Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Μερόπη Ν. Σπυροπούλου: Στη χώρα του μεγάλου ποταμού

Επιστροφή σε μια άλλη πατρίδα

ΜΕΡΟΠΗ Ν. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ
Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2004.

     Ένα από τα λίγα καλά και καλογραμμένα βιβλία που είδαν το φως της δημοσιότητας μέσα στο αντιφατικό έτος 2004, είναι το βιβλίο της Μερόπης Ν. Σπυροπούλου με τίτλο Στη χώρα του μεγάλου ποταμού, που κυκλοφορούν οι παραπάνω εκδόσεις.
      Πρόκειται για βιβλίο όπου παρακολουθεί κανείς μέσα από την καθάρια, λαμπερή κι ανεπιτήδευτη σκέψη και γραφή της συγγραφέως την πορεία προς το μέλλον μιας πόλης, της Αλεξάνδρειας, και μιας χώρας, της Αιγύπτου, με πανάρχαιο πολιτισμό που έχει παμπάλαιους, ακατάλυτους δεσμούς με την Ελλάδα και την κοσμεί με την αιώνια παρουσία του ο μεγάλος στρατηλάτης, ο Μεγαλέξανδρος. Ο Έλληνας Μακεδόνας που άλλαξε την πορεία της ιστορίας, διέδωσε την ελληνική γλώσσα, τον ελληνικό πολιτισμό και τα ελληνικά ήθη και έθιμα ως τα πέρατα του «βαρβαρικού» κόσμου.
     Η συγγραφέας είχε την τύχη να γεννηθεί, να μεγαλώσει και να σπουδάσει στην Αίγυπτο, στην ευλογημένη από τη φύση αυτή χώρα, στη χώρα του μεγάλου ποταμού, του Νείλου. Ώριμη και καταξιωμένη πια επιστήμων στην Ελλάδα, την επισκέπτεται  νοσταλγός και προσκυνήτρια με την ελπίδα να τα βρει όλα όπως τα είχε αφήσει, έχοντας στο νου της το φυσικό και το ανθρώπινο τοπίο των χρόνων της νεότητάς της, κουβαλώντας μαζί της και τις θύμησες από την εποχή εκείνη.
       Τα χρόνια όμως έχουν περάσει, όλα ή σχεδόν όλα έχουν αλλάξει, πρόσωπα και πράγματα. Κι ό,τι έχει μείνει στη θέση του δεν είναι ανέπαφο. Είναι κάποια μέρη αγαπημένα θλιβερά απομεινάρια που της προκαλούν πόνο και λυπημένη αναπόληση, όπως το σπίτι των γονιών της που το είχαν αφήσει γεμάτο ζωή, μουσική, χαρούμενες εικόνες, και το βρίσκει αραχνιασμένο, βουβό και στο μπαλκόνι μια φιγούρα μαύρη να της γνέφει καλωσορίζοντάς της. Εκεί μέσα τίποτα δεν έχει μείνει, τίποτα γελούμενο δεν ενοικεί. Μια μοναξιά αραχνιασμένη περιφέρεται σαν μαυροφορεμένη θλίψη. Και πονάει.
      Έτσι είναι η ζωή. Το αποδέχεται. Και συνεχίζει την περιδιάβαση «μ’ έναν κόμπο στο λαιμό». Επισκέπτεται κάθε αγαπημένη γωνιά, όλη την Αλεξάνδρεια, την άλλοτε περίλαμπρη πολιτεία, το Κάιρο, τις εκκλησίες, αναθυμούμενη τα περασμένα μεγαλεία του Ελληνισμού που άνθιζε στην Αίγυπτο προτού αναγκαστεί η οικογένειά της και οι περισσότεροι Αιγυπτιώτες Έλληνες να την εγκαταλείψουν και να επιστρέψουν, σχεδόν πρόσφυγες στην Ελλάδα.
      Μας δίνει την ευκαιρία να ζήσουμε ανεπανάληπτες στιγμές πότε μιλώντας για τις γεμάτες λυρισμό και ιδρώτα «Νύχτες από βαμβάκι και τραγούδια», Σεπτέμβρη μήνα, τότε που «οι ατέλειωτες βαμβακοφυτείες  μοιάζουν με ασπροντυμένες υπάκουες παλλακίδες, που συνοδεύουν σιωπηλές, από δεξιά κι αριστερά, τον μεγαλόπρεπο αφέντη Νείλο στη νωχελική πορεία του…». Μας ξεναγεί στο Μουσείο του Καΐρου, «το γεμάτο από αμύθητους θησαυρούς». Κάνει τις αναπόφευκτες συγκρίσεις  και κρίνει νηφάλια και αντικειμενικά πια μέσα από την προοπτική του χρόνου και των εμπειριών μιας γόνιμης πανεπιστημιακής καριέρας.      
      Αλλού αναφέρεται με πολλή συγκίνηση στη φοιτητική ζωή, στους συμφοιτητές, στους περίφημους δασκάλους της, σε μια μεγάλη φοιτητική συγκέντρωση. Μιλάει για την ανατροπή και το αναποδογύρισμα των πάντων, για την αλλαγή που ακολούθησε  με την άνοδο του Νάσσερ στην εξουσία, για να επισημάνει πως ο λαός της Αιγύπτου, «παρά τις όποιες αδυναμίες του, χαρακτηρίζεται από χαμόγελο και πλούτο καρδιάς, που, τώρα πια, τον προσφέρει και πάλι στους ξένους επισκέπτες». 
      Αναφέρεται στην πολύχρωμη νυχτερινή ζωή σε «Μια παραλία που τραγουδούσε», καλοκαιριάτικο βράδυ στην Αλεξάνδρεια παλιά και όλα «είχαν μιαν απερίγραπτη υγρή γλύκα». Αλλού μια ανθρώπινη φιγούρα που θα μπορούσε να ήταν θλιβερή, μα δεν ήταν, ένα σακατεμένο παλικάρι καθισμένο σε τροχήλατο όχημα χαμογελούσε και ευχόταν μ’ ένα χαμόγελο αφοπλιστικό, αδιαπραγμάτευτο αραβικά παραδοσιακά: «Είδατε πόση γλύκα έχει απόψε αυτή η ήρεμη νύχτα; Κι αύριο, αν θέλει ο Θεός, θα είναι μια θαυμάσια μέρα. Να έχετε ένα ευτυχισμένο ξημέρωμα».
     Η παραστατική αφήγηση είναι γοητευτική και άκρως συγκινησιακή, όπως έρχεται μέσα από τα δρώμενα και μας κάνει να νιώσουμε, έστω και ετεροχρονισμένα το δικό μας έλλειμμα σε σχέση με την «Ορθόδοξη Χριστιανική μας πίστη», και τη σχέση μας με τον Απόδημο Ελληνισμό και τις πατρογονικές, ακατάλυτες ρίζες και αξίες μας. «Εκεί» γράφει, « συναντήσαμε τους πιο αληθινούς Έλληνες, τους πιο πατριώτες»,  επισημαίνοντας οι Έλληνες όπου κι αν ζουν στο εξωτερικό αισθάνονται άρρηκτα δεμένοι με τη μητέρα πατρίδα.
      Πέρα από τον ελεγχόμενο συγκινησιακό φόρτο της, εισπράττεις κάτι άλλο, πολύ σημαντικό: την αντικειμενική θεώρηση, το ισοζύγιασμα των συν και των πλην της νέας εποχής για τη χώρα του Νείλου. Η συγγραφέας βλέπει τις τεράστιες αλλαγές, τις ανατροπές, τι έχει χαθεί, τι έχει απομείνει, συγκρίνει και κρίνει και δεν αδικεί. Δεν τα βλέπει όλα ωραία, ούτε όλα αρνητικά. Η νέα ζωή και η αλλαγή του καθεστώτος έχει επιβάλει τους δικούς της κανόνες, ακόμα και στη συμπεριφορά των ανθρώπων σε μια κοσμοπολίτικη πόλη όπως είναι και τώρα η Αλεξάνδρεια. Και ομολογεί ότι δεν γελάστηκε που κρατούσε στη μνήμη της ανέπαφη και ολοζώντανη την πόλη που υπήρξε ανέκαθεν γέφυρα ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή, σταυροδρόμι και χωνευτήρι λαών, πολιτισμών και θρησκειών:
      «Ένα κομμάτι από τη δική μου Αλεξάνδρεια ήταν εκεί για μένα, ολοζώντανο και ανέπαφο. Μια αληθινή Ιθάκη, που δε με γέλασε...» Και πώς να τη διαψεύσει αφού την κουβαλά μέσα της και την έχει φυλαγμένη στην απομέσα τσέπη της καρδιάς και του μυαλού της; Και πώς να ξεχάσει την υποδοχή που της έγινε από παλιούς συμφοιτητές και συμφοιτήτριες και καθηγητές της, όταν μπήκε στην αίθουσα του Συνεδρίου με το πολυπληθές ακροατήριο και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Αλεξανδρείας, που υπήρξε και αυτός καθηγητής της, την «παρουσίασε στο ακροατήριο συγκινημένος λέγοντας: «Είναι η Ελληνίδα αδελφή μας που μας ήρθε από την ξενιτιά;»
     Η Ελλάδα «ξενιτιά» για την «αδελφή Ελληνίδα», από το στόμα ενός ξένου…
     Δεν είναι τραγικά συγκλονιστικό για να μας προβληματίσει; Σκέφτομαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου