αισθησιακού πάθους που με τη ζωή και την ποίησή της υπηρέτησε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου