Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Μνήμη Θανάση Καραβία

Οδός Οίτης 12
Μνήμη Θανάση Καραβία 

Είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά αρκετούς σημαντικούς ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είναι πια στη ζωή. Ένας από αυτούς ήταν ο εκδότης και συλλέκτης Θανάσης Καραβίας. Το βιβλιοπωλείο του με την επιγραφή:
                     ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Α. ΚΑΡΑΒΙΑ
στη γωνία των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας, ένα τα παλαιότερα βιβλιοπωλεία της Αθήνας, που υπήρξε για πολλά χρόνια ένας φιλόξενος χώρος όπου συναντιόνταν διαπρεπείς άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, έχει γράψει τη δική του ιστορία. Σήμερα δεν υπάρχει πια. Μετά το θάνατο του αείμνηστου Θανάση Καραβία πέρασε στη δικαιοδοσία του γιου του, Αργύρη Καραβία και του Φώτη Ρουσσόπουλου, που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στο χώρο του βιβλίου από παιδί και συνεχίζει την παράδοση του παλιού βιβλιοπωλείου στην EROIKA, στο δικό του πλέον ΒΙΒΙΟΠΩΛΕΊΟΝ (Μπενάκη 42), μετά την αναγκαστική μετακόμιση, λόγω ανακαίνισης του κτιρίου.            
    Ο Θανάσης Καραβίας ήταν ωραίος άνθρωπος, χαρισματικός. Μορφή βιβλική, ευγενέστατος, γλυκύτατος, "ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ένας αληθινός λόγιος". Νους οξύς, διορατικός, βαθιά φιλοσοφημένος, διανοούμενος ολκής και στοχαστής με τεράστια ακτινοβολία, απλός και προσηνής ωστόσο. Ήταν και συλλέκτης. Είχε στην κατοχή του αρκετές χιλιάδες βιβλίων, τα περισσότερε σπάνια, ό,τι αποκόμισε και του έμεινε πιστό ως το τέλος από τη μοναδική, την ερωτική, θα τολμούσα να πω, σχέση του με το βιβλίο.
    -Πόσο κάνει αυτό; τον ρώτησε ο φίλος του ο Κώστας Χ. για κάποιο παλιό βιβλίο που προφανώς τον ενδιέφερε.
     Εκείνος χαμογέλασε αθώα θαρρείς, μισόκλεισε τα μάτια, έκαμε ένα μορφασμό αδιόρατης ειρωνείας κι απάντησε με απόλυτη φυσικότητα:
    -Δυο τρία τετράγωνα πολυκατοικίες!
     Θησαυρούς έκρυβε εκείνο το ρετιρέ με τα ελάχιστα φτηνά έπιπλα και την απλή καθημερινότητα του απόμαχου πλέον μεγαλοεκδότη.
     Όταν τον γνωρίσαμε ζούσε απλά, ασκητικά σχεδόν, αποτραβηγμένος από την τρέχουσα κοινωνική ζωή, στο ρετιρέ της πολυκατοικίας στην οδό Οίτης 12, στο Κολωνάκι, συντροφιά με τα βιβλία και τις αναμνήσεις, τους ελάχιστους παλιούς φίλους και τους νέους, φιλόδοξους λογοτέχνες που τον επισκέπτονταν συχνά, γιατί έβρισκαν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο από τον οποίο μπορούσαν να περιμένουν μια καλή συμβουλή, μια χειραγωγία για το ξεκίνημά τους στον άγρια ανταγωνιστικό εκδοτικό χώρο. Πλάι του είχε τη γυναίκα του, την κυρία Ρίκα, μια καλλιεργημένη γυναίκα, απλή, σοβαρή, ενημερωμένη, μ' έναν αέρα λεβεντιάς και μια αρχοντιά αφοπλιστική στη συμπεριφορά και στις φιλοφρονήσεις της. Η κυρία Ρίκα έπαιρνε μέρος σε όλες τις συζητήσεις και είχε γνώμη, χωρίς να προσπαθεί να μειώνει τον άντρα της.
     Η μεγάλη αγάπη, η αδυναμία και η μοναδική ίσως έγνοια του Καραβία ήταν ο γιος του, ο Αργύρης, ένας νέος πολύ ντροπαλός, σιωπηλός, δειλός και ανέκφραστος. Αυτή την εντύπωση έδινε. Ίσως να ένιωθε αδύναμος και να μειονεκτούσε μπροστά στην ακτινοβολία που εξέπεμπε ο πατέρας του, ο ποίος όμως δεν παρέλειπε να εκθειάζει το γιο του για τις σπάνιες ικανότητες, την εξυπνάδα, τις καλές και αξιόλογες σπουδές που είχε κάμει στο εξωτερικό. Ευτυχώς που ο γιος έφυγε μετά από τους γονείς για την άλλη ζωή και δεν έδωσε αυτή την αβάσταχτη πίκρα στον πατέρα. 
     Η κυρία Ρίκα είχε αδυναμία στα λουλούδια. Η μεγάλη βεράντα που βλέπει στο Λυκαβηττό ήταν γεμάτη από γλάστρες με τεράστια φυτά που σχημάτιζαν ένα μικρό ευώδες παραλληλόγραμμο δυτικά κι ένα ακόμα όμοιο ανατολικά. Τα βραδάκια με τις ευωδίες των μυριστικών και το δροσερό αεράκι που ερχόταν  φιλτραρισμένο από το κοντινό άλσος του Λυκαβηττού, με καλή παρέα συνήθως και εποχικό γλυκό του κουταλιού,  απολάμβανες την κατάθεση της πείρας, τη σοφία και πολυμάθεια, όσο και τις φιλοσοφικές αναζητήσεις ενός σπάνιου πνευματικού ανθρώπου, μέσα από εξονυχιστικές αναλύσεις των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων και ατελείωτες συζητήσεις γύρω από πάσης φύσεως γεγονότα και θέματα της λογοτεχνίας, της τέχνης, της πολιτικής, της επικαιρότητας. 
    Ο Θανάσης Καραβίας ήταν περίπτωση! Έμπαινες και τον έβρισκες γερασμένο, βυθισμένο στη μοναξιά και στις αναμνήσεις. Και μόλις άρχιζε να διηγείται - και το απολάμβανε αυτό - ξανάνιωνε, το πρόσωπό του σιγά σιγά έπαιρνε μια απαλότητα, τρυφέραινε, το βλέμμα του σπιθοβολούσε, άστραφτε. Εκείνος ψήλωνε, μεταμορφωνόταν σαν άλλος Πρωτέας, γινόταν ένας χαριτωμένος άνθρωπος και χαιρόσουν να κουβεντιάζεις μαζί του ώρες! Ο Καραβίας ήταν και καλός συζητητής. Άκουγε! Απαντούσε καίρια όταν επρόκειτο για σοβαρά ερωτήματα. Αντίθετα, όταν ο απέναντί του ήταν "φελλός" (έτσι χαρακτήριζε τους ανέμυαλους και κενόδοξους που δεν ήταν και σπάνιοι επισκέπτες του), χαμογελούσε συγκαταβατικά και αργότερα σχολίαζε με κατανόηση:
    -Όταν είναι άδειος ο τελευταίος όροφος, τι μπορεί να περιμένεις;
    Ο Θανάσης Καραβίας, τουλάχιστον όπως, και όταν, και όσο τον γνώρισα σε ηλικία 64 ετών, υπήρξε για μένα σοφός δάσκαλος κυρίως όσον αφορά τη λειτουργία της Ελληνικής Γλώσσας, τη χρήση λεξικού, όπως και την αμφισημία των λέξεων. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα σχόλιό του: "Άλλο είναι να πεις έρημος, κι άλλο έρμος!". Θαύμαζε τον Ελύτη, αλλά έλεγε όχι χωρίς κάποια δόση αμφισβήτησης: " Μου αρέσει αυτός ο ποιητής, αλλά δεν ξέρω από πού αρχίζει και πού τελειώνει ο εαυτός του..."  Τι να πρωτοθυμηθώ από όσα άκουσα κι έμαθα από έναν άνθρωπο κυριολεκτικά των γραμμάτων και της τέχνης γενικότερα, που είχε ζήσει τη ζωή σε όλες τις φάσεις και τα σκαμπανεβάσματά της...
   Ο ίδιος,  και ο αποκλειστικός ανθρώπινος περίγυρος που του είχε μείνει πιστός και αφοσιωμένος ίσαμε το τέλος, φιλικός και συγγενικός, ήταν μια σπάνια απόλαυση, αλλά και ορυχείο γνώσης που κράτησε πάνω κάτω μια ανεπανάληπτη δεκαετία.
    Με αγαπούσε και μου είχε εμπιστοσύνη. Μια μέρα, ο τόσο λιτοδίαιτος αυτός άνθρωπος γύρισε και μου είπε:
   -Θέλω να 'ρθω στο σπίτι σας. Να ετοιμάσεις ένα ωραίο παστίτσιο, να κάμεις και μια κότα σούπα να φάμε!
    Το είπε με τόση λαχτάρα λες και είχε να φάει χρόνια... Κι εμείς ξέραμε πως είχε ανορεξία και περνούσε με λίγο και λιτό φαγητό...
    Και η επιθυμία του εξετελέσθη. Και απόλαυσε το δείπνο εκείνο.   
     Ο "κύριος Θανάσης" ήταν άνθρωπος της νύχτας, με την έννοια ότι τον ενέπνεε η νυχτερινή γαλήνη και εργαζόταν τη νύχτα. Κάποιοι έλεγαν πως έβγαινε με φίλους του μόνο τη νύχτα. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αλήθεια. Γεγονός πάντως είναι πως ξημερωνόταν καθισμένος στον τετραθέσιο σουηδικό καναπέ μ' ένα φλιτζάνι γάλα και καφέ στο τραπεζάκι μπροστά του, έχοντας στα γόνατά του χειρόγραφα ή διορθώσεις κάποιου βιβλίου που κάθε φορά εξέδιδε. Αυτή άλλωστε η εικόνα δεν φεύγει από το μυαλό μου όσα χρόνια κι αν περάσουν, γιατί αμετακίνητο, στην ίδια θέση τον βρίσκαμε κάθε απομεσήμερο που τον επισκεπτόμασταν, θαρρείς κι ήταν καθηλωμένος εκεί! Είχε περιορίσει τη ζωή του σ' αυτόν αποκλειστικά το χώρο, μπουχτισμένος από όλες τις κοινωνικές συμβατικότητες.
     Τα πρωινά κοιμόταν, και όταν η μέρα έστρεφε προς το απόγευμα, τότε σηκωνόταν και πάντα στο ίδιο σκηνικό δεχόταν τους φίλους και τους συνεργάτες του. Δεν ξέρω πώς ήταν η ζωή του όταν ήταν πιο νέος και μεγαλοεκδότης. Αλλά όταν τον γνώρισα η ζωή του ήταν απλή, ήρεμη, με λιγοστές απολαύσεις και περιορισμένες επίσης απαιτήσεις. Ωστόσο, ούτε λίγο ούτε πολύ, από κείνο το απέριττο διαμέρισμα του Κολωνακίου κάθε απομεσήμερο κι απόβραδο, σε καθημερινή βάση περνούσε η μισή Αθήνα. Σ' εκείνες τις απλές ξύλινες καρέκλες πόσοι διανοούμενοι και συγγραφείς, ποιητές και δημοσιογράφοι, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών δεν κάθισαν και δεν δοκίμασαν το εποχικό γλυκό του κουταλιού που πάντα πρόσφερε χαμογελαστή και πρόθυμη η κυρία Ρίκα. Άλλοι πήγαιναν για να του δείξουν κάποιο φιλόδοξο πρωτόλειο κι άλλοι για να πάρουν κάτι πολύτιμο από το περίσσευμα της καρδιάς, της σοφίας, της πείρας και της αποταμιευμένης γνώσης του. Κι εκείνοι που είχαν προλάβει το τρένο της επιτυχίας, κι εκείνοι που το κυνηγούσαν απεγνωσμένα, κι όσοι το είχαν χάσει κι είχαν ήδη περάσει στο περιθώριο της λήθης. Το ρετιρέ της οδού Οίτης 12 ήταν μια όαση για κάθε διψασμένο στρατοκόπο του πνεύματος και όχι μόνο.
    Εκεί έβρισκε καταφύγιο η Ερμιόνη, που κι εκείνη αποδήμησε τον ίδιο καιρό μ' εκείνον, εκεί βραδιαζόταν η  Κάτια που της ήρθε να γράψει στα σαράντα πέντε της ρομάντζα. Εκεί ο χρηματιστής που προτιμούσε να επενδύει τα χρήματά του σε πίνακες ζωγραφικής κι επέβαλλε στη γυναίκα του να ξεφυλλίζει βιβλία με παλιές γκραβούρες, εκεί και το ζεύγος που περιέθαλψε με τόση στοργή και τρυφερότητα την ετοιμόγεννη σκύλα και φρόντισε για την υιοθεσία των εννιά κουταβιών που έφερε στον κόσμο!
    Και ποιος δεν πέρασε από κει ένα καιρό!
    Έχει ενδιαφέρον να αναφέρω το χρονικό της γνωριμίας με τον Θανάση Καραβία και το ιδιόμορφο περιβάλλον του.
    Ήταν ένα δροσερό φθινοπωριάτικο απομεσήμερο, την ώρα που έδυε ο ήλιος, όταν πρωτοπήγα με τον Κώστα Χωρεάνθη στο ρετιρέ της παλιάς πολυκατοικίας στην οδό Οίτης 12.
     Το θέαμα που πρωτοαντίκρυσα ήταν κωμικό. Τρεις άντρες όρθιοι, μ' ένα βιβλίο στο χέρι ο καθένας, συζητούσαν έντονα γύρω από ένα τραπέζι. Έτσι όπως χειρονομούσαν και συγχρόνως άλλαζαν θέση στο χώρο, έδιναν την εντύπωση πως χόρευαν το χορό του Ησαΐα. Διάβαζαν ποιήματα και προφανώς για κάτι διαφωνούσαν μεταξύ τους, όπως τουλάχιστον έδειχνε το έντονο ύφος της συζήτησης που είχαν, και που που συνεχίστηκε κι αμέσως μετά τη σύντομη διακοπή για τις αναγκαίες συστάσεις.
    Ήταν ο Θανάσης Καραβίας, ο ποιητής Νίκος Καββαδίας και ο Στρατής Ζαχαριάδης. Ήταν αδύνατο να υποψιαστείς, αν δεν τον ήξερες, πως μέσα σ' αυτό τον απλό και ευπροσήγορο άνθρωπο κρυβόταν ένας ποιητής του δικού του διαμετρήματος.
    Πρώτη φορά έβλεπα με τα μάτια μου ένα ίνδαλμα της νεολαίας και όχι μόνο, έναν ξεχωριστό, μοναδικό στο είδος του ποιητή, το "Μαραμπού", όπως αποκαλούσαν οι φίλοι του τον ποιητή Νίκο Καββαδία. Ήταν ένας απλός, ήρεμος, απόκοντος, γλυκύτατος και καλοκάγαθος άνθρωπος. Είχε δυο έξυπνα ματάκια, αθώα σαν παιδιού που γελούσαν άκακα. Μιλούσε σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, δεν είχαν τίποτα εκκεντρικό ή εξεζητημένο οι τρόποι και η συμπεριφορά του. Εξέπεμπε ωστόσο γύρω του γοητεία, μια μαγεία. Ίσως γι' αυτό να ήταν ο αξιαγάπητος, στενός φίλος του Καραβία, ο οποίος μάλιστα καυχιόταν πως κάποια από τα ωραιότερα ποιήματά του ο Καββαδίας τα είχε γράψει με προτροπή δική του. Όταν ο Καββαδίας δεν ήταν πια στη ζωή, ο Καραβίας έλεγε χαρακτηριστικά:
   -Είναι δυνατός, σπουδαίος ποιητής. Επηρεάζει κόσμο, τη νεολαία. Εγώ του είπα: Κάτσε, φίλε μου, και γράψε και κανένα ποίημα της προκοπής που, ασχολείσαι όλο με τις πόρνες και τα μπορντέλα! Να, γράψε για το Λόρκα!"
    Έτσι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θ. Κ., προέκυψε το ποίημα με τον τίτλο Federico Garcia Lorca του Νίκου Καββαδία, αφιερωμένο στο Θανάση Καραβία, στον άνθρωπο που τον παρακίνησε να το γράψει. Και είναι όντως ένα καταπληκτικό ποίημα, από τα καλύτερα ίσως που έχει να παρουσιάσει η νεοελληνική ποίηση.
    Μια άλλη φορά μου χάρισε ένα από τα 500 αντίτυπα της συλλογής Πούσι του Νίκου Καββαδία, έκδοση του 1947(!), σε βιεννέζικο σπάρτο, με την ένδειξη: Το βιβλίο αυτό από αγάπη στο έργο του ποιητή το κοσμήσανε με ξυλογραφίες σε όρθιο ξύλο οι ζωγράφοι-χαράκτες Γ. Βακαλό, Γ. Βελισσαρίδης, Δ. Γιαννουκάκης, Ι. Μόραλης,Γ. Μόσχος, Α. Τάσος, Α. Κορογιαννίδης. Με τίμησε με μια αφιέρωση γραμμένη με μολύβι: Στην Ελένη Χωρεάνθη, το στερνό αντίτυπο της πρώτης έκδοσης της συλλογής "Πούσι" του ποιητή, με αισθήματα αγάπης και φιλίας. (Υπογραφή) Α. Καραβίας. Απρίλης 1978. Τότε, με την ειρωνική διάθεση και το λεπτό χιούμορ που τον χαρακτήριζε, διηγήθηκε μια χαριτωμένη και ευτράπελη λεπτομέρεια που συνδέεται με αυτή την έκδοση και δείχνει τη στενή φιλική σχέση του εκδότη τόσο με το συγκεκριμένο ποιητή, όσο και με τους εικαστικούς καλλιτέχνες. Ας μου επιτραπεί να τη μεταφέρω εδώ με τα λόγια του ίδιου του Καραβία, όπως μου έμειναν στη μνήμη:
   "Τότε, που θα τυπωνόταν το Πούσι, ζήτησα κι από το Γιάννη Τσαρούχη να λάβει μέρος με μια ξυλογραφία του σ' αυτή τη μνημειώδη έκδοση. Και του πρότεινα ένα ποίημα που έπρεπε να κοσμήσει με γυναικείο γυμνό. Ο Τσαρούχης σήκωσε τις πλάτες, αναψοκοκκίνισε, και με την αθωότητα που τον διέκρινε μου απάντησε: Δεν μπορώ, δεν ξέρω, δεν έχω δει ποτέ μου γυμνή πόρνη!" είπε χαριτολογώντας ο Καραβίας, μεταφέροντας τα λόγια του αείμνηστου σπουδαίου καλλιτέχνη. 
    Αλλά ο θάνατος δεν κάνει εξαιρέσεις.
    Ο Θανάσης Καραβίας έφυγε από τούτη τη ζωή ξαφνικά στις 23/8/83 σε ηλικία 74 ετών. Στις 24/8/83 (Ελευθεροτυπία, φ. 2419, έτος 9'), ο Στρατής Ζαχαριάδης, που είχε ζήσει αρκετά χρόνια από πολύ κοντά το Θανάση Καραβία και τον γνώρισε ίσως όσο κανένας άλλος, εργαζόμενος στο σπίτι του σε καθημερινή βάση, φίλος και στενός συνεργάτης του τότε, και πολιτικός συντάκτης το '83 στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, με τίτλο "Έφυγε ένας λόγιος" έγραψε το σύντομο σημείωμα που ακολουθεί:
   "Ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ένας αληθινός λόγιος - με την πιο αυστηρή κυριολεξία του χαρακτηρισμού - έφυγε. Ο Θανάσης Καραβίας πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων, μετά από 55 χρόνων συνεχή θητεία στην υπηρεσία του βιβλίου και της εκδοτικής ζωής.
     Ο Θανάσης Καραβίας γεννήθηκε στην Πύλο το 1909, σπούδασε νομικά, αλλά από τα 19 του χρόνια κιόλας στράφηκε στις εκδόσεις. Με ευρυμάθεια που κατέπλησσε ακόμη και τους πιο ειδικούς, με φιλολογικό αισθητήριο μοναδικό και με επιστημονική μεθοδικότητα εξελίχτηκε σε μια ιδιόρρυθμη φυσιογνωμία της πνευματικής ζωής.
    Συγγραφέας και ποιητής του συρταριού - αντιμετώπισε τη δημοσιότητα σπάνια και μόνο με διάφορα ψευδώνυμα - επηρέασε αποφασιστικά μερικά από τα πρώτα ονόματα της τέχνης του λόγου, όπως οι πολύ μεγαλύτεροί του στην ηλικία Κώστας Βάρναλης και Κοσμάς Πολίτης, ο Νίκος Καββαδίας κ. α.
    Ο ίδιος περηφανευόταν μόνο για την Παγκόσμια Γεωγραφία του, ένα βιβλίο για τους υποψήφιους ανωτάτων σχολών που είχε πραγματοποιήσει πάνω από 30 εκδόσεις. Σαν εκδότης συνέχιζε την παράδοση των Δημητράκων και των Ελευθερουδάκηδων. Η κηδεία του θα γίνει σήμερα στις 5.30 μ.μ. στο
Γ' Νεκροταφείο".
    Αυτά τα λίγα μόνο. Κανείς άλλος δεν ασχολήθηκε, από όσο μπορώ να ξέρω, αν και πολλοί ευεργετηθήκανε από τον εκλιπόντα. Ο Στρατής που συναντήσαμε στο "40ήμερο μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του πολυαγαπημένου μας Αθανασίου Καραβία", στις 25/9/83, ενώ και ο ίδιος ήδη είχε μπει στη διαδικασία της πάλης με το θάνατο, αλλά δεν το έβαζε κάτω και τον αντιμετώπιζε σθεναρά, μας εκμυστηρεύτηκε πως ο εκλιπών είχε όντως τα συρτάρια του γεμάτα με ποιήματα, τα οποία, όπως έδειχνε, ήταν ο μόνος που γνώριζε και είχε πρόθεση να φροντίσει την έκδοσή τους. Πάνε από τότε δέκα οχτώ ολόκληρα χρόνια...
    Ύστερα πήρε και το Στρατή ο μαύρος καβαλάρης, πήρε και την κυρία Ρίκα, τον Κώστα, την Ερμιόνη, την αγαπημένη του αδερφή, τη Φωφώ και τον Αργύρη...
    Κι όλα πήγαν του κάκου, βιβλία, στίχοι ανέκδοτοι, δημοσιεύματα με ψευδώνυμα, προοπτικές, όλα!
    Ύστερα ήρθε η σιωπή κι η λήθη.
    Η ζωή τραβάει την ανηφόρα.
    Και πίσω δε γυρίζει...
    Φευ, τα ανθρώπινα!
Ελένη Χωρεάνθη   
23/6/2002 Π. Φάληρο


  Μνήμη Θανάση Καραβία

   Ήταν ένα δροσερό φθινοπωριάτικο απομεσήμερο, την ώρα που έδυε ο ήλιος, όταν βρέθηκα πρώτη φορά στο ρετιρέ της παλιάς πολυκατοικίας στην οδό Οίτης 12. Στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού, ήταν τρεις άντρες όρθιοι, μ' ένα βιβλίο στο χέρι καθένας, συζητούσαν έντονα, χειρονομούσαν και συγχρόνως μετακινούνταν γύρω από ένα ορθογώνιο μεγάλο τραπέζι. Διάβαζαν ποιήματα και, προφανώς, οι απόψεις τους δεν συνέπιπταν και διαφωνούσαν μεταξύ τους, όπως τουλάχιστον μαρτυρούσε το έντονο ύφος της συζήτησης. Ήταν ο αείμνηστος εκδότης Θανάσης Καραβίας, ο νεαρός τότε ποιητής Στρατής Ζαχαριάδης, επιμελητής εκδόσεων και διορθωτής, δημοσιογράφος στη συνέχεια και πολιτικός συντάκτης σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες ίσαμε το τέλος της ζωής του, στα 44ρά του. Και ανάμεσα στους δυο πανύψηλους άντρες ο επίσης αείμνηστος σημαντικός ποιητής Νίκος Καββαδίας, ο υμνητής της θάλασσας και των θαλασσινών ερώτων.  
    Πρόκειται για το φιλόξενο και πάντα ανοιχτό σπίτι του αείμνηστου αγαπημένου φίλου εκδότη Θανάση Καραβία που διατηρούσε το μακροβιότατο βιβλιοπωλείο με την επιγραφή:
                                   ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Α. ΚΑΡΑΒΙΑ                                                       στη γωνία των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας. Το κατάστημα αυτό, ένα από τα παλαιότερα βιβλιοπωλεία της Αθήνας, για πολλά χρόνια ήταν ο φιλόξενος χώρος όπου συγκεντρώνονταν και διασταύρωναν τα ξίφη τους διαπρεπείς άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, πολιτικοί, διανοούμενοι και πολλοί φιλότεχνοι, φίλοι και αναγνώστες. Ήταν ένα μικρό πνευματικό κέντρο με μεγάλη ιστορία. 
    Σήμερα το βιβλιοπωλείο αυτό δεν υπάρχει πια. Μετά το θάνατο του αείμνηστου Θανάση Καραβία πέρασε στη δικαιοδοσία του γιου του Αργύρη Καραβία και του Φώτη Ρουσσόπουλου. Δυστυχώς ο Αργύρης, ο πολυαγαπημένος γιος του Θανάση ακολούθησε νωρίς τους γονείς του στο χλοερό τόπο αναπάυσεως και δεν υπάρχει πια.   
    Ο Φώτης Ρουσσόπουλος ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στο χώρο του βιβλίου από μικρός στο βιβλιοπωλείο Καραβία και συνεχίζει την παράδοση του παλιού, ιστορικού βιβλιοπωλείου στο δικό του ΒΙΒΙΟΠΩΛΕΊΟΝ ΕROΪKA στην οδό Μπενάκη 42 μετά την αναγκαστική μετακόμιση, λόγω ανακαίνισης του παλαιού κτιρίου της οδού Ακαδημίας.
    Ο Θανάσης Καραβίας ήταν ένας ωραίος άνθρωπος, χαρισματικός. Μορφή βιβλική, ευγενέστατος, γλυκύτατος, "ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ένας αληθινός λόγιος". Νους οξύς, διορατικός, βαθιά φιλοσοφημένος άνθρωπος, ένας διανοούμενος ολκής και στοχαστής με τεράστια ακτινοβολία, απλός και προσηνής, ωστόσο. Συλλέκτης σπάνιων εκδόσεων. Είχε στην κατοχή του αρκετές χιλιάδες βιβλίων, τα περισσότερα σπάνια, ό,τι αποκόμισε από τη μακρόχρονη σταδιοδρομία του και του έμεινε πιστό ως το τέλος από τη μοναδική, την ερωτική, θα έλεγε κανείς, σχέση που είχε με το βιβλίο.
    «Πόσο κάνει αυτό το βιβλίο;» Τον ρώτησε ένας βιβλιομανής, απών τώρα, ποιητής διανοούμενος, για κάποιο παλιό βιβλίο.
     Εκείνος χαμογέλασε, μισόκλεισε τα σπινθηροβόλα μάτια, έκαμε ένα μορφασμό αδιόρατης ειρωνείας κι απάντησε με απόλυτη φυσικότητα:
    «Δυο τρία τετράγωνα πολυκατοικίες», απάντησε μειδιών ελαφρώς σαρκαστικά.
    «…»
      Θησαυρούς έκρυβε εκείνο το ρετιρέ με τα ελάχιστα φτηνά, σουηδικά έπιπλα και την απλή καθημερινότητα του απόμαχου πλέον μεγαλοεκδότη.
    Ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του απλά, ασκητικά σχεδόν, αποτραβηγμένος από την τρέχουσα κοινωνική ζωή, στο ρετιρέ της πολυκατοικίας στην οδό Οίτης 12, στο Κολωνάκι, συντροφιά με τα βιβλία και τις αναμνήσεις, τους ελάχιστους παλιούς φίλους και κάποιους νέους, φιλόδοξους λογοτέχνες που τον επισκέπτονταν συχνά, γιατί έβρισκαν στο περιβάλλον εκείνο ζεστασιά και στο πρόσωπό του έβλεπαν τον άνθρωπο από τον οποίο μπορούσαν να περιμένουν μια καλή συμβουλή, μια σοφή κουβέντα, χειραγωγία για το ξεκίνημά τους στον άγρια ανταγωνιστικό εκδοτικό  χώρο και στο άνευρο πνευματικό κατεστημένο. Πλάι του είχε τη σύζυγό του, την Κυρία Ρίκα, μια καλλιεργημένη, φινετσάτη γυναίκα, απλή, σοβαρή, καλόδεχτη και ενημερωμένη. Μια οικοδέσποινα ευγενέστατη, που είχε έναν αέρα λεβεντιάς και μια αρχοντιά αφοπλιστική στη συμπεριφορά και στις φιλοφρονήσεις της. Η κυρία Ρίκα έπαιρνε μέρος σε όλες τις συζητήσεις και είχε γνώμη, χωρίς να προσπαθεί να μειώνει τον άντρα της.
     Η μεγάλη αγάπη, η αδυναμία και η μοναδική ίσως έγνοια του Καραβία ήταν ο γιος του, ο Αργύρης, ένας νέος πολύ ντροπαλός, σιωπηλός, δειλός και ανέκφραστος. Αυτή την εντύπωση έδινε. Ίσως να ένιωθε αδύναμος και να μειονεκτούσε μπροστά στην ακτινοβολία που εξέπεμπε ο πατέρας του, ο ποίος όμως δεν παρέλειπε να εκθειάζει το γιο του για τις σπάνιες ικανότητες, την εξυπνάδα, τις καλές και αξιόλογες σπουδές που είχε κάμει στο εξωτερικό. Ευτυχώς που ο γιος έφυγε μετά από τους γονείς για την άλλη ζωή και ο πρόωρος χαμός του δεν τους πότισε την αβάσταχτη πίκρα. 
     Η κυρία Ρίκα είχε αδυναμία στα λουλούδια. Η μεγάλη βεράντα που βλέπει στο Λυκαβηττό ήταν γεμάτη από γλάστρες με τεράστια φυτά που σχημάτιζαν ένα μικρό ευώδες παραλληλόγραμμο δυτικά κι ένα ακόμα όμοιο ανατολικά. Τα βραδάκια με τις ευωδιές των μυριστικών και το δροσερό αεράκι που ερχόταν  φιλτραρισμένο από το κοντινό άλσος του Λυκαβηττού, με καλή παρέα συνήθως και εποχικό γλυκό του κουταλιού, απολάμβανες την κατάθεση της πείρας, τη σοφία και πολυμάθεια, όσο και τις φιλοσοφικές αναζητήσεις ενός σπάνιου πνευματικού ανθρώπου, μέσα από πολλές εξονυχιστικές αναλύσεις των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων και ατελείωτες συζητήσεις γύρω από πάσης φύσεως ζητήματα, γεγονότα και θέματα της λογοτεχνίας, της τέχνης, της πολιτικής, της επικαιρότητας. 
    Ο Θανάσης Καραβίας ήταν περίπτωση! Έμπαινες και τον έβρισκες γερασμένο, βυθισμένο στη μοναξιά και στις αναμνήσεις. Και μόλις άρχιζε να διηγείται - και το απολάμβανε αυτό - ξανάνιωνε, το πρόσωπό του σιγά σιγά έπαιρνε μια απαλότητα, τρυφέραινε, το βλέμμα του σπιθοβολούσε, άστραφτε. Εκείνος ψήλωνε αυτόματα στα μάτια σου, μεταμορφωνόταν σαν τον Πρωτέα, γινόταν άλλος άνθρωπος, ένας άντρας χαριτωμένος και χαιρόσουν να κουβεντιάζεις μαζί του ώρες! Ο Καραβίας ήταν καλός συζητητής. Μιλούσε όταν είχε να πει κάτι. Δεν μονοπωλούσε τη συζήτηση. Άκουγε και πρόσεχε το συνομιλητή του. Απαντούσε καίρια μόνο όταν επρόκειτο για σοβαρά ερωτήματα. Αντίθετα, όταν ο απέναντί του ήταν "φελλός" (έτσι χαρακτήριζε τους ανέμυαλους και κενόδοξους που δεν ήταν και σπάνιοι επισκέπτες του), χαμογελούσε συγκαταβατικά και αργότερα σχολίαζε με κατανόηση:
    «Όταν είναι άδειο το ρετιρέ...»
    Μιλούσε συχνά για τη λειτουργία της Ελληνικής Γλώσσας, τη χρήση λεξικού, όπως και για την αμφισημία των λέξεων. Ιδού ένα χαρακτηριστικό σχόλιό του:
    «Άλλο είναι να πεις έρημος, κι άλλο έρμος!».
    Θαύμαζε τον Ελύτη, αλλά έλεγε όχι χωρίς κάποια δόση αμφισβήτησης:
    «Μου αρέσει αυτός ο ποιητής, αλλά δεν ξέρω από πού αρχίζει και πού τελειώνει ο εαυτός του...» 
    Είχε ζήσει τη ζωή σε όλες τις φάσεις και τα σκαμπανεβάσματά της. Ο ίδιος,  και ο αποκλειστικός ανθρώπινος περίγυρος που του είχε μείνει πιστός και αφοσιωμένος ίσαμε το τέλος της ζωής του, φιλικός και συγγενικός, ήταν μια σπάνια απόλαυση, αλλά και ορυχείο γνώσης για όσους τον γνώρισαν και τον έζησαν από κοντά. Αυτός ο λιτοδίαιτος διανοούμενος κάποτε ένιωθε την ανάγκη ν' απολαύσει "ένα παστίτσιο, μια κότα σούπα" σε σπίτια φίλων που αγαπούσε.
     «Κάνε ένα παστίτσιο και μια κοτόσουπα και θα έρθω να φάμε», μου είπε κάποιο βράδυ. «Και άγρια χόρτα με το ζουμί τους!» πρόσθεσε.
     Και του ετοίμασα ένα δείπνο όπως του άξιζε. Και το χάρηκε.  
     Ο "κύριος Θανάσης" ήταν άνθρωπος της νύχτας, με την έννοια ότι τον ενέπνεε η νυχτερινή γαλήνη και εργαζόταν τη νύχτα. Κάποιοι έλεγαν πως έβγαινε με φίλους του μόνο τη νύχτα. Γεγονός πάντως είναι πως ξημερωνόταν καθισμένος στον τετραθέσιο σουηδικό καναπέ μ' ένα φλιτζάνι γάλα και καφέ στο τραπεζάκι μπροστά του, έχοντας στα γόνατά του χειρόγραφα ή διορθώσεις κάποιου βιβλίου που κάθε φορά εξέδιδε.
    Ήταν καθηλωμένος σ’ εκείνη τη γωνιά του σπιτιού του! Είχε περιορίσει, φαίνεται, τη ζωή του σ' αυτόν αποκλειστικά το χώρο, μπουχτισμένος από όλες τις κοινωνικές συμβατικότητες.
     Τα πρωινά κοιμόταν, και όταν η μέρα έστρεφε προς το δείλι, τότε σηκωνόταν και πάντα στο ίδιο σκηνικό δεχόταν τους φίλους και τους συνεργάτες του. Η ζωή του ήταν απλή, ήρεμη, με λιγοστές απολαύσεις και περιορισμένες επίσης απαιτήσεις. Ωστόσο, ούτε λίγο ούτε πολύ, από κείνο το απέριττο διαμέρισμα του Κολωνακίου κάθε απομεσήμερο κι απόβραδο, σε καθημερινή βάση περνούσε η μισή Αθήνα.
     Σ' εκείνες τις απλές ξύλινες καρέκλες πόσοι διανοούμενοι και συγγραφείς, ποιητές και δημοσιογράφοι, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών δεν κάθισαν και δεν δοκίμασαν το εποχικό γλυκό του κουταλιού που πρόσφερε η πάντα χαμογελαστή και πρόθυμη οικοδέσποινα.
    Άλλοι πήγαιναν για να του δείξουν κάποιο φιλόδοξο πρωτόλειο κι άλλοι για να πάρουν κάτι πολύτιμο από το περίσσευμα της καρδιάς, της σοφίας, της πείρας και της αποταμιευμένης γνώσης του. Κι εκείνοι που είχαν προλάβει το τρένο της επιτυχίας, κι εκείνοι που το κυνηγούσαν απεγνωσμένα, κι όσοι το είχαν χάσει κι είχαν ήδη περάσει στο περιθώριο της λήθης εκεί κατευθύνονταν. Το ρετιρέ της οδού Οίτης 12 ήταν μια όαση για κάθε διψασμένο στρατοκόπο του πνεύματος και όχι μόνο.
    Εκεί έβρισκε καταφύγιο η Ερμιόνη, που κι εκείνη αποδήμησε τον ίδιο καιρό μ' εκείνον, εκεί βραδιαζόταν η  Κάτια που της ήρθε να γράψει στα σαράντα πέντε της ρομάντζα. Εκεί ο χρηματιστής που προτιμούσε να επενδύει τα χρήματά του σε πίνακες ζωγραφικής κι επέβαλλε στη γυναίκα του να ξεφυλλίζει βιβλία με παλιές γκραβούρες, εκεί και το ζεύγος Κώστα Τριανταφυλλίδη, με το ονοματεπώνυμο του οποίου έφυγε λάθρα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν ήρθε σε ρήξη με το Στέμμα. Η ναζιάρα σύζυγός του τρελαινόταν να διηγείται πώς συμμάζεψε και περιέθαλψε με στοργή και τρυφερότητα την ετοιμόγεννη σκύλα και φρόντισε για την υιοθεσία των εννιά κουταβιών που έφερε στον κόσμο!
   Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας, ο "Μαραμπού", όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, ήταν ο πλέον αξιαγάπητος, στενός φίλος του Καραβία, ο οποίος μάλιστα καυχιόταν πως κάποια από τα ωραιότερα ποιήματά του ο Καββαδίας τα έγραψε με προτροπή δική του. Όταν ο ποιητής δεν ήταν πια στη ζωή, ο Καραβίας έλεγε χαρακτηριστικά:
   «Είναι δυνατός, σπουδαίος ποιητής. Επηρεάζει κόσμο, τη νεολαία. Εγώ του είπα: ‘Κάτσε, φίλε μου, και γράψε και κανένα ποίημα της προκοπής που ασχολείσαι όλο με τις πόρνες και τα μπορντέλα! Να, γράψε για το Λόρκα!’»
    Έτσι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θανάση Καραβία, προέκυψε το ποίημα με τον τίτλο Federico Garcia Lorca, αφιερωμένο στο Θανάση Καραβία, στον άνθρωπο που τον παρακίνησε να το γράψει. Και είναι όντως ένα από τα καλύτερά του που κοσμούν τη νεοελληνική ποίηση.
    Είχα την τύχη να μου χαρίσει ένα από τα 500 αντίτυπα της συλλογής Πούσι του Νίκου Καββαδία, έκδοση του 1947(!), σε βιεννέζικο σπάρτο, με την ένδειξη: Το βιβλίο αυτό από αγάπη στο έργο του ποιητή το κοσμήσανε με ξυλογραφίες σε όρθιο ξύλο οι ζωγράφοι-χαράκτες Γ. Βακαλό, Γ. Βελισσαρίδης, Δ. Γιαννουκάκης, Ι. Μόραλης,Γ. Μόσχος, Α. Τάσος, Α. Κορογιαννίδης.
Η αφιέρωσή του σ’ εμένα, γραμμένη με μολύβι:
   Στην Ελένη Χωρεάνθη
το στερνό αντίτυπο
της πρώτης έκδοσης της συλλογής
"Πούσι" του ποιητή,
με αισθήματα αγάπης και φιλίας.
(Υπογραφή) Α. Καραβίας. Απρίλης 1978.
     Και το έχω ανάμεσα στα πιο προσφιλή μου ενθυμήματα.
     Τότε, με την ειρωνική διάθεση και το λεπτό χιούμορ που τον χαρακτήριζε, μας διηγήθηκε μια χαριτωμένη και ευτράπελη λεπτομέρεια που συνδέεται με αυτή την έκδοση και δείχνει τη στενή φιλική σχέση του εκδότη τόσο με τον ποιητή, όσο και με τους εικαστικούς καλλιτέχνες. Τη μεταφέρω εδώ με τα λόγια του ίδιου του Καραβία:
   «Τότε, που θα τυπωνόταν το Πούσι, ζήτησα κι από το Γιάννη Τσαρούχη να λάβει μέρος με μια ξυλογραφία του σ' αυτή τη μνημειώδη έκδοση. Και του πρότεινα ένα ποίημα που έπρεπε να κοσμήσει με γυναικείο γυμνό. Ο Τσαρούχης σήκωσε τους ώμους αμήχανα, αναψοκοκκίνισε σαν άβγαλτη παρθένα, και με την αθωότητα που τον διέκρινε μου απάντησε:
    ‘Δεν μπορώ, δεν έχω δει το…, δεν το γνωρίζω, δεν έχω δει ποτέ γυμνή γυναίκα...’» 
    Όμορφοι καιροί, ωραίοι άνθρωποι, σπάνιοι. Αλλά ο θάνατος δεν κάνει εξαιρέσεις.
Ο Θανάσης Καραβίας έφυγε από τούτη τη ζωή ξαφνικά στις 23/8/83 σε ηλικία 74 ετών. Στις 24/8/83, στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, φ. 2419, έτος 9, ο φίλος Στρατής Ζαχαριάδης, δεινός δημοσιογράφος και ποιητής, που είχε ζήσει αρκετά χρόνια από πολύ κοντά το Θανάση Καραβία και τον γνώριζε καλά, ίσως, όσο κανένας άλλος, αφού εργαζόταν στο σπίτι του σε καθημερινή βάση, φίλος και στενός συνεργάτης του τότε, και πολιτικός συντάκτης το '83 στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, με τίτλο:    "Έφυγε ένας λόγιος", έγραψε το σύντομο σημείωμα που ακολουθεί:
   «Ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ένας αληθινός λόγιος - με την πιο αυστηρή κυριολεξία του χαρακτηρισμού - έφυγε. Ο Θανάσης Καραβίας πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων, μετά από 55 χρόνων συνεχή θητεία στην υπηρεσία του βιβλίου και της εκδοτικής ζωής.
     Ο Θανάσης Καραβίας γεννήθηκε στην Πύλο το 1909, σπούδασε νομικά, αλλά από τα 19 του χρόνια κιόλας στράφηκε στις εκδόσεις. Με ευρυμάθεια που κατέπλησσε ακόμη και τους πιο ειδικούς, με φιλολογικό αισθητήριο μοναδικό και με επιστημονική μεθοδικότητα εξελίχτηκε σε μια ιδιόρρυθμη φυσιογνωμία της πνευματικής ζωής.
    >>Συγγραφέας και ποιητής του συρταριού - αντιμετώπισε τη δημοσιότητα σπάνια και μόνο με διάφορα ψευδώνυμα - επηρέασε αποφασιστικά μερικά από τα πρώτα ονόματα της τέχνης του λόγου, όπως οι πολύ μεγαλύτεροί του στην ηλικία Κώστας Βάρναλης και Κοσμάς Πολίτης, ο Νίκος Καββαδίας κ. α.
    >>Ο ίδιος περηφανευόταν μόνο για την Παγκόσμια Γεωγραφία του, ένα βιβλίο για τους υποψήφιους ανωτάτων σχολών που είχε πραγματοποιήσει πάνω από 30 εκδόσεις. Σαν εκδότης συνέχιζε την παράδοση των Δημητράκων και των Ελευθερουδάκηδων. Η κηδεία του θα γίνει σήμερα στις 5.30 μ.μ. στο Γ' Νεκροταφείο».
    Αυτά τα λίγα μόνο. Κανείς άλλος δεν ασχολήθηκε έκτοτε με το Θανάση Καραβία, αν και πολλοί ευεργετηθήκανε από τον εκλιπόντα. Ο Στρατής Ζαχαριάδης στο "40ήμερο μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του πολυαγαπημένου μας Αθανασίου Καραβία", στις 25/9/83, ενώ και ο ίδιος ήδη είχε μπει στη διαδικασία της πάλης με το θάνατο, αλλά δεν το έβαζε κάτω και τον αντιμετώπιζε σθεναρά, μας αποκάλυψε ότι ο εκλιπών είχε τα συρτάρια του γεμάτα ποιήματα, τα οποία, ήταν ο μόνος που γνώριζε την ύπαρξή τους και είχε μάλιστα πρόθεση να φροντίσει την έκδοσή τους. Αλλά δεν πρόφτασε. Πάνε από τότε είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια...
    Ύστερα πήρε και το Στρατή ο μαύρος καβαλάρης, πήρε και την κυρία Ρίκα, τον Κώστα Χωρεάνθη, την Ερμιόνη, την αγαπημένη του αδερφή Φωφώ και τον Αργύρη...
    Κι όλα πήγαν του κάκου, βιβλία, στίχοι ανέκδοτοι, η μετάφραση της Οδύσσειας από τον ποιητή Κ. Χ., το όνειρό του, δημοσιεύματα με ψευδώνυμα, προοπτικές, όλα!
    Ύστερα ήρθε η μεγάλη νύχτα, η βαθιά σιγή και η λήθη...
  
23/9/2006, Π. Φάληρο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου