Ελύτης - Ρίτσος
Βίοι παράλληλοι, έργα παράλληλα
Κατατάσσουμε ένα δημιουργό στους μεγάλους
και ξοφλάμε, κυρίως όταν κλείνει ο βιολογικός του κύκλος. Ακούγονται μεγάλα,
κενά συνήθως περιεχομένου λόγια. Όταν όμως σιγάσουν τα αλαλάζοντα κύμβαλα,
είναι καιρός να σκύψουμε στο έργο του για να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα
και να διδαχτούμε.
Δεν είναι δυνατόν να αποσυνδεθεί το έργο
ενός δημιουργού από τη ζωή και τη μοίρα του λαού του οποίου τις αγωνίες, τον
πόνο, τους οραματισμούς, τους πόθους και τις προσδοκίες βιώνει και υποχρεώνεται
υποστασιακά να ταυτιστεί, να γίνει η συνείδηση και η φωνή του Έθνους, να
εκφράσει με σύμβολα και χαρακτηριστικές εικόνες τα συναισθήματα και να
αποφανθεί για λογαριασμό εκείνου.
Ο Ελύτης και ο Ρίτσος είναι δύο από τους
αντιπροσωπευτικότερους διανοούμενους ποιητές που κάλυψαν τον εικοστό αιώνα με
την παρουσία και το έργο τους. Και, ενώ ο βίος και το έργο τους βαίνουν παράλληλα, και τους απασχολούν τα ίδια
θέματα, μιλούν διαφορετική γλώσσα, κινούνται και εκφράζονται σε εντελώς
διαφορετικά βιοτικά, ιδεολογικά και λογοτεχνικά επίπεδα.
Παράγοντες εξωγενείς επηρέασαν, προφανώς,
αποφασιστικά τη ζωή και το έργο τους, χάραξαν και ως ένα σημείο καθόρισαν τη
στάση ζωής και διαμόρφωσαν το χαρακτήρα, τον κοινωνικοϊδεολογικό προσανατολισμό
και τις προσωπικές επιλογές του καθενός.
Είναι νησιώτες και από ευκατάστατες
οικογένειες. Είναι συνομίληκοι. Ο Ρίτσος (1909-1990) γεννιέται δύο χρόνια
νωρίτερα από τον Ελύτη (1911-1996), και πεθαίνει έξι χρόνια νωρίτερα. Ο Ελύτης
γεννιέται δύο χρόνια μετά το Ρίτσο, και πεθαίνει έξι χρόνια αργότερα, ζει
τέσσερα χρόνια περισσότα, άρα είναι μακροβιότερος.
Είναι Ελληνοκνετρικοί και αανθρωποκεντρικοί.
Αφετηρία τους είναι η μυθική Ελλάδα, η κλασική αρχαιότητα, η αρχαία λατρεία, η
χριστιανική ορθοδοξία, η λαϊκή παράδοση, το δημοτικό τραγούδι, τα μεσαιωνικά
και τα εκκλησιαστικά κείμενα. Αλλά δέχτηκαν και ξένες επιρροές, λιγότερο ή
περισσότεροι εμφανείς στο έργο τους. Αρχίζουν να δημιουργούν σε μια ζοφερή και
ταραχώδη εποχή που ταλαιπώρησε κάμποσες δεκαετίες το λαό. Κουβαλούν στα φτερά
των στίχων τους τη ματωμένη μνήμη, την εμπειρία δύο παγκοσμίων πολέμων, δύο
δικτατορικών καθεστώτων και ενός αιματηρού εμφυλίου που έπνιξε τον τόπο στο
αδελφοκτόνο αίμα, δημιούργησε απούλωτες ακόμα πληγές, έσπειρε θανάσιμα μίση,
αφάνισε, στράγγιξε, κυριολεκτικά, τον τόπο, δίχασε και εξακολουθεί να διχάζει
ακόμα το λαό, και όπως φαίνεται από τις συνεχιζόμενες έριδες, θα τον ταλανίζει
για χρόνια ακόμα.
Ένα άλλο κοινό, φαινομενικά, χαρακτηριστικό
των δυο ποιητών είναι η εξορία. Ο Ελύτης, ωστόσο, ζει αυτοεξόριστος με το βιος
της νησιώτικης αποθησαυρισμένης μέσα του οικουμένης, καλοβολεμένος σε μια
μοναξιά αυστηρή και σωτήρια, που είναι όμως επιλογή του. Αρχίζει από τα δεκάξι
του χρόνια τη δημιουργική πορεία, εφοδιασμένος "με λέξεις και μ'
έρωτα", με φως και θαλάσσια αύρα, ελεύθερος και αυτεξούσιος στην αγκαλιά
της αιγαιοπελαγίτικης φύσης και, ύστερα από ένα μακρύ ταξίδι στις μεγαλουπόλεις
του δυτικού κόσμου, τελευτά δημιουργικά και βιολογικά στο μικρό διαμέρισμα,
καταφύγιό του, στο Κολωνάκι δοξασμένος και τιμημένος πανάξια, με ένα Νόμπελ κι
ερωτευμένος στην τρυφερή θαλπωρή μιας πάνσεμνης, όμορφης μούσας του.
Ο Ρίτσος, αντίθετα, βιώνει εξοντωτικά
στερημένος την αναγκαστική εξορία μαζί με συμπάσχοντες διανοούμενους και απλούς
Έλληνες πολίτες στα ξερονήσια, "απολαμβάνοντας" τα αγαθά της βίας,
της ταπείνωσης και του ευτελισμού της προσωπικότητας, εξαιτίας της στάσης ζωής
και της ιδεολογίας που υπηρετεί με συνέπεια σε όλη του τη ζωή, παρών πάντα
στους αγώνες των προοδευτικών δυνάμεων του κόσμου, πολεμώντας με το μοναδικό
όπλο που είχε στη διάθεσή του, το λόγο, "για το ψωμί, το φως και το τραγούδι". Περνάει το μεγαλύτερο
μέρος της ζωής του μέσα στη στέρηση, στα πένθη τα δικά του και του κόσμου,
ξοδεύεται η πολύτιμη νεότητά του στα νοσοκομεία, στη σιωπή, στις εξορίες.
Ζωγραφεί τον καιρό της αγρύμπνιας, τα βάσανα και τους κατατρεγμούς στα ενάλια
ξύλα και στα βότσαλα της ερημίας, και τελευτά το βίο και το ακοίμητο έργο του
περιτριγυρισμένος από τον πολύπαθο κόσμο για τα δίκαια του οποίου πάλεψε ορθός
στην πρώτη γραμμή, και υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις, τον κόσμο που τον
αγάπηπησε, που τον λάτρεψε, που τον αποθέωσε!
Αναντίρρητα και οι δύο ως κατεξοχήν ποιητές
ελληνοκεντρικοί έχουν συναίσθηση της αποστολής και της ευθύνης τους απέναντι
στον Ελληνισμό και στην Εελληνική Πατρίδα. Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι του
Ελύτη από τη μεγαλειώδη σύνθεση Άξιον εστί:
Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα
μες στις πέτρες άνθισα και
μεγάλωσα
των φονιάδων το αίμα με φως
πληρώνω
μακρυνή μητέρα ρόδο μου
αμάραντο
και
ορίζουν το κέντρο βάρους του έργου του που δεν είναι άλλο από τη
"δικαιοσύνη" της Φύσης και της Γλώσσας.
Η οικογενειακή και η οικονομική κατάσταση
του Οδυσσέα Ελύτη είναι αυτή που του παρέχει την ευχέρεια να ζήσει άνετα, να
ταξιδέψει στο εξωτερικό, να έχει όλο το χρόνο στη διάθεσή του, για να αφοσιωθεί
αποκλειστικά και ολοκληρωτικά στην τέχνη του. Έχει τη δυνατότητα να θεωρεί τα
δρώμενα στον ελληνικό χώρο από απόσταση διυλίζοντας και προβάλλοντας το τραγικό
μέσα από ένα εξαίσιο θάμβος συμβόλων και συμβολισμών, που είναι το περιτύλιγμα
της αγωνίας, των βαθύτερων προβληματισμών και της έγνοιας του για τη μοίρα και
την πορεία του λαού και του έθνους.
Το αιγαιοπελαγίτικο φως τον διαπερνά και
κατασκηνώνει στο σώμα του, τρέφει τα όνειρα, δίνει υπόσταση στους οραματισμούς
του, τον πλουτίζει με όλα τα στοιχεία που στελεχώνουν και ενδυναμώνουν το
ποιητικό του έργο. Οι γαλανοί, απέραντοι ορίζοντες, οι μουσικοί παλμοί των
κυμάτων, τα λευκά βότσαλα, οι τρελοί βορειάδες που κάνουν τα δέντρα να
προσκυνούν το χώμα που τα τρέφει, τα τρυφερά κορίτσια με τη ροδαλή, απαλή
σάρκα, το τρικυμισμένο βλέμμα, θα γίνουν οι σημάντορές του από την τρυφερή του
ηλικία και θα υποστυλώσουν τα ποιητικά του μορφώματα. Θα δώσουν στο μεγαλόπνοο
έργο του την αστραφτερή φωτεινότητα και διαύγεια, ακόμα κι εκεί που θαρρείς πως
κυριαρχεί η σκοτεινότητα. Ο Ελύτης είναι όλος φως και αισθήσεις. Ξεδιπλωμένος
από τη μια ίσαμε την άλλη άκρη πάνω από τον ελληνικό γεωγραφικό χώρο θεωρεί με
μάτι άγρυπνο σύμπαντα τον Ελληνισμό.
Ο ήλιος κατέχει πάντα δεσπόζουσα θέση στην
ελυτική ποίηση.
"Σπούσε πέτρες ο ήλιος και
ψηλά κρώζαν οι άγγελοι".
Η ποίησή του, αυτή καθαυτή,
έχει κάτι το άυλο, μια καθαρότητα, καταυγάζεται από τον αναμάρτητο κι
αβασίλευτο ήλιο της Δικαιοσύνης, τον αχαλίνωτο ήλιο, τον ήλιο τον ηλιάτορα, τον
πετροπαιχνιδιάτορα. Πολλές φορές τα πάντα είναι άυλα, διάφανα και τείνουν να
απογειωθούν σαν τον ηρωικό νεκρό που:
"Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του"
Και σαν το μικρό κορίτσι που:
"Μ' ένα ψίχουλο θαλάσσης"
στο
ραμφί του ανεβαίνει ολόλαμπρο προς τα
ουράνια.
Ο Ελύτης με την αθωότητα των αγίων αισθήσεων
"κατενόησε τον κόσμο", τον
πραγματικό και το νοητό:
"Ένα
σώμα γυμνό είναι η μοναδική προέκταση
της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το μυστήριο".
Πέρα από τις όποιες
ενστάσεις που μπορεί να προβάλει κανείς ως προς τη στάση του σε οριακές στιγμές
της πρόσφατης ιστορίας μας, ότι ποτέ δεν κατέβηκε στους δρόμους να διακηρύξει
τις ιδέες του, ο Ελύτης είναι γεμάτος Ελλάδα. Είναι, με τη σειρά του, στην ώρα
του και με τον τρόπο του, η φωνή της όρθιας, μοσχοβολούσας, απαστράπτουσας, της
λαλούσας Ελλάδας την οποία φορεί κατάσαρκα και τον προστάζει. Και γίνεται
προπομπός της "αναμορφώσεως του αρχαίου κάλλους". Είναι η Ελλάδα
ολόκληρη με τις δυστυχίες και τα βάσανά της, διαποτισμένη, ωστόσο, και ντυμένη
φως και ομορφιά μέσα στην αδιαμφισβήτητη αντοχή και την αιωνιότητά της.
Το έργο του είναι η πρώτη και η μοναδική
του έγνοια:
"Προσπαθώ αυτό που έχω να πώ, να το πω όσο γίνεται καλύτερα. Μου
αρκεί. Δεν περιμένω τίποτε και από κανέναν....", εξηγεί. Ο ίδιος ορίζει και τις συνιστώσες της ποίησής
του: "Η ποίησή μου είναι
ενιαία.Υπάρχει σ' αυτήν μια εσωτερική
ενότητα, μια αλληλουχία, όπου γλώσσα, θέμα, νόημα συνυπάρχουν αρμονικά και
αλληλένδετα". Και ερμηνεύοντας τους στόχους του δηλώνει: "Θεωρώ την ποίησή μου πηγή αθωότητας γεμάτης
επαναστατικές δυνάμεις. Αποστολή μου είναι να κατευθύνω τις δυνάμεις αυτές
κατεναντίον ενός κόσμου που δεν μπορεί να αποδεχτεί η συνείδησή μου, έτσι
ακριβώς, ώστε μέσω διαδοχικών μεταμορφώσεων να φέρω τον κόσμο αυτόν σε
αρμονία με τα όνειρά μου. Αναφέρομαι εδώ
σ' ένα σύγχρονο είδος μαγείας, ο μηχα νισμός της οποίας οδηγεί στην ανακάλυψη
της αληθινής μας πραγματικότητας.(...)Ελπίζοντας στην επίτευξη μιας
απελευθέρωσης απ' όλα τα δεσμά και μιας δικαιοσύνης που θα ταυτιζόταν με το
απόλυτο φως, είμαι ένας ειδωλολάτρης που, αθέλητα, καταλήγει στη χριστιανική
αγιότητα".
Έζησε μέσα σε μια φυσική και μεταφυσική
μοναξιά υπομονετικά:
"Τη
μοναξιά την άντεξα σαν το χαλίκι".
Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν να
ανακαλύπτει την ομορφιά και τη μουσική, που είναι τρυπωμένη μέσα στα απλά
πράγματα και πίσω από την επιφάνεια των φθαρτών πραγμάτων, ζώντας μόνος, όπως
οι ασκητές κι οι προφήτες, οι ομολογητές κι οι απολογητές της πίστης:
"Θα
καρώ μοναχός *των θαλερών πραγμάτων
Σεμνά θα υπηρετώ * την τάξη των πουλιών
Στον όρθρο της Συκιάς * από τις νύχτες θά ' ρχομαι
κατάδροσος * να φέρω στην ποδιά μου
Το κυανό * το μωβ
Και τις γενναίες του νερού * ν' ανάβω
σταγόνες * ο γενναιότερος".
Και:
"Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ' απύθμενα
με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας
νύχτες και νύχτες
το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση
του μαύρου Την ελπίδα ως τα δάκρυα
τη χαρά ως την άκρα απόγνωση",
ψάχνοντας
ανακάλυψε τα μαγικά ζωοποιά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας και τη χρησιμοποίησε
ως εργαλείο. Και κάποτε ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσει τον προορισμό του:
"Ήμουν
στον έκτο μήνα των ερώτων
και στα σπλάχνα μου σάλευε σπόρος ακριβός
ΑΥΤΟΣ/ο κόσμος ο μικρός ο μέγας"
και
θα πει: "Τη γλώσσα μου έδωκαν
ελληνική", οι αρχαίοι του πρόγονοι, φυσικά και μίλησε εξ ορισμού ελληνικά και ερωτικά. Η γλώσσα για τον Ελύτη
ήταν "τρόπος ζωής και ψυχής, σημαία
διαρκείας και τρόπος ενάντιος στις βολές των μη ενήμερων του ουρανού...",
εκείνων που δεν μπορούν να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων της ποιήσεως...
Ο ποιητής αγρυπνημένος
ψάχνει τη μοίρα και τη φυλή του μέσα στον ανύσταχτο χρόνο, ώσπου ανακαλύπτει
και συνειδητοποιεί το πεπρωμένο του.
"Ποιας
φυλής ανύπαρχτης γόνος νάμουν
τότε μόνο ενόησα
(...)Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι.(...)
ΑΥΤΟΣ εγώ λοιπόν
και ο κόσμος ο μικρός ο μέγας!
Ταυτίζεται με τον
κατακερματισμένο, υπερήφανο λαό των αθώων:
"Μοίρα
των αθώων, είσαι δική μου μοίρα!...",
γίνεται
η φωνή και η μοίρα των άταφων και θεμελιώνει το ποιητικό του σύμπαν, τον
αχειροποίητο κόσμο του:"στη μνήμη
μόνος" και στα βουνά των στεναγμών και των θρήνων των λαών:
Τα
θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!,*
και
βλέπει τους λαούς να σηκώνουν στους ώμους τους τα βουνά της ιστορίας για να
δικαιωθούν και να διαιωνίσουν το γένος, τη φυλή και τη γλώσσα τους. Και δεν
διστάζει να ιστορήσει ιλαρές εικόνες που ανατρέπουν κι αυτόν ακόμα το θάνατο:
Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου
επέστρεψε στον ήλιο.
Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και
του αιθέρος,
Λοιπόν. Αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.
για
να φτάσει έτσι στην αυτογνωσία.
Η φύση και η ζωντανή
ελληνική γλώσσα είναι οι δάσκαλοι και οι οδηγητές του: ΟΤΙ θα κατηχηθείς
απ' τα πουλιά
κι ένα φύλλωμα λέξεων θα σε ντύσει
ελληνικά να μοιάζεις αήττητη/(...)
ΟΤΙ μόνη σου τέλος θ' αρμοστείς
αργά στο μεγαλείο
της ανατολής και του ηλιοβασιλέματος,
επισημαίνει
καταληκτικά στην επαναστάτριά του Μαρία Νεφέλη, δηλώνοντάς της, έμμεσα πλην
σαφώς, πως δεν υπάρχει μήτε αρχή μήτε τέλος στη ζωή και πως ο θάνατος είναι μια
άλλη διάσταση της Ζωής. Ωστόσο, πίσω από την αισιοδοξία και την παραπλανητική
ανεμελιά υπάρχει βαρύ πένθος για την οδυνηρή απώλεια:
Θα πενθώ πάντα-μ' ακούς;-για σένα
μόνος στον Παράδεισο.
Η σιωπή τον ακολουθεί σε όλη τη ζωή και την
ποιητική δημιουργία:
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
ερωμένη αλλοτινών ήχων (...)
Όλα τα δάχτυλα σιωπή
έξω απ' τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
σιγά σιγά ξετυλίγεται η εξομολόγηση(...).
Και όλα,ως και "τα μάτια της -είναι-σιωπή(...)
και ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
ακούσιος καταρρέει Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το με-
λαγχολικό
σιωπητήριο...
Πίσω από τις λέξεις, τα έντονα χρώματα, τις
ιλαρές εικόνες και τους υποβλητικούς ήχους υπάρχει μέγα βάθος, πλούτος και
θάμβος, αλλά και πίκρα και νοσταλγία και θλίψη διαβρωτική πολλές φορές. Και "Μοναξιά αβάσταχτη στου αντρός τα
στέρνα", που όμως "σκόρπισε
κι έσπειρε άστρα". Αλλά και το σκοτάδι είναι μια ομιλούσα σιωπή. Και
υπάρχουν πάντα δυο μάτια κοριτσιού που "αγγίζουν τη σιωπή" που ειναι πιο αρμονική, πιο βαθιά, πιο
γνήσια μουσική και ηδονή. Ο κόσμος του γεννιέται αδιάκοπα μέσα σε μια μαγευτική
σιωπή. Η πλάση όλη είναι νεογέννητα βρέφη, είναι αθώα, πάναγνα, τρυφερά κι
αναμάρτητα, ερωτεύσιμα κορίτσια. Ωστόσο, αυτή η αγνότητα που τρυφεραίνει τον
κόσμο τον πληγώνει και τον πονεί: "Αγγίζει
το νου μου και πονεί το βρέφος της άνοιξης". Και με χαριτωμένους
στίχους καταθέτει την πίκρα του για τη σκληρή μοίρα των αθώων και δίνει
συμβολικά την ατμόσφαιρα και τα τοπία της καθολικής οδύνης των ημερών που
κυβερνούσε τον τόπο η παράνοια των συνταγματαρχών με το στόμα μιας θλιμμένης
μάνας:
"Όνειρα πόκανα κρυφά/για τα παιδιά π' ανάθρεψα/ποιος τόλεγε πως θε
να μού/τα στείλουνε του σκοτωμού..." Και τα φοβερά συμβαίνοντα:"Τ' άκουσε ο ήλιος κι έφριξε/το φως το
κόκκινο έριξε/πήραν να καίγονται οι στεριές/κι όλες οι πάνω γειτονιές..."
Κι ένα κοριτσάκι διαιωνίζει τη φλόγα της ζωής και της ελπίδας με το παιχνίδι
των λέξεων και των εικόνων:"Δύο συ
και τρία γω/πράσινο πεντόβολο",αλλά για τους δυνατούς έχει μόνο εγώ:"γι' αυτούς δεν έχει εγώ και
συ..."
Δίνει κουράγιο στις γυναίκες που γεννούν
παιδιά για τους αιώνες των πολέμων και των δακρύων: "Κουράγιο περιστέρες κι ανεμώνες μου/όπου μαυρίλα κλώθεται και
γνέθεται/ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε/Σ' ευλογημένη μέρα βγάζει το
κακό/κι είναι στη σκοτεινιά και στην ερήμωση/όπου ριζώνει κι ευωδιάζει η
θύμηση(...).Ν' αρχίσει το τραγούδι ν' ανεβεί ο καημός/να πάρει και να δώσει ο
νους κι ο λογισμός/τι με το "χα" και με το "νο"και με το
"νται"/όλα του κόσμου τ' άδικα
ξ ε χ ά ν ο ν τ α ι.
Επισημαίνει έμμεσα εδώ, πως δεν πρέπει να
ξεχνιέται και να μένει ατιμώρητο το άδικο. Είναι επιβεβλημένη η
"τίσις"για την επιβίωση των λαών. Οι λαοί που χάνουν τη μνήμη, την
οποία συντηρεί η γλώσσα, τα ήθη και έθιμά τους, χάνονται!
Η θάλασσα είναι η μοίρα του Έλληνα, του
Πανέλληνα, είναι η μοίρα του ποιητή που τον έμαθε να διαβάζει τον κόσμο, να
σπουδάζει τον εαυτό του, τον κόσμο και τον Ελληνισμό:"Έχοντας ερωτευτεί και κατοικήσει αιώνες μες στη θάλασσα/ έμαθα
γραφή κι ανάγνωση",/Γύρεψα το ελάχιστο/και με τιμώρησαν με το
πολύ..." ξέροντας πως τίποτα δεν πρόκειται ν' αλλάξει στον κόσμο: "Και η τάξη δεν πρόκειται
ν'ανατραπεί" αφού:"Τα δεινά
μας καλώς έχουν(...)/"και κανένας δεν πενθεί τ' αηδόνια κι όλοι γράφουν
ποιήματα".
Αναζητά την αρχή της δυστυχίας:"που γεννήθηκε άτυχος σ' έναν
κόσμο,/που πια καν/ν' αναγνώσει δεν γνώριζε Παράδεισο..." και"κόπος ο ποιητής με τ' αδειανά του
χείλη/ ολοένα πίσω από τη θλίψη του το
ανείπωτο./Τόσο πικρή στη φούχτα μου η γαλήνη/τόσο οι άνθρωποι μαύροι και
μικροί/ Με πόδι εμπρός που ολοένα παν/παν κατευθείαν για τον Κωκυτό και τον
Πυριφλεγέθοντα!"
Βλέπει τον κόσμο να βουλιάζει στα μυθικά
ποτάμια της αιωνιότητας των θρήνων. Ενώ παραμένει απλησίαστος ο χαμένος
παράδεισος της αθωότητας, το αιώνια ζητούμενο. Προσηλωμένος στην έξοδο από το
σκοτάδι για μια αιώνια συνάντηση με το ωραίο ελληνικό φως, κάποτε αντικρύζει
μιαν απέραντη Παράδεισο"φερμένη απ'
τις λευκές Μαρίες των κυμάτων/Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα
Παράδεισος(...)/επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά/Πατρίδα που δε χάνεται..."
Η ποίηση του Ελύτη λειτουργεί και ως μορφή
και ως περιεχόμενο και σε πολλά επίπεδα. Έπιδέχεται πολλαπλές αναλύσεις και
διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες και αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις.
Δεν συμμερίζομαι την άποψή του, πως τον παρανόησαν γενικά και κυρίως όσον αφορά
στα "Ελεγεία της εξώπετρας". Νομίζω πως δεν πρόκειται για
παρερμηνεία, αλλά για διαφορετική αντιμετώπιση από τους αναγώστες
μελετητές/κριτικούς του. Καθένας παίρνει αυτό που του ανήκει, αυτό που μπορεί
και κατανοεί, κυρίως από μια ποίηση υπαινικτική, συμβολική, που στόχος και
μέλημά της έχει να ζωοποιεί τα πάντα και να τα κάνει:"Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια της αναπνοής σου ακόμη/πάνε κι
έρχονται πάνω στην πέτρα και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι/Αλλ' εκείνος που σαν
γλύπτης ήχων μουσική από μακρινούς αστερι-/σμούς συνθέτει/Νύχτα μέρα εργάζεται.
Και τι ντο φαιά τι σολ ιώδη ανεβαίνουν/
Στον αέρα. Που κι οι βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το ευλαβούνται/Και
τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης/ομολογούνε. Τι ο έρωτας δεν
είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό που/οι μάγοι διατείνονταιΑλλά ζωή δεύτερη
ατραυμάτιστη στον αιώνα(...)/Η καθημερινή πρώτη σελίδα του μετα-θανάτου./Κι
όμως ο θάνατος για τον ποιητή δεν είναι ανίκητος.Είναι./"Άοσμος κι όμως πιάνεται/Όπως άνθος από τα ρουθούνια/Ο
θάνατος..."
Κλείνοντας έναν κύκλο δημιουργίας, που
περιέχει όλη την περασμένη του ζωή, πάντα οδεύοντας προς το φως, στην έξοδό του
από το βαθύ κι ατέλειωτο σκοτάδι της άγνοιας και εισερχόμενος στην αθανασία της
τέχνης του, καταθέτει μια τρομερή εμπειρία:
Περασμένα
μεσάνυχτα σ' όλη μου η ζωή(...)
Ζω για
τότε που δεν θα υπάρχω.
Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος.
Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος, ο θάνατος ο πόντος ο γλαυκός
κι ατελεύτητος
Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα(σ.39).
Επιστρέφει
στα βιβλικά τοπία, στην προχωρημένη συβιλλική γραφή, στα προσφιλή του σύμβολα
για μια κοινωνία με τον άφθαρτο, άμωμο και άγιο Λόγο της δικής του εμβέλειας.
Στο ποίημα "Ρήμα το σκοτεινόν"εστιάζεται το νόημα και η φιλοσοφία όλης της
σύνθεσης αυτής. Πρόκειται για το συγκεκριμένο ελυτικό ρήμα/κλειδί, το ρήμα
κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
που
μπέρδεψε κι ανακάτωσε και σκότισε τους κριτικούς. Ωστόσο μια τολμηρή ανάλυση
αυτού του ρήματος μπορεί να οδηγήσει κάπου: κατά-άρκυς-θμεύω. Ας αφήσουμε
την πρόθεση κατά και ας προχωρήσουμε στο άρκυς, ίσως αυθαίρετα.
Σκαλίζοντας και ξεφυλλίζοντας λεξικά,
αρχίζοντας από το Ομηρικόν του Ι. Παναταζίδου, στο ΝΕΟΝ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟΝ
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ του Δημητράκου(1969) υπάρχει το ουσιαστικό
"ά ρ κ υ ς,υο ς,
που
σημαίνει δίκτυον θηρευτικόν, πάγη, δόκανον, και μεταφορικά παγίς, επιβουλή, δράστης
επιβουλής... Εξ ου και αρκύστατος= εστημένος, και αρκυωρός=ο
επιβλέπων τας άρκυς και αρκυωρώ=ως αρκυωρός επιβλέπων το θήραμα, ενεδρεύω,
παραμονεύω.
Από την τολμηρή αυθαίρετη ίσως ανάλυση και
την ακόλουθη πιθανή σύνθεση του ρήματος:Κατά - άρκυς - θμ και η ρηματική
κατάληξη εύω, ο ποιητής "έπλασε" το δικό του συνθηματικό ρήμα καταρκυθμεύω,
κατά τα εις εύω ρήματα.Το θμ το βρίσκουμε στις λέξεις: βρυχη
θμός, ισ θμός, κλαυ θμός, πορ θμός, στα θμός, στα-θμεύω...
Σ' αυτό το συμπέρασμα οδηγούν οι στίχοι από
το ίδιο το ποίημα με το βαρύ, επίσημο, καλβικό, μεγαλειώδες ύφος:
Εδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Κι ανάλαφρα τα όρη ας
Μετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί.
Λέω:
κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Εμφανίζεται σαν άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
με παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα
Ύστερα πεδιάδες διάτρυτες από Δίες κι Ερμήδες
Τέλλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Ασία
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Κίρκης
Ώστε, λοιπόν, αυτό που λέμε "ουρανός" δεν
είναι."Αγάπη" δεν
"αιώνιο"δεν
Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του
σκοτωμού
.....................................................................................................
Φίλε σύ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
Τις μακρινές καμπάνες; Ξέρες τις γωνιές του κήπου όπου
Εναποθέτει τα νεογνά του ο δειλινός αέρας; Ονειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
Μη γνωρίζοντας πια ερινύες; Όχι. Να γιατί κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Που οι βαριές αμπάρες τρίζοντας οι μεγάλες θύρες
ανοίγονται
Στο φως του ήλιου του Κρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η
τρίτη να φανερωθεί
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Κανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη
Αυτά στη γλώσσα τη δική μου. Κι άλλοι άλλα σ' άλλες.Αλλ'
Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.
Κι ο ποιητής με το ρήμα του στήνει την παγίδα
της γλώσσας, και καιροφυλακτεί με το κλειδί στο χέρι, ν' ανοίξει ή να κλείσει,
μπορεί και τα δυο, τις πύλες του κόσμου του, του παραδείσου του, όπου
ελλοχεύουν τα επαναλαμβανόμενα "δεν"του κόσμου, αν λείψει ο Λόγος, η
αρχή και η ουσία του κόσμου, ο Λόγος/σχέση με τα πράγματα και τη ζωή, ο Λόγος
που δίνει υπόσταση στον κόσμο. Κι ο θάνατος είναι μέρος αυτού του λόγου και της
διαδικασίας, που ονομάζουμε Ζωή, Φύση, Γλώσσα, Ποίηση.
Για τον ποιητή, για τον αληθινό δημιουργό,
που αφήνει πίσω του έργο αθάνατο, δεν υπάρχει θάνατος, υπάρχει ζωή ατελεύτητη,
ο θάνατος είναι το τέλος ενός κύκλου και η έξοδος από την παρούσα ζωή σε μιαν άλλη
διάσταση.
Όλα στη ζωή διαγράφουν κυκλική τροχιά, όπου
δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος, αλλά ένα αιώνιο παρόν μέσα στον ατελεύτητο
χρόνο, μέσα στον απέραντο κύκλο του σύμπαντος κόσμου, του Θεού /Λόγου!
Είναι προφανές πως ο Γιάννης Ρίτσος δεν
φοβάται να εκθέσει το σώμα και την ψυχή του με όλες τις πληγές και τα
αποτυπώματα που έφησε πάνω και μέσα του η αρρώστια, οι εξορίες, η λαίλαπα του
Εμφυλίου και η μετεμφυλιακή μισαλλοδοξία που γέμισε τα ξερονήσια Ελλάδα... Ο
Ρίτσος, κυριολεκτικά, αναλώθηκε μέσα στη μούχλα των φυλακών και στη μπόχα της
απανθρωπιάς στην εξορία. Βίωσε σε όλο της το μεγαλείο την αθλιότητα, τον
ευτελισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας, την τέλεια απογύμνωση του ανθρώπου
θύτη και θύματος. Και αποτύπωσε πάνω στην αδρή ερημιά της γλυμμένης πέτρας και
του ενάλιου ξεκομμένου ξύλου τον πόνο των συνανθρώπων του χαράζοντας θλιμμένες
μάνες/ Παναγιές, μαραγκιασμένες μορφές, πρόσωπα στραγγισμένα, αλλά περήφανα.
Μοιράστηκε μαζί τους την πικρή αρμύρα στα ξερονήσια, τη βαναυσότητα του
ανάλγητου δεσμοφύλακα. Όμως αντιστάθηκε!
Φύτεψε
αμάραντα άνθη υπομονής στην ολονύχτια αγωνία της μαραγκιασμένης μνήμης.
Και ο Οδυσσέας Ελύτης, ως ενσυνείδητος
εκφραστής μιας παναθρώπινης οδύνης,
"οξειδώθηκε μες στη νοτιά των
ανθρώπων", μέσα σε μια Ελλάδα ταλαιπωρημένη με τις πληγές από τους
πολέμους στο κορμί της αιμορρούσες, αλλά πάντα τιμημένος και ζει τον
περισσότερο χρόνο του απερίσπαστος τη μοναξιά στο χώρο που είναι επιλογή και
καταφύγιό του. Αντίθετα, ο Ρίτσος αγωνίζεται να βγει από οικογενειακά ερείπια
και να επιβιώσει μέσα σε μακροχρόνιες στερήσεις και ψυχοφθόρες αρρώστειες και
εργάζεται σε άγρια ανταγωνιστικούς χώρους, όπως είναι οι χώροι της τέχνης και
του θεάματος. Γνώρισε την κακία και αντιστάθηκε σε συνθήκες αντίξοες. Και
κατάφερε να δημιουργήσει έργο μεγαλόπνοο και μεγαλοδύναμο, με όλες τις
αδυναμίες της πληθωρικότητας, σύμφωνα με κάποιες κοντόφθαλμες εκτιμήσεις, να
κρατήσει μια σταθερή στάση ζωής και ιδεολογικής διαφορετικότητας. Βίωσε
κατάσαρκα την αδικία, την άκρα ταπείνωση, τον ευτελισμό και την καταρράκωση της
ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την περιφρόνηση παναθρώπινων και αιώνιων αξιών, την
καταπάτηση των ανθρωπίνων δυκαιωμάτων, τη σήψη και τη διαφθορά στο σκληρό
πρόσωπο της εξουσίας. Και όλη του η ποίηση είναι μια αδιάκοπη οδυνηρή πορεία
από το σκοτάδι της αδικίας προς στο φως της αλήθειας και της δικαιοσύνης.
Βρέθηκε αντιμέτωπος πάντα με το σκληρό
πρόσωπο του δυνατού, της απειλής και του καθημερινού ψυχικού, ηθικού και
σωματικού καμάτου και θανάτου. Πόνεσε σωματικά, ηθικά και ψυχικά. Και τάχτηκε
"υπέρ του αδυνάτου", μαχόμενος με τον άοκνο, τον ανύπνωττο και
έναρθρο λόγο του στο πλευρό πάντα του αδικουμένου και κατατρεγμένου ατόμου και
των λαών όλου του κόσμου, σταθερός στις πεποιθήσεις και στα ιδανικά του ίσαμε
το τέλος της ζωής του. Τον αφορούσε το ίδιο κάθε ατομική περίπτωση όπως και το
σύνολο των αναγκεμένων. Αυτό τον κόσμο της κατάπτωσης και του ευτελισμού, της
μπόχας και της δυσοσμίας, που τον περιβάλλει, κυριολεκτικά εξ ανάγκης και
νόμου, και τον απειλεί, αυτόν αντιμάχεται. Και για να υπάρξει προσέφυγε στην
τραγωδία και στον αρχαιοελληνικό μύθο και εκφράστηκε μέσα από τις ζωές των
τραγικών προσώπων του μύθου και της ιστορίας όπου βρήκε καταφύγιο, οικείο χώρο,
σιγουριά και κυρίως τα κατάλληλα πρόσωπα να υποδυθεί και τα ανάλογα προσωπεία.
Και σαφώς εκφράζει τον κόσμο της παρακμής από την εποχή του Μεσοπολέμου και
μετά, παραμένοντας, ωστόσο, αισιόδοξος και γελαστός, συγκαταβατικός, ηθικά και
ψυχικά ακμαίος, ωραίος "ως
άνθρωπος".
Ακουμπάει στα πρότυπα που του προσφέρει η
μυθική και η κλασική αρχαιότητα, η λαϊκή και η θρησκευτική παράδοση, η αρχαία
λατρεία και η ορθοδοξία και χτίζει το ποιητικό του σύμπαν. Βυθίζεται στο
ιστορικό παρελθόν και ανιχνεύει το φως και την αλήθεια στα ηθικά, ιδεολογικά
και πολιτικά σκοτάδια της εποχής του, μιλώντας ωμά και συχνά σκληρά και
ανελέητα χωρίς φόβο, χωρίς υποκρισία, χωρίς πρόθεση συγκάλυψης ή προσπάθεια
εξωραϊσμού.
Ζώντας το δράμα του καταπιεζόμενου ατόμου
στις διαχρονικές του διαστάσεις, ζωγραφεί με τα μελανότερα χρώματα στα πεζά,
κυρίως, δημιουργήματά του τη φρικιαστική καθημερινότητα του εξόριστου σωματικά
και ψυχικά ανθρώπου και οραματίζεται ένα καλύτερο μέλλον για τον κόσμο, μέσ'
από την προοπτική του χρόνου. Κατορθώνει και μένει άφθαρτος και νικηφόρος
εραστής του ωραίου και του αληθινού σ' έναν κόσμο αντιπαλότητας και υποκρισίας
για να χαράζει πορεία προς το σταθερό σημείο του κόσμου, που είναι το σημείο
της συνάντησης του ανθρώπου με τον άνθρωπο. Και στέκει όρθιος, ωραίος σαν
αρχαίος θεός, και παρών στις επάλξεις, μπροστάρης σε όλα τα ειρηνικά κινήματα
ως ταγμένος να υπηρετεί με την τέχνη του την υπόθεση του ανθρώπου. Πιστεύει
στον άνθρωπο, όμως φοβάται εκείνους που λυπούνται όταν οι άλλοι χαίρονται. Και
συμβουλεύει τη νεογέννητη κορούλα του:
Πρέπει να φυλαχτούμε, κοριτσάκι,/
οι άνθρωποι είναι λυπημένοι,
δε συχωράνε τη χαρά μας...
(Πρωινό άστρο)
μην
μπορώντας να κρύψει την οδύνη και τη θλίψη του ακόμα και σε ιλαρές στιγμές του
βίου του. Ο λόγος του είναι μια διαρκής πάλη ενάντια σε κάθε μορφή και έκφραση
κακού.
Αναμφίβολα, είναι "στρατευμένος"
ποιητής, όχι με την έννοια ότι υπηρέτησε μια συγκεκριμένη ιδεολογία, όπως έχει
ειπωθεί κατά κόρον, αλλά στρατευμένος στην "υπόθεση του ανθρώπου". Αγωνίστηκε
σε όλη του ζωή και με όλες του τις δυνάμεις, και τις αδυναμίες του ακόμα,
διέθεσε τη ζωή και την τέχνη του για να βοηθήσει τον άνθρωπο να βγει από τα
σκοτάδια της άγνοιας, να ζήσει ελεύθερος, αξιοπρεπής, ειρηνικά σε έναν κόσμο
όπου θα βασιλεύει η αγάπη, η αδελφοσύνη, η δικαιοσύνη. Ήταν παρών σε κάθε
κρίσιμη στιγμή και πάντα έτοιμος κι ολόρθος στο πλευρό των προοδευτικών
δυνάμεων του κόσμου, πάλεψε
"για
όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι",
για
να έχουν όλοι οι άνθρωποι πρώτα τα απαραίτητα υλικά αγαθά, και να μπορούν να
μοφρωθούν για να γίνονται ικανοί να κατανοούν και να αγαπούν την τέχνη, το
ωραίο που πρέπει να είναι και αληθινό. Ψωμί, Φως, Τραγούδι! Ιδού η αγία τριάδα
του ποιτή Γιάννη Ρίτσου! Μέσα σε τρία ουσιαστικά κλείνει το νόημα του αγώνα
του, την ουσία του κόσμου, την απλή κι, ωστόσο, πολυδάπανη φιλοσοφία της ζωής
του.
Ο Ρίτσος μίλησε απλά, για να τον
καταλαβαίνουν, για να επικοινωνεί με τον πολύ κόσμο. Δεν έγραψε αποκλειστικά
για τους λίγους, για τους εκλεκτούς της τέχνης. Όλοι οι άνθρωποι για τον ποιητή
της Ρωμιοσύνης είναι εκλεκτοί, μοναδικοί. Κι αυτό είναι το ισχυρότερο όλπο, το
μεγαλύτερο προτέρημά του, η ειδοποιός διαφορά του έργου του από το βαρυσήμαντο
και πολυδιάστατο, πμολογουμένως, έργο του Ελύτη και άλλων σπουδαίων σύγχρονων
και μη ομότεχνών του. Ο Ρίτσος είναι πιο κοντά στο Σολωμό, τον Παλαμά, το
Βρεττάκο. Ο Ελύτης συγγενεύει με τον Κάλβο και το Σικελιανό.
Ο Ρίτσος βρέθηκε πάντα μπροστά, στο πλευρό
των αγωνιζόμενων, "των ελεύθερων πολιορκημένων Ελλήνων". Πολέμησε με
το λόγο, με το στίχο, με το ανυπόταχτο πνεύμα του, με την αθάνατη και
παντοδύναμη τέχνη της ποίησης, αντιπαρατάχτηκε με σθένος ενάντια στη βία, στο
κακό και στο άδικο:"...δίχως σπαθιά
και βόλια".
Σήμερα, αρκετά χρόνια από τότε που πέρασε
στην άλλη διάσταση, αν κανείς σκύψει πάνω στο πολυδιάστατο και πληθωρικό έργο
του με ευλάβεια και με δέος, αν το πλησιάσει όπως το άγιο δισκοπότηρο να
μεταλάβει, θα διαπιστώσει πως ο ποιητής της Ρωμιοσύνης και του Επιταφίου, είναι
μια από τις σημαντικότερες μορφές και από ό,τι γενναιότερο, ωραιότερο και
ευγενέστερο έχει να παρουσιάσει η Νεότερη Ελλάδα στο χώρο της τέχνης, της
διανόησης και του πολιτισμού γενικότερα, ό,τι σημαίνουν οι έννοιες Ελευθερία, Ελλάδα και Ελληνισμός.
Η ποίησή του είναι γεμάτη Ελλάδα. Μια Ελλάδα
μυθική και ιστορική, πανέμορφη και ομορφολαλούσα. Μια Ελλάδα πονεμένη, αλλά
περήφανη, ωραία και σεβαστή. Ο Ρίτσος δεν παίζει με τις λέξεις και τα σύμβολα.
Χτίζει το έργο του θεμελιωμένο γερά πάνω στο σκληρό βράχο της αθανασίας της
φυλής με διαχρονικά στοιχεία: Με Φως, αέρα και νερό, με αίμα, πόνο και δάκρυ,
με ήλιο και με χώμα ελληνικό, στοιχεία γήινα. Χρησιμοποιεί λέξεις και έννοιες
που αντιπροσωπεύουν πράγματα απτά, χειροπιαστά, συγκεκριμένα γεγονότα και
καταστάσεις, που περιέχουν και κουβαλούν το Παρελθόν, το Παρόν και το Μέλλον,
το γεωγραφικό χώρο, το λαό και το Έθνος, την παράδοση, τον πολιτισμό, τη
γλώσσα, τη θρησκεία, όλα τα ακατάλυτα στοιχεία που είναι η αιωνιότητα του
Ελληνισμού:
"Δω
πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα
κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον ένα άγιο(...)
Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας(....)
Μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο/
(...)η ίδια πανάρχαιη φωνή"
που τον ακολουθεί και τον προστάζει να
τραγουδήσει όπου κι αν βρίσκεται: Στον ύπνο και στην εγρήγορση, στο μπαλκόνι
του σπιτιού, στον τόπο της εξορίας, πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, στον Άη
Στράτη εξόριστος και στη Μακρόνησο, τον ακολουθεί και τον ορίζει η φωνή της
Ελλάδας από καταβολής Ελληνικού κόσμου. Όμως η ποίησή του απλώνεται και πέρα
από τα σύνορα της Ελληνικής πατρίδας, ανταμώνει τον άνθρωπο σ' όλα τα μήκη και
τα πλάτη της γης, τον πανάνθρωπο που έχει τα ίδια όνειρα, τις ίδιες προσδοκίες,
που παλεύει για Ψωμί, για Φως και για Τραγούδι, για ένα αξιοπρεπές και
ανθρώπινο επίπεδο ζωής που θα του ανοίγει τη θύρα της Παραδείσου που είναι η
παιδεία, η μόρφωση, το ξύμνημα της συνειδήσεως. Η ποίησή του ανήκει στην
ανθρωπότητα ολόκληρη. Έχει προδιαγραφές διαχρονικές, παγκόσμια ακτινοβολία.
Μίλησε για όλα και για πολλούς μελλοντικούς
αιώνες. Κληροδότησε στον Ελληνισμό ένα πολύμορφο, πολυποίκιλο, πολυδιάστατο και
πολυσήμαντο έργο, ευλύγιστο, που να αντέχει στο χρόνο, στις δοκιμασίες και στις
κακουχίες. Στις κρίσεις και στις επικρίσεις. Να αντιστέκεται. Όσο θα υπάρχει
Ελλάδα κι Ελληνισμός ο Ρίτσος θα ανοίγει δρόμους στις γενιές που έρχονται.
Υπήρξε συνεπής με τις ιδέες του σε όλη του τη
ζωή. Αγωνίστηκε για να εδραιωθεί στον κόσμο η ειρήνη και η ελευθερία. Οι όποιες
ανθρώπινες αδυναμίες του ποιητή της Ρωμιοσύνης υποτάχτηκαν στην ακατάβλητη
θέλησή του να υπηρετεί και να υπερασπίζεται το δίκιο και την ελευθερία.
Ο Γιάννης Ρίτσος είναι η απομέσα Ελλάδα, το
πλούτος της ελληνικής οικουμένης. Η ποίησή του κουβαλάει στα φτερά των φθόγγων
της τη ματωμένη μνήμη, σύμπαντα τον ελληνικό βίο και πολιτισμό, τους αρχαίους
ήρωες του λόγου, είναι η ομιλούσα καρδιά και ψυχή της αιώνια αγωνιζόμενης Ελλάδας.
Έζησε
"μάγουλο
με μάγουλο με το θάνατο"
για
τούτο υμνεί τη ζωή και τις ομορφιές της. Απλώνεται παντού γιατί δεν τον χωράει
η επιφάνεια του γεωγραφικού χώρου, είναι απέραντος, παγκόσμιος, αστείρευτος και
ακατάβλητος, ανυπέρβλητος, ένα ποιητικό μέγεθος μοναδικό, τόσο για τα
πανανθρώπινα μηνύματα που περιέχει το έργο του, όσο και για την πάμπλουτη
γλώσσα, που χρησιμοποιεί ως εκφραστικό του όργανο.
Στο Πρωινό
άστρο, το τρυφερό, γλυκό νανούρισμα, αφιερωμένο στη μοναχοκόρη του Έρη,
αφήνει την καρδιά του να ξεχειλίζει από αγάπη, φως, τρυφερότητα, χωρίς, ωστόσο,
να παραλείπει να επισημάνει και τις δυσκολίες και τους κινδύνους που
καιροφυλακτούν στο δρόμο της και στο δρόμο των παιδιών όλου του κόσμου, δεν
έχει ψευδαισθήσεις, όσο ωραία κι αν είναι στο πρώτο αντίκρυσμά της η ζωή:
Δύσκολα
χρόνια, κοριτσάκι
/στην αρχή.
Τι να πεις δεν ξέρεις(...)
Κι είσαι μοναχούλι σου, κοριτσάκι
με τα ξαδερφάκια σου τα τριαντάφυλλα
και με τ' αδερφάκια σου τ' αστέρια(...)
Αλλά χαρά
δεν είναι πιο μεγάλη
απ' τη χαρά να δίνεις(...)
Πρέπει να φυλαχτούμε, κοριτσάκι
οι άνθρωποι είναι λυπημένοι-δε συχωράνε τη χαρά μας. Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κι έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.
Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος...
Μονάχα το χαμόγελό σου
ένας ρόδικος κρίκος να πιαστείς.
...Κι εγώ ανασκουμπωμένος, κοριτσάκι μου,
ψωμάς του κόσμου, κοριτσάκι,
όλος πιτσιλισμένος απ' τ' αλεύρι των άστρων
κι απ' το αίμα των ανθρώπων,
ζυμώνω την καρδιά μου μες στη σκάφη του ήλιου
και φτιάχνω τα φαρδιά ψωμιά του τραγουδιού μου
να μην πεινάσει ο κόσμος,
να μην πεινάσεις, κοριτσάκι.
Δος μου το χέρι σου κι αργήσαμε.
Μας περιμένουν απ' ώρα, κοριτσάκι.
Περπάτα, κοριτσάκι.
Ο κόσμος έχει ανάγκη την
τέχνη. Αυτή θα τον βγάλει από το βάραθρο, όπου τον έχουν καταδικασμένο να υποφέρει,
τυφλός και αβοήθητος. Το τραγούδι του ποιητή είναι ένα διαφορετικό ψωμί,
ζυμωμένο με ήλιο, με ιδρώτα και αίμα πάνω στης αγωνίας τη σκληρή πέτρα. Κι
αυτός είναι ο προορισμός του ποιητή. Να χορτάσει ο κόσμος πρώτα ψωμί και φως,
αέρα, γνώση. Γιατί νηστικός δεν βλέπει, δεν μπορεί να δει πιο πέρα, να
ξεπεράσει τη μοίρα του.
Μιλώντας για την ειρήνη
χρησιμοποιεί λέξεις που αντιπροσωπεύουν έννοιες πραγμάτων και αγαθών που έχει
ανάγκη ο άνθρωπος για να ζήσει ανθρωπινά, δίκαια και με αξιοπρέπεια: το ζεστό
ψωμί στο τραπέζι, ένα ποτήρι ζεστό γάλα, ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που
ξυπνάει, ένα καλάθι γεμάτο φρούτα, το ξέγνοιαστο χαμόγελο της μάνας, τα
σφιγμένα χέρια των αδερφωμένων ανθρώπων, τα λόγια της αγάπης κάτω από τα
δέντρα, τη μυρωδιά του φαγητού το βράδυ. Όλα αυτά τα απλά, λιγοστά καθημερινά
πράγματα είναι το περιεχόμενο της ειρηνικής ζωής. Γι' αυτά πολεμάει ο κόσμος.
Τι άλλο θέλει;
Σ' ένα ποίημα/γράμμα του στο φίλο του Ζολιό
Κιουρί αφήνει να χυθεί όλη του η πίκρα για την κατάρα που δέρνει αυτόν κι όσους
υποφέρουν μαζί του στις εξορίες στα
ξερονήσια και στις φυλακές. Όχι γιατί ήταν εγκληματίες αλλά
(...)κάπου τρεις χιλιάδες
άνθρωποι απλοί, δουλευτάδες,
γραμματιζούμενοι
άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα στον ήλιο
άνθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο
λαιμό μας
εξόν μονάχα που αγπάμε όπως κι εσύ
τη λευτεριά και την ειρήνη
(....)κάμποσα χρόνια τώρα τριγυρνάμε
από ξερονήσι σε ξερονήσι
(...)κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με
το θάνατο(...)
κι όλο το φταίξιμό μας ήταν που αγαπάμε
όπως κι εσύ τη λευτεριά και την ειρήνη(...)
Ήταν πικρό νάναι τόσο όμορφη η ζωή
και συ να πρέπει να πεθάνεις(...)
Ζολιό, μας κυνηγάνε στην πατρίδα μας
γιατί αγαπάμε πολύ την πατρίδα μας(...)
ετούτα τα σπασμένα μάρμαρα που φέγγουνε
το βράδι(...)
ετούτα δω τα χωματένια χέρια που
κρατάνε την τιμή του κόσμου.
(...)Το ξέρω τα τραγούδια μου
είναι χοντροκομμένα κι απελέκητα
φοράνε χοντροπάπουτσα οι στίχοι μου
με πολλές αράδες καρφιά για ν' αντέχουν
στα κατσάβραχα
καθώς ανηφοράνε όλο το θάνατο....
Στίχοι πικροί σαν την
επάρατη εκείνη εποχή. Η μισή Ελλάδα ήταν "στα σίδερα" και σάπιζε στα
μπουντρούμια. Η ζωή του ανθρώπου δεν λογαριαζόταν και σκότωνε ο αδερφός τον
αδερφό. Και δεν περνούσε μέρα χωρίς το μοιρολόι της μάνας για το αδικοσκοτωμένο
της παιδί. Ο ποιητής μετουσίωσε αυτό τον ατελεύτητο θρήνο της Ελληνίδας, αλλά
και της μάνας όλου του κόσμου στον περίφημο κι ανυπέρβλητο "Επιτάφιό"
του:
Γιε
μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου...
Πού πέταξε τ' αγόρι μου; Πού πήγε; Πού μ' αφήνει
χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νερό η κρήνη.
....Στο παραθύρι στέκοσουν κι οι δυνατές σου οι πλάτες
φράζαν ακέρια τη μπασιά, τις θάλασσες, τις τράτες.
.... Κι ήταν το παραθύρι μας η θύρα όλου του κόσμου
κι έβγαζε στον παράδεισο που τ' άστρα ανθίζαν,φως μου...
....Νάχα τ' αθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νάχα,
να σούδινα, να ξύπναγες για μια στιγμή μονάχα
Ωστόσο τίποτα δεν πάει
χαμένο. Από την τέφρα της βλέπει την Ελλάδα ο ποιητής της να ξαναγεννιέται.
Έτσι στα "Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της
πικρής πατρίδας", με στίχους έντονα λυρικούς, βγαλμένους θαρρείς μέσα
από την καρδιά της ελληνικής ψυχής και σμιλεμένους πάνω στην πέτρα τη λειασμένη
από το θαλασσοδαρμό, φανερώνεται ο ποιητής που έρχεται από τα περασμένα
φορτωμένος γνώση και μουσικούς ήχους, μελωδίες κι ευωδιές, λαλιές πουλιών,
χρώματα από θάλασσα και ουρανό, σπασμένα μάρμαρα κι αλυσίδες, κεριά και
λιβάνια, θυμιάματα και σταυρούς, αγίους και μάρτυρες. Και στέλλει το παρήγορο
κι ελπιδοφόρο μήνυμα:
Σώπα, όπου να 'ναι θα σημάνουν οι
καμπάνες
αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό
μας.
Μέσα από το έργο του προβάλλει και βαθειά
θρησκευόμενος, όχι μόνο με την απλή
παραδοχή της πίστης του συνόλου του λαού της πατρίδας του, αλλά ως ένας συνειδητοποιημένος,
ένας ειλικρινής χριαστιανός ορθόδοξος ποιητής, όσο κι αν αυτό μπορεί να ξενίζει
κάποιους. Το θρησκευτικό συναίσθημα, θρεμμένο με τα βιώματα της παιδικής
ηλικίας, είναι διάχυτο στο έργο του, ακόμα και στα αγωνιστικά και στα
επικαιρικά ποιήματά του. Μέσα από τους στίχους προβαίνουν άξαφνα λυπημένες
Παναγιές, κεριά, Μεγαλοβδόμαδα, τάματα σε αγίους και σε εκκλησιές. Είναι
θρεμμένος με την ελληνοχριστιανική παράδοση. Συμπορεύται μέσα του, μυστικά
ίσως, με τον Ιησού και τον Απόλλωνα, όπως, άλλωστε, και οι προκάτοχοί του,
Παλαμάς, Σικελιανός. Λέει στο "γράμμα στο Ζολιό":
Τη
νύχτα, πλάι στις ροδοδάφνες,
περπατούν ο Χριστός με τον Απόλλωνα(...)
Ο Απόλλωνας σωπαίνει.
Ο Χριστός σωπαίνει. Ο Ευρώτας κυλάει.
Και η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με τραγούδια Η ειδωλολατρική Ελλάδα συμπορεύεται μέσα
του με την ορθόδοξη χριατιανοσύνη. Κυλάει το ποτάμι της ζωής γύρω του και η
ιστορία καταγράφοντας τα γεγονότα ακολουθάει το ρεύμα του ποταμού προς τον
απέραντον ωκεανό της αιωνιότητας.
Ξεκίνησε ως καλλιτέχνης, χορευτής, ηθοποιός.
Πέρασε από πολλά επαγγέλματα. Η ζωή του υπήρξε μια οδυνηρή, ατέλειωτη
περιπέτεια στα σταυροδρόμια ιδεολογιών και των κατατρεγμών, αλλά τον ηθοποιό,
που είχε μέσα του δεν τον αποχωρίστηκε ποτέ, ούτε τον ποιητή ούτε το
ζωγράφο/σμιλευτή της πέτρας. Ζωγράφιζε πάνω σε πέτρες μορφές μαραγκιασμένες από
την αγωνία και τον πόνο, αποφασισμένες, ωστόσο, για όλα. Ασκητικές μορφές.
Χάραζε τις μνήμες του σε σχήματα και με παραστάσεις. Κι αυτή του η δημιουργική
πλευρά είναι σημαντική, γεμάτη ποίηση. Στα έργα του κινούνται συνήθως τραγικοί
ήρωες, προβάλλουν σκηνές και δρώμενα, εικόνες από το μυθικό, τον ιστορικό, αλλά
και τον καθημερινό βίο των Ελλήνων, αρχαία και νέα θρησκεία, τραγικά πρόσωπα
και προσωπεία, η Ισμήνη, η Χρυσόθεμις, η Φαίδρα, η Ιφιγένεια, η Ελένη, ο
Φιλοκτήτης, ο Ορέστης, αλλά και οι απλοϊκές Μονεμβασιώτισσες και σύγχρονοι
αδικοσκοτωμένοι νέοι και νέες, θεοί και ήρωες, Μονοβασιά και Μακρονήσι κι Αη
Στράτης, ενώ κυριαρχούν σκηνές θρησκευτικού και ηρωικού μεγαλείου, όπως οι
παρακάτω:
Στη
μια γωνιά στέκει ο παππούς, στην άλλη δέκα εγγόνια
και στο τραπέζι εννιά κεριά μπηγμένα στο καρβέλι.
Δυο κάρβουνα στο θυμιατό και δυο κουκιά λιβάνι
κι ένας αητός από ψηλά διαβάζει το Βαγγέλιο.
(....)Σε τούτα δω τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στου αγεριού το πόδι.
Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν οι καμπάνες
σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του...
για
να αναστηθεί και να προβάλει μέσα από τη σιωπή ανανεωμένος, όπως ο σπόρος μέσα
από τα σπλάχνα της μάνας γης, και να παλαίψει για τη λευτεριά του. Η Ελλάδα, η
Ρωμιοσύνη δεν χρειάζονται θρήνους και μοιρολόγια. Το ξέρει πολύ καλά αυτός
που
έχει στο κορμί του την αρμύρα της εξορίας. Και την πικραλίδα της ερημιάς και
της καταφρόνιας ριζοβολημένη κι ανθισμένη στη γενναία του φωνή, στην ψυχή και
στην καρδιά. Γι' αυτό και τραγουδάει με σιγουριά:
Τη
Ρωμιοσύνη μην την κλαις,-εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,
Νάτη πετιέται από ξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.
Δεν είναι δυνατό να συμμαζέψεις σε λίγες
σελίδες το μεγαλείο και την ασύγκριτη τραγική ομορφιά της ποίησης του Οδυσσέα
Ελύτη και του Γιάννη Ρίτσου. Αγγίζεις
μόνο με τ' ακροδάκτυλα κάποιες πτυχές του οράματός τους, ψαύεις ελάχιστα από τα
ατέλειωτα μαργαριτάρια που έχουν συλλέξει και έχουν συνθέσει το κατορθωμένο
έργο τους , το οποίο αποτελεί μεγάλο εθνικό κεφάλαιο, γλωσσικό θησαυροφυλάκιο
και πολύτιμη παρακαταθήκη για τους Πανέλληνες των αιώνων που έρχονται.
Ο Ελύτης και ο Ρίτσος είναι δυο ξεχωριστές
και ιδιότυπες φύσεις και προσωπικότητες και είναι άδικη και ανερμάτιστη
οποιαδήποτε σύγκριση και συγκριτική αξιολόγηση. Όπως και κάθε πρόχειρος και
αβασάνιστος
χαρακτηρισμός
της προσφοράς ενός εκάστου. Γιατί πέρ' από το γεγονός ότι ανήκουν στην ίδια γενιά, ο κόσμος και ο χώρος τον οποίο
υπηρετούν, εκπροσωπούν και μέσα στον οποίο κινούνται και εκφράζονται είναι τόσο
διαφορετικός, όσο οι δυο όψεις του αυτού νομίσματος. Οι αρνητικοί και
αβασάνιστοι χαρακτηρισμοί όσον αφορά στην τεράστια και, όντως άνιση, έντονα
προκλητική σε κάποιες περιπτώσεις, πληθωρική, προσφορά του Γιάννη Ρίτσου από
σύγχρονούς του μικρόψυχους, κοντόφθαλμους, βιαστικούς τιμητές και κριτικούς,
εκτός από μεροληπτικοί, πρόχειροι και αβάσιμοι, είναι καιροσκοπικοί και
κακόβουλοι.
Υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά στον τρόπο με
τον οποίο ο καθένας βίωσε το ωραίο, το άσχημο, το κακό και το καλό, την ευτυχία
και τη δυστυχία, τον πόνο και τη φθορά, την εξορία, τη μοναξιά και τη
σιωπή, κι έχτισε τον περικαλλή ναό της
ποίησής του: Ο Ελύτης πετά στα γαλανά ύψη με τα πουλιά, είναι αιθεροβάμων, τον
βλέπεις να περιπατεί επί αφρισμένων κυμάτων, τυλιγμένο με χρώματα, ήχους και
φως. Ο Ρίτσος είναι πολύ γήινος ποιητής. Πλασμένος από χώμα και νερό και ουσία
χειροπιαστή και η ποίησή του είναι ένας χειροποίητος ναός σε αντίθεση με το
αχειροποίητον του έργου του Ελύτη. Ο δωρικής κατατομής Ελύτης σε όλη του τη ζωή
και την ποιητική οδοιπορία αναζήτησε την ομορφιά στην ισορροπία λόγου και
έργου, φυσικής και νοητής πραγματικότητας . Ο "ωραίος κάλλει" Ρίτσος,
είδε την άλλη όψη του κόσμου και πάσχισε να οδηγήσει τον κόσμο της στέρησης από
το σκοτάδι στο φως, στην ομορφιά της ζωής, της απτής πραγματικότητας.
Όταν
γεννιούνται και δημιουργούν ποιητές του μεγέθους και του ήθους του Οδυσσέα
Ελύτη και του Γιάννη Ρίτσου,
"Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις,-εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,
Νάτη πετιέται από ξαρχής κιανττρειεύει και θεριέυει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου".
Αν για κάτι βάσιμα μπορεί να καυχιέται η
Ελλάδα, είναι το φως, οι ποιητές και τα μάρμαρά της.
Ελένη
Χωρεάνθη
Π.Φάληρο, 10-9-2003
ΕΛΥΤΗΣ - ΡΙΤΣΟΣ
Βίοι
παράλληλοι - Έργα παράλληλα
Ο Ελύτης και ο Ρίτσος είναι δύο
από τους αντιπροσωπευτικότερους διανοούμενους ποιητές που κάλυψαν τον εικοστό
αιώνα. Και τόσο ο βίος, όσο και το
έργο τους, βαίνουν παράλληλα, αλλά κινούνται και αναπνέουν σε εντελώς διαφορετικά βιοτικά και
λογοτεχνικά επίπεδα. Παράγοντες εξωγενείς επηρέασαν, προφανώς, αποφασιστικά τη
ζωή και το έργο τους. Η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, όπως και η
ιδεολογική αφετηρία χάραξε και, ως ένα σημείο, καθόρισε τη στάση ζωής και διαμόρφωσε
το χαρακτήρα και τον κοινωνικοϊδεολογικό προσανατολισμό και τις προσωπικές
επιλογές του καθενός.
Είναι νησιώτες, προέρχονται από
ευκατάστατες οικογένειες. Είναι και συνομίληκοι. Ο Ρίτσος (1909-1990) γεννιέται
δύο χρόνια νωρίτερα από τον Ελύτη (1911-1996), και πεθαίνει έξι χρόνια νωρίτερα
από τον ομότεχνό του, ενώ ο Ελύτης γεννιέται δύο χρόνια μετά το Ρίτσο, και
πεθαίνει έξι χρόνια αργότερα, ζει τέσσερα χρόνια περισσότα, άρα είναι
μακροβιότερος. Αφετηρία και των δυο είναι η μυθική Ελλάδα και η κλασική
αρχαιότητα, η αρχαία λατρεία και η χριστιανική ορθοδοξία, η λαϊκή παράδοση και
το δημοτικό τραγούδι, τα μεσαιωνικά και τα εκκλησιαστικά κείμενα. Ζουν σε μια
σκληρή και ταραχώδη εποχή που ταλαιπωρεί πάνω από τέσσερες δεκαετίες το λαό.
Κουβαλούν στα φτερά των στίχων τους την πικρή εμπειρία δύο παγκοσμίων πολέμων,
δύο δικτατορικών καθεστώτων και ενός αιματηρού εμφυλίου που έπνιξε τον τόπο στο
αδελφοκτόνο αίμα, δημιούργησε απούλωτες ακόμα πληγές εκατέρωθεν, έσπειρε,
εξακολουθητικά, θανάσιμα μίση, αφάνισε ό,τι άφησαν πίσω τους οι δυο
προηγούμενοι πόλεμοι, στράγγιξε, κυριολεκτικά, τον τόπο, δίχασε και ταλαιπώρησε
το λαό, και όπως φαίνεται από τις συνεχιζόμενες έριδες, θα ταλανίζει χρόνια
ακόμα.
Είναι γεγονός αναντίρρητο πως ο
Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος κι ως
ένα βαθμό κι ο Βρεττάκος, είναι ποιητές κατεξοχήν ελληνοκεντρικοί και
ανθρωποκεντρικοί που με το δυνατό, πλυδιάστατο και πολυδύναμο έργο τους,
άνοιξαν κουνούργιους δρόμους στην ποίηση και χρησιμοποίησαν τρόπους άγνωστους
ως τήν εποχή που εμφανίστηκαν στο ποιητικό στερέωμα της χώρας. Κάλυψαν ολόκληρο
σχεδόν τον 20ο αιώνα και επεσκίασαν άλλους δημιουργούς των οποίων το έργο,
ασφαλώς, συνιστά υπολογίσιμης σπουδαιότητας και σημασίας προσφορά.
Της πατρίδας μου πάλι
ομοιώθηκα
μες στις πέτρες άνθισα και μεγάλωσα
των φονιάδων το αίμα με φως
πληρώνω
μακρυνή μητέρα ρόδο μου
αμάραντο
Θεώρησα αναγκαίο να προτάξω
αυτούς τους χαρακτηριστικούς στίχους από το "Άξιον εστί", για να δώσω
ευθύς εξαρχής το κέντρο βάρους του έργου του Ελύτη, ενός από τους
σημαντικότερους ποιητές, που είχε την τύχη να γνωρίσει ο αιώνας που εξέπνευσε.
Ενός ποιητή που μίλησε για λογαριασμό του τόπου του και του λαού της πατρίδας
του μέσα από την ψυχή του. Κι αυτό το κέντρο δεν είναι άλλο από τη
"δικαιοσύνη της Φύσης και της Γλώσσας.
Δεν είναι δυνατόν να αποσυνδεθεί
το έργο ενός μεγάλου δημιουργού από τη ζωή και τη μοίρα του λαού του οποίου τις
αγωνίες, τον πόνο, τους οραματισμούς και τις προσδοκίες βιώνει και, ως ταγμένος
να υπηρετήσει το έθνος, υποχρεούται υποστασιακά να ταυτιστεί, να γίνει η φωνή
του, να εκφράσει με σύμβολα και λαμπερές εικόνες τα συναισθήματα του λαού και
να αποφανθεί για λογαριασμό εκείνου μέσα από το εμπνευσμένο πατριωτικό του
έργο.
Η οικογενειακή και η οικονομική
κατάσταση του Οδυσσέα Ελύτη είναι αυτή που του παρέχει την ευχέρεια να ζήσει
ζωή άνετη, να ταξιδέψει, να ζήσει στο εξωτερικό, και του επιτρέπει να έχει όλο
το χρόνο στη διάθεσή του, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά και ολοκληρωτικά στην
τέχνη του. Έχει τη δυνατότητα και να θεωρεί τα δρώμενα στον ελληνικό χώρο από
περιοπής, διυλίζοντας το κέθε τι μέσα από ένα πολύπρισμα συμβόλων και
συμβολισμών.
Τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής,
κυρίως, οι οικογενειακές συνθήκες και ως ενα σημείο και η εφηβεία είναι οι
παράγοντες που καθορίζουν και διαμορφώνουν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό το
χαρακτήρα και το μέλλον του νέου ανθρώπου.
Ως έφηβος ο Ελύτης περνάει τις διακοπές του στα νησιά
του Αιγαίου, ζει ανέμελα μέσα στην αγκαλιά της αιγαιοπελαγίτικης ομορφοφιάς και
της αρμονίας που περέχει η μοναδική φύση του Αρχιπελάγους. Αναπνέει ελεύθερα
τον καθαρό αέρα. Χαίρεται τον ήλιο και τη θάλασσα. Η αρμύρα ψήνει το νεανικό
του δέρμα. Ρουφάει με απληστεία τον κόσμο που τον περιβάλλει, και πίσω από τα
χρώματα και τους μουσικούς ήχους βιώνει σύμπαντα τον Ελληνισμό και την Ελληνική
Πατρίδα παράλληλα με τη συνειδητιποίηση του τραγικού που βιώνουν από καταβολής
κόσμου οι Έλληνες, έξω και πέρα από κάθε πολιτική ή ιδεολογική σκοπιμότητα. Η
ψυχή του γεμίζει ομορφιά. Αποτυπώνονται μέσα του όλα εκείνα τα χαροποιά
στοιχεία που αποτελούν το περιτύλιγμα της αγωνίας και των βαθύτερων
προβληματισμών του για τη μοίρα και την πορεία του λαού και του έθνους. Το
αιγαιοπελαγίτικο φως διαπερνά και κατασκηνώνει στο σώμα του, τρέφει τα όνειρα,
δίνει υπόσταση στους οραματισμούς του και τον πλουτίζει με όλα τα στοιχεία που
στελεχώνουν και ενδυναμώνουν το ποιητικό του έργο. Οι γαλανοί, απέραντοι,
ορίζοντες, το άπλετο άσπρο φως που καταυγάζει τον αιγαιοπελαγίτικο χώρο, οι μουσικοί
παλμοί των κυμάτων, τα λευκά βότσαλα, οι τρελοί βορειάδες που κάνουν τα δέντρα
να προσκυνούν το χώμα που τα τρέφει, θα γίνουν σημάντορές του από πολύ νωρίς,
από την τρυφερή του ηλικία και θα υποστυλώσουν τα ποιητικά μορφώματά του. Θα
δώσουν στο μεγαλόπνοο έργο του την αστραφτερή φωτεινότητα και διαύγεια, ακόμα
κι εκεί που θαρρείς πως κυριαρχεί η σκοτεινότητα. Είναι όλος αισθήσεις.
Θωπεύει, οσφραίνεται, βλέπει, ακούει. Καταβροχθίζει ό,τι είναι γύρω του,
εικόνες, ήχους, μύρα, αντικείμενα. Όλος ο κόσμος κι ο ίδιος είναι είναι όλος
φως: "Φως το χέρι, φως το πόδι κι όλα γύρω του είναι φως".
Ξεδιπλωμένος από τη μια ίσαμε την άλλη άκρη πάνω από τον ελληνικό γεωγραφικό
χώρο θεωρεί με μάτι άγρυπνο σύμπαντα τον Ελληνισμό. Είναι απέραντος κι
ατελεύτητος μέσα στο καλοδουλεμένο, σμιλεμένο, σχετικά ευσύνοπτο και ηλεγμένο,
χωρίς περιττά στοιχεία μεγαλειώδες έργο του. Όσο πιο πολύ και πιο υπεύθυνα
εμβαθύνεις στο έργο του Ελύτη, τόσο πιο μεγάλος Έλληνας και ποιητής σου
αποκαλύπτεται.
Πέρα από τις όποιες ενστάσεις που
μπορεί να προβάλλει κανείς ως προς τη στάση του σε οριακές στιγμές της
πρόσφατης ιστορίας μας, ο Ελύτης είναι γεμάτος Ελλάδα. Είναι με τη σειρά του,
στην ώρα του και με τον τρόπο του, η φωνή της όρθιας, της μοσχοβολούσας,
απαστράπτουσας, της λαλούσας Ελλάδας που έχει εγκολπωθεί και τον προστάζει. Και
γίνεται προπομπός "αναμορφώσεως του αρχαίου κάλλους". Είναι η Ελλάδα
ολόκληρη με τις δυστυχίες και τα βάσανά της, διαποτισμένη, ωστόσο, και ντυμένη
φως και ομορφιά μέσα στην αδιαμφισβήτητη αντοχή και την αιωνιότητά της.
Η αναγνωσιμότητα,
αναγνωρισιμότητα και η ερμηνεία των συμβόλων και των συμβολισμών είναι τα
επιβεβλημένα και τα ασφαλέστερα μέσα για την προσέγγιση, εμβάθυνση, κατανόηση
και εκτίμηση του ποιητικού του κατορθώματος, τόσο στις μεγαλόπνοες ποιητικές
συνθέσεις, όσο και στα παιγνιώδη, χαριτωμένα στιχουργήματα που προκύπτουν από
την επαφή του με τα απλά, τρυφερά, καθημερινά πράγματα, όπως είναι το άγγιγμα
της απαλής κοριτσίστικης σάρκας στην αμμουδιά ή η θέα ενός γυμνού, ανέμελου
κοριτσιού που βουτάει στο πέλαγος ή κάθεται στα βράχια κι απολαμβάνει την
απεραντοσύνη του καταγάλανου πόντου.
Ο Ελύτης γεμάτος Ελλάδα οδεύει
προς τις μεγαλουπόλεις της Δύσης, αναστρέφεται με εξέχουσες προσωπικότητες της
διανόησης και της τέχνης, έρχεται σε επαφή με τα δυτικοευρωπαϊκά λογοτεχνικά
ρεύματα και γράφει, ωστόσο, πάντα οχυρωμένος στη μοναξιά του, από απόσταση
ασφαλείας. Ο ίδιος ορίζει και τις συνιστώσες της ποίησής του:
"Η ποίησή μου είναι
ενιαία.Υπάρχει σ' αυτήν μια εσωτερική
ενότητα, μια
αλληλουχία, όπου γλώσσα, θέμα, νόημα συνυπάρχουν αρμονικά και αλληλένδετα".
Και ερμηνεύοντας τους στόχους του δηλώνει:
Θεωρώ την ποίησή μου πηγή
αθωότητας γεμάτης επαναστατικές δυνάμεις. Αποστολή μου είναι να κατευθύνω τις
δυνάμεις αυτές κατεναντίον ενός κόσμου που δεν μπορεί να αποδεχτεί η συνείδησή
μου, έτσι ακριβώς, ώστε μέσω διαδοχικών μεταμορφώσεων να φέρω τον κόσμο αυτόν
σε αρμονία με τα όνειρά μου. Αναφέρομαι
εδώ σ' ένα σύγχρονο είδος μαγείας, ο μηχα νισμός της οποίας οδηγεί στην
ανακάλυψη της αληθινής μας πραγματικότητας.(...)Ελπίζοντας στην επίτευξη μιας απελευθέρωσης
απ' όλα τα δεσμά και μιας δικαιοσύνης που θα ταυτιζόταν με το απόλυτο φως,
είμαι ένας ειδωλολάτρης που, αθέλητα, καταλήγει στη χριστιανική αγιότητα".
Σίγουρα ο δημιουργός είναι ο πιο
αρμόδιος κι ο πιο ειδικός κριτής του
έργου του, αλλά ό,τι δημοσιοποιείται απευθύνεται σε κοινό, προϋποθέτει
αποδέκτες και πρόθεση επικοινωνίας με όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους.
Ο Ελύτης αν και ταξίδεψε στην
Ευρώπη- κατά την παραμονή του μάλιστα στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα
φιλολογίας- και στις ΗΠΑ και αναστράφηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες και
διανοούμενους της εποχής, παρέμεινε "απολιτικός", ισχυριζόμενος πως
το έργο του είναι η πρώτη και η μοναδική του έγνοια:
"Προσπαθώ αυτό που έχω να πώ, να το
πω όσο γίνεται καλύτερα. Μου αρκεί. Δεν περιμένω τίποτε και από
κανέναν...."
Και μια λαλούσα σιωπή τον συνοδεύει στη ζωή και στο έργο του, με την
έννοια πως ποτέ δεν βγήκε στους δρόμους ο Ελύτης να διακηρύξει τα πιστεύω
του και να λάβει μέρος σε κάθε λογής κοινωνικούς αγώνες, όπως
έπραξαν άλλοι ομότεχνοί του:
" Ο καθείς και τα έργα του", όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος.
Έζησε μέσα σε μια φυσική και
μεταφυσική μοναξιά υπομονετικά, με
ευλάβεια και πίστη στην αποστολή του ποιητή, που του ανέθεσε η ίδια η ζωή
και κατά την ομολογία του την άντεξε αυτή τη μοναξιά σε όλη του τη ζωή:
"Τη μοναξιά την άντεξα σαν
το χαλίκι".
Και το μόνο που τον απασχολούσε ήταν να ανακαλύπτει την ομορφιά και τη
μουσική, που είναι τρυπωμένη μέσα στα απλά πράγματα και πίσω από την επιφάνεια
των φθαρτών πραγμάτων, ζώντας μόνος, όπως οι ασκητές κι οι προφήτες, οι
ομολογητές κι οι απολογητές της πίστης, όπως βγαίνει και από τους απκαλυπτικούς
στίχους του:"Θα καρώ μοναχός *των
θαλερών πραγμάτων/Σεμνά θα υπηρετώ * την τάκη των πουλιών/Στον όρθρο της Συκιάς
* από τις νύχτες θά ' ρχομαι /κατάδροσος * να φέρω στην ποδιά μου/Το κυανό * το
μωβ /Και τις γενναίες του νερού * ν'
ανάβω/σταγόνες * ο γενναιότερος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως έχουμε
μπροστά μας τοπία και εικόνες,
πράγματα και θάματα της θαλασσινής πατρίδας, όπου κυριαρχεί το αιγαιοπελαγίτικο φως, χρώματα και
δροσερές αυγές, γαλάζιο και σκήτες οσίων και αγίων.
Υπακούοντας σε κάποια ενδόμυχη
φυσική αναγκαιότητα και έχοντας μεγάλη θητεία στο δημοτικό τραγούδι και μακρά
αναστροφή με τα αρχαία, μεσαιωνικά και εκκλησιαστικά κείμενα, διαθέτει πλούσιο
λεξιλόγιο, που φανερώνει αυστηρή επιλογή του ουσιώδους και χρήση συχνών
μεταφορών. Ο στοχασμός του είναι λυρικός εμπλουτισμένος με
πολλά ρομαντικά στοιχεία και η
μεταφυσική του χαρακτηρίζεται από έναν εκλεπτισμένο πνευματικό αισθησιασμό.
Η φυσική πραγματικότητα, όλα τα
στοιχεία της ελληνικής γης,
τοποθετημένα, ωστόσο, σε μια ποιητική άνευ ορίων Ελληνική γεωγραφική, ιστορική και μεταφυσική έκταση,
γίνονται "σήματά" του, σύμβολα και εκφραστικά του μέσα κι αυτά είναι
που συνθέτουν τη μαγεία της ελληνικότητας του ποιητή.
Σημασία έχει τι προσέφερε στον
τόπο του και στο λαό του, στη γλώσσα
του λαού του, που τη χρησιμοποίησε ως όργανό του για να εκφραστεί και
να στοιχειοθετήσει ένα ποιητικό έργο πολυσύμαντο και ευσύνοπτο,
συγκριτικά με άλλους ομοτέχνους του σε έκταση, μολονότι αγκαλιάζει σύμπαντα
τον Ελληνισμό και το ελληνικό σύμπαν στις διαχρονικές του διαστάσεις.
Όλες οι συνθέσεις του, μικρές και
μεγάλες είναι τεχνικά άψογες. Ο Ελύτης
δούλευε τα έργα του. Η έμνευση, η τελετουργική μαντική, αυτό που διαπερνά
διαισθητικά τον ποιητή και το έργο του είναι το δώρο του Θεού. Από κει και πέρα
όμως απαιτούνται ένα πλήθος άλλα πράγματα και πολύς ιδρώτας για να στηθεί ένα
μεγαλόπνοο έργο με διαχρονικές προδιαγραφές και αξιώσεις.
Τα ποιήματα του Ελύτη είναι
μαγγανείες, που παραπέμπουν στο αιώνιο
πνεύμα του ελληνισμού, το οποίο υπαινίσσεται διαρκώς ένα ιδανικό τελειότητας,
το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Πέρα όμως
από την εξωτερική ομορφιά των στίχων, η ποίηση του Ελύτη λειτουργεί μέσ' από
την ανάμνηση, που περικλείει το παρελθόν,το παρόν, αλλά και το μέλλον. Είναι
μια ποίηση κυκλική: μέσα από τη θέση και τη μουσική των λέξεων διαγράφει
κυκλική τροχιά. Είναι γεμάτη αντιχήσεις και αντικατοπτρισμούς. Παραπλανά με τις
εικόνες της, που ανατρέπει η μια την άλλη, για να λειτουργήσει σ' ένα άλλο
επίπεδο, ν' ανυψωθεί ως τη σφαίρα του υπέρλογου, όπου είναι ο χώρος της:
"Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό
καμένο(...)/Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας...."
Πόσα και πόσα περιεχόμενα δεν
κρύβονται πίσω από αυτούς τους
στίχους που είναι γεμάτοι εικόνες και σημαίνουν διαφορετικά πράγματα!
Όπως ο μεγάλος Σικελιανός, ο
Ελύτης προσβλέπει πάντα προς το θείο, το μοναδικό ύψιστο σημείο. Ακολουθεί τους
Αρχαίους συμπορεύεται μαζί τους, κατακυρώνοντας έτσι τις πανανθρώπινες
μεσογειακές αξίες,
τις οποίες αντιπροσωπεύουν η γλώσσα και η πατρική του γη. Κι αυτό είναι που
του δίνει το δικαίωμα να διατείνεται πως μετά από το φως είναι
η γλώσσα που δίνει υπόσταση στον έργο του και στον κόσμο, αυτόν το μικρό το
μέγα κόσμο. Η γλώσσα που την αναζήτησε αιώνες μέσα του και:
"Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ'
απύθμενα/με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας/
νύχτες και νύχτες/το λευκό
αναζήτησα ως την ύστατη ένταση/του μαύρου Την ελπίδα ως τα δάκρυα/τη χαρά ως
την άκρα απόγνωση"
Κι όλα αυτά που μάζεψε από την οδυνηρή κατάδυση στα μυστήρια των βιβλίων τα
κράτησε μέσα του ως εγγυμονούσα γυναίκα. Και:
"Ήμουν στον έκτο μήνα των ερώτων/και
στα σπλάχνα μου σάλευε σπόρος ακριβός
/ΑΥΤΟΣ/ο κόσμος ο μικρός ο
μέγας"
που βγήκε μετά από τα σπλάχνα του και κράτησε πολλούς αιώνες, όπως
συνέβη και με τις κυήσεις και τα γεννοβολήματα του Χάους και της μεγάλης Μητέρας Γης. Κι έτσι αξιώθηκε να
πει:
"Τη γλώσσα μου έδωκαν
ελληνική".
Από αρχαιοτάτων χρόνων, οι Έλληνες
"με λέξεις και μ' έρωτα έβίωσαν το
χρόνο τους", όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο ποιητής Κώστας Τσιρόπουλος.
Η γλώσσα είναι πάντα μια
δυνατότητα αθανασίας υφαρπαγής και παγίδευσης του χρόνου, μια ευκαιρία
ανταρσίας απέναντι στους ίσκιους που εφευρίσκουν οι αιώνες για να μας
ξεμακρύνουν από την ανάσταση.
Και στον Ελύτη η γλώσσα είναι "τρόπος ζωής και ψυχής, σημαία
διαρκείας και τρόπος ενάντιος στις βολές των μη ενήμερων του ουρανού...",
όσων δηλαδή δεν μπορούν να γευτούν την ομορφιά της ποίησης.
Ο Ελύτης συχνά παραπέμπει στα
αρχέγονα στοιχεία του κόσμου, στο
νερό, στον αέρα, στη φωτιά. Δεν χρησιμοποιεί μύθους, αλλά ανατρέχει στις
πηγές της μυθογένεσης, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος. Είναι παθιασμένος με
τη γλώσσα, με τη γη, με τα χρώματα, με ό,τι ελληνικό. Όμως ο Ελύτης δεν είναι
μόνο χρώμα και εικόνα και μουσική φανερή. Πίσω από τις ατελείωτες εικόνες, τις
πολλαπλές αντιστροφές και τα λαμπερά χρώματα, τα σχήματα και τις ερωτοτροπίες
με τις λέξεις και τις φράσεις, υποφώσκει το πνευματικό, το ιστορικό και το
πολιτιστικό περιεχόμενο και γίγνεσθαι της Ελληνικής πατρίδας, του Ελληνισμού
στο σύνολό του. Και μέσα από όλα αυτά θα παλαίψει μιαν ολόκληρη ζωή, για να
απελευθερώσει το άτομο από κάθε
χειραγωγία, από κάθε κοινωνική σύμβαση και περιορισμό, από κάθε
υποκρισία, "κρατώντας το μηχανισμό
της μυθογένεσης".
Πρώτη του έγνοια ήταν να βρει
"τις πηγές του Νεοελληνικού
Κόσμου" και "κράτησε τον
μηχανισμό της μυθογέννεσης αλλά όχι και τις μορφές της μυθολογίας",
αντιδρώντας συνειδητά στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί ο Ρίτσος "μορφές από τη μυθολογία και την ελληνική
τραγωδία" και διαχωρίζοντας τη θέση του τόσο από το σικελιανό, όσο και
από το Σεφέρη, ο οποίος "δεν επηρεάστηκε μόνο από την ελληνική κληρονομιά
αλλά και από τον Έλιοτ". (Άκμων,σ.195). Προσωποποιεί δηλαδή τα πράγματα
που εκφράζουν τις έννοιες τις οποίες χρησιμοποιεί. Αυτό σημαίνει μυθογένεση.
Στον Ελύτη, η αρετή είναι ένα
όμορφο κορίτσι που μάχεται το κακό σκορπίζοντας φως στο σκοτάδι. Αλλά οι ιδέες
του δεν μετατρέπονται ποτέ
σε αναγνωρίσιμες μυθικές ή άλλες μορφές, όπως εξηγεί ο ίδιος ο ποιητής.
Στην πρώτη περίοδο της ποιητικής
του παραγωγής κυριαρχεί η φύση
και οι μεταμορφώσεις.Η ποίησή του είναι υπερρεαλιστική κατά κύριο λόγο.
Στο "Άξιον εστί",ο ποιητής, χωρίς να απομακρύνεται από το κοσμικό
όραμα του κόσμου, είναι περισσότερο συνειδητοποιημένος ιστορικά και
ηθικά. Ο κόσμος, βέβαια είναι και παραμένει ο ίδιος, αλλά ο ποιητής
θέλησε να πραγματώσει το υψηλότερο και ουσιαστικότερο περιεχόμενο της
αληθινής ανθρώπινης φύσης: την Πατρίδα και την Πίστη. Υπάρχει μια
αντιστοιχία με το έργο του Παλαμά στο σημείο αυτό, όπως και με του
Κάλβου και του Σικελιανού, όσον αφορά κυρίως τις "Πέντε
συνειδήσεις". Στο
πρώτο μέρος, τη "Γένεση"
δίνεται το ελληνικό φυσικό και ανθρώπιπινο τοπίο με τον τρόπο της μυθογένεσης.
Όλα εκεί πλέουν μέσα σ' ένα κάτασπρο φως, όλα ερωτεύονται, όλα είναι μαγικά:
"Κόρες όμορφες και γυμνές και λείες ωσάν το βότσαλο/ με το λίγο
μαύρο στις κόχες των μηρών/και το πολύ και πλούσιο ανοιχτό στις ωμοπλάτες/να
φυσούν όρθιες μέσα στην Κοχύλα/(...)μικρές φωνές πουλιών και υακίνθων/ή άλλα
λόγια του Ιουλίου"
Ο χρόνος είναι ανύσταχτος για τον ποιητή, που αγρυπνημένος ψάχνει
τη μοίρα του και τη φυλή του, ώσπου την ανακαλύπτει, ανακαλύπτει και
συνειδητοποιεί το πεπρωμένο του ως οδηγό του λαού του:
"Ποιας φυλής ανύπαρχτης γόνος
νάμουν/τότε μόνο ενόησα/(...)Πέρασε μέσα μου Έγινε/αυτός που είμαι.(...)/ΑΥΤΟΣ
εγώ λοιπόν /και ο κόσμος ο μικρός ο μέγας!
Ενώ στα "Πάθη"ο ποιητής βρίσκεται πλέον
ενώπιος ενωπίω με τον κλόσμο του:με το λαό, τον τόπο, την ιστορία και τη γλώσσα
του. Οδεύει προς το Γολγοθά των νέων Παθών, των δεινών και των βασάνων του.
Ταυτίζεται με τον κατακερματισμένο υπερήφανο λαό των αθώων...
" Μοίρα των αθώων, είσαι δική
μου μοίρα!..."
Σημειώνει με σπαραγμό και οδύνη
ψυχής και σώματος. Και όχι μόνο. Ο ποιητής γίνεται η γλώσσα κι η μοίρα των
άταφων νεκρώ του για να πάρει πίσω το αίμα τους(σ.35). Και πιο κάτω θα πει:
"Θεμέλιωσα τα σπίτια μου*στη
μνήμη μόνος"
γαντζωμένος στη μνήμη στην ιστορία και στο πάθος για ζωή κι ελευθερία
που είναι μόνιμα χαρακτηριστικά των Ελλήνων, θεμελιώνει το ποιητικό του
σύμπαν, τον αχειροποίητο κόσμο του(36).
Κι ό,τι αθώο και γνήσιο κι ωραίο
περιβάλλεται με μιά αγιότητα, όπως το νεογέννητο βρέφος, τρυφερό κι αμόλυντο
και τον αγγίζει όχι μόνο
αισθητικά, αλλά και διανοητικά. Κάτι που έχει την αρχή του στο Σολωμό: "Πρέπει πρώτα να συλάβει ο νους κι
ύστερα η καρδιά..." Που σημαίνει, για να γίνει ποίημα η αίσθηση, το
αίσθημα, πρέπει να πάρει μέρος κι ο νους, χρειάζεατι και διανοητική διεργασία:
"Αγγίζει το νου μου και πονεί το
βρέφος της άνοιξης!"
Δεν θ' αργήσει όμως η εικόνα αυτή
να αντικατασταθεί από μιαν άλλη
ιστορικά και μυθικά και θρησκευτικά φορτισμένη:
"Τα θεμέλιά μου στα βουνά/και τα βουνά
σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους/και πάνω τους η μνήμη καίει/άκαυτη βάτος!"
Εικόνες και ρήματα που παραπέμπουν
στην αρχή του κόσμου και του χρόνου. Γιατί έτσι μόνο θα λάβουν τα όνειρα
εκδίκηση και θα σπείρουν γενεές ωραίων ηρώων στους αιώνες των αιώνων(36).
"Οι θεμέλιοί μου εν τοις όρεσι τοις αγίοις αυτού", έρχεται ο
απόηχος των λόγων του ψαλμωδού. Αλλά ο Ελύτης προχωράει τους λαούς, τους
βλέπει να σηκώνουν στους ώμους τους τα βουνά της ιστορίας για να
διαιωνίσουν το γένος, τη φυλή και τη γλώσσα τους. Δεν λέει ο λαός, αλλά οι
λαοί και μ' αυτόν τον τρόπο δίνει παγκοσμιότητα στο στοχασμό του.
Και με το "Δοξαστικόν ", έρχεται η λύση του
δράματος, όπως στην αρχαία τραγωδία και η Κάθαρσις.
Το "Άξιον εστι", το έργο που έκαμε γνωστό τον ποιητή στο ευρύ
κοινό
και χάρισε στον ίδιο και στην Ελλάδα ένα ακόμα Νόμπελ, διαιρείραι σε τρία
μέρη: Γένεσις-Τα πάθη-Δοξαστικόν, σύμφωνα με τη βυζαντινή εκκλησιαστική
αρχιτεκτονική, είναι δηλαδή θεμελιωμένο πάνω στη λειτουργική παράδοση και την
τριαδική συμμετρία, πάνω σε μια αυστηρή αρχιτεκτονική συμμετρία, που σημαίνει
πως υπάρχει συμμετρία ανάμεσα στη φύση
και στη γλώσσα. Και οι ελεύθεροι στίχοι του χαρακτηρίζονται από την αυστηρή
πειθαρχία της βυζαντινής προσωδίας. Επίσης ο μαγικός αριθμός επτά κυριαρχεί
στις ποιητικές συνθέσεις του Ελύτη: "Έξι
και μια τύψεις για τον ουρανό", δηλαδή επτά!
Από σύνθεση σε σύνθεση οι
εκφραστικοί τρόποι του Ελύτη αλλάζουν.
Χρησιμοποιεί άλλες μορφές, μπορεί πιο ανάλαφρες, πιο φωτεινές, πιο
ανάερες, εικόνες ανατρεπτικές κι αυτού ακόμα του θανάτου:
"Ο καημός του θανάτου τόσο με
πυρπόλησε, που η λάμψη μου/επέστρεψε στον ήλιο./
Κείνος με πέμπει τώρα μέσα
στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και/του αιθέρος,/Λοιπόν. Αυτός που γύρευα, ε ί μ
α ι".
Έτσι μέσα από τη μετατροπή του
θανάτου σε φως, ο ποιητής αποκτά αυτογνωσία.
Ο ήλιος κατέχει πάντα δεσπόζουσα
θέση στην ποίηση του Ελύτη και η μεταφυσική του χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως
"ηλιακή μεταφυσική". Πρόκειται για το μέγα μυστήριο του φωτός στον
ελλαδικό χώρο:
"Σπούσε πέτρες ο ήλιος και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι".
Γιατί η ποίηση του Ελύτη
καταυγάζεται από αυτόν τον ακράτητο, τον
αναμάρτητο, τον αβασίλευτο ήλιο της Δικαιοσύνης, τον ήλιο τον ηλιάτορα, τον
πετροπαιχνιδιάτορα..
Η "Μαρία Νεφέλη" κινείται σε διαφορετικά επίπεδα, είναι μια νέα
που
ζει την εποχή της και μιλάει τη γλώσσα της δικής της εποχής καθώς
κάνει διάλογο με τον ποιητή και τον
παρωχημένο κόσμο του. Μέσα, ωστόσο, από τις αντιλογίες, τις αντιθέσεις και τις
αντιπαραθέσεις τους, και μέσα από τους διαφορετικούς δρόμους και εκφραστικούς
τρόπους που ακολουθούν, ως απολογητές της γενιάς του ο καθένας, μπορεί κάποτε
να συναντηθούν! Να βρεθούν στο σταθερό σημείο του κόσμου, του κόσμου τους!
Κινείται μέσα σ' έναν ιδεατό
ποιητικό γεωγραφικό χώρο, σ' ένα άλλο σύμπαν, όπου η αμαρτωλότητα δεν έχει
θέση. Πιστεύει στην αγιότητα των αισθήσεων. Και όπου τα πάντα μπορεί να συμβούν
όπως στα όνειρα και στα παρμύθια, γιατί υπάρχει και λειτουργεί το μαγικό
στοιχείο, το θαύμα! Πολλές φορές έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση
"μετεωρική", όπου όλα τείνουν να απογειωθούν, όπως συμβαίνει με το
"χαμένο
ανθυπολοχαγό της Αλβανίας"στο "Άσμα ηρωικό και πένθιμο",
όπου τα πάντα είναι άυλα, διάφανα, σαν τον ηρωικό νεκρό που:
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος/Τόσο
πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του/φαίνεται μέσ' στα σύννεφα ο ΄Ολυμπος
ο αληθινός/και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων/Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα
τ' όνειρο από το αίμα/(...)Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος...."
Μεγάλη, αδιαπραγμάτευτη αγάπη του
ποιητή είναι η θάλασσα, που κληροδοτεί
σ' όλους την ελληνική παράδοση, που περιέχει όλες τις αξίες του
αιγαιοπελαγίτικου χώρου και κόσμου, φωτοπλημμυρισμένου,
καταγάλανου, διάπλατα ανοιχτού χώρου, όπου συχνά το πνεύμα παίρνει τη μορφή
ενός κοριτσιού, μιας τρυφερής νεανικής ύπαρξης, που έχει φτερά και μπορεί να
πετάξει στο χώρο του υπέρλογου. Αυτό το κορίτσι είναι "η Μάγια η αστραφτερή", η πιο μικρή
από τα εφτά παιδιά της Πούλιας. Είναι το "Δελφινοκόριτσο". Είναι "Η ποδηλάτισσα" στα χαριτωμένα "Ρω του έρωτα". Είναι όμως πάντα παρούσα και η αναζήτηση
ενός επίγειου παραδείσου, που τον συνθέτουν τα στοιχεία, που φέρνει ο
ποιητής μέσα του από τη νησιωτική του πατρίδα: ο αέρας, το νερό, το
φως, τα χρώματα, αγάπες του παντοτεινές, τα αρχέγονα στοιχεία.
Ο Ελύτης είναι σαφώς ο ποιητής των
αγίων αισθήσεων που αποτελούν το κέντρο και το μέσο για την προσέγγιση του
ποιητικού αντικειμένου. Θέλει το σώμα αγνό και τις αισθήσεις επίσης. Σταθερό
στοιχείο του η αθωότητα:
" Νά 'χει όλος ο χρόνος
αθωωθεί...."
Ο Ελύτης με τις αισθήσεις "κατενόησε τον κόσμο", όπως και οι
Αρχαίοι που δεν είχαν την έννοια της αγιότητας, μιας αισθησιακής αγιότητας, που
προσαρμόζει τη χριστιανική έννοια του εξαγνισμού στον κόσμο των αισθήσεων, οι
οποίες αποπνέουν συνήθως ένα άρωμα αγιότητας. Ακούμε τη Μαρία Νεφέλη:
"(...)διδάσκω με το σώμα μου το κόκαλο
της θάλασσας/το μπλε κοράλι με τις διαφάνειες/περπατώ κομμένη στο παράθυρο και
αντλώ ατελεύτητα..."(102)
Και πιο κάτω επιγραμματικά:
"Ένα σώμα γυμνό είναι η μοναδική
προέκταση /της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το μυστήριο".
Δεν ανήκει σε καμιά σχολή υπερρεαλισμού, χρησιμοποίησε,ωστόσο, στοιχεία από
τον Υπερρεαλισμό και τα προσάρμοσε στο ελληνικό φως. Η ποίησή του Ελύτη έχει
φωτεινότητα, διαφάνεια, στιλπνότητα, παρά την πυκνότητα και τους συμβολισμούς.
Καταυγάζεται από φως απόλυτο. Και το φως δίνει τη λύση κάθε μυστηρίου και
κάποτε φτάνει ως τα όρια και την περιοχή του παραλόγου.
Μέσα από το αιγαιοπελαγίτικο
τοπίο που το λούζει το φως κι η αρμύρα αναζητεί το αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας,
χρησιμοποιώντας στοιχεία υπερρεαλιστικά ανατρέποντας έτσι τον ευρωπαϊκό
ορθολογισμό. Η σύνδεσή του με τον τόπο του είναι φυσιολογική, χωρίς
προκαταλήψεις, γεγονός που του επέτρεψε να δημιουργήσει έναν κώδικα
επικοινωνίας με το κοινό με γνήσια ελληνικά στοιχεία. Και μπόρεσε να εκφραστεί
καίρια ποιητικά ενσωματώνοντας στην ποίησή του πράγματα ντυμένα με το
μεταφυσικό στοιχείο που είναι και η μαγεία της ποίησής του. Η φύση και η
ζωντανή ελληνική γλώσσα είναι οι δάσκαλοι και οι σημάντορές του:
"ΟΤΙ θα κατηχηθείς απ' τα πουλιά/κι
ένα φύλλωμα λέξεων θα σε ντύσει/ελληνικά να μοιάζεις αήττητη/(...)/ΟΤΙ μόνη σου
τέλος θ' αρμοστείς/αργά στο μεγαλείο/της ανατολής και του
ηλιοβασιλέματος",
όπως επισημαίνει καταληκτικά στην επαναστάτριά του Μαρία Νεφέλη,
δηλώνοντάς της, έμμεσα πλην σαφώς, πως δεν υπάρχει μήτε αρχή μήτε τέλος στη
ζωή και πως ο θάνατος είναι μια άλλη διάσταση της Ζωής.
Δεν είναι σωβινιστής ούτε
εθνικιστής, σαφώς. Βρίσκει αναλογίες
ανάμεσα στην ελληνική φύση και στην ελληνική τέχνη: η γραμμή των αττικών βουνών
επαναλαμβάνεται στο αέτωμα του Παρθενώνα. Υπάρχει μια αντιστοιχία στη γραμμή
της φύσης και στη γραμμή του φωτός, στη γραμμή των αρχαίων καλλιτεχνημάτων και
στην ποίηση του Ελύτη. Και παντοτεινή του έγνοια ήταν να ανακαλύπτει αναλογίες
ανάμεσα στη φύση και στη γλώσσα μέσα στην επικράτεια της φαντασίας, που
σημαίνει τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον κόσμο. Προσπαθούσε να είναι παρθενικό
ό,τι έβγαινε από τα χέρια του και το κείμενό του να είναι απομακρυσμένο από την
καθημερινή χρήση των λέξεων. Οι λέξεις του φανερώνουν τη σπανιότητά τους και η
επιτυχία της γλώσσας του εξαρτάται από τον τρόπο που τις τοποθετεί και τις
συδυάζει στο στίχο. Επίσης υπάρχει άφθονο το στοιχείο της έκπληξης στον Ελύτη.
Τον αποκάλεσαν ποιητή της χαράς
και της αισιοδοξίας, παρασυρμένοι προφανώς από τα χρώματα και τους μελωδικούς
ήχους που αναδίνουν
οι μουσικοί καλοζυγιασμένοι στίχοι του. Δεν είναι μόνο αυτό ο Ελύτης.
Είναι πολλά πράγματα. Κρύβει διακριτικά βαρύ πένθος για την οδυνηρή
απώλεια. Είναι χαρακτηριστικοί οι προλογικοί στίχοι στο Μονόγραμμα:
"Θα πενθώ πάντα-μ' ακούς;-για
σένα/μόνος στον Παράδεισο.
Η ποίηση μοιάζει με την ίδια τη
φύση. Δεν είναι ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη. Η ελληνική γλώσσα, εξάλλου,
είναι μια λεπτή γλώσσα που απελευθερώνει ένα λεπτό περιεχόμενο.
Η σιωπή που τη συναντάμε στα πρώτα
του ποιήματα, τον ακολουθεί σ'
όλη του τη ζωή και την ποιητική δημιουργία:
"Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
/και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη/ερωμένη αλλοτινών ήχων /(...)/Όλα
τα δάχτυλα σιωπή/έξω απ' τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου/σιγά σιγά ξετυλίγεται
η εξομολόγηση(...)./Και όλα,ως και "τα μάτια της -είναι-σιωπή(...)/και ο
πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί/ακούσιος καταρρέει Μες στην ιδέα που
αχρηστεύεται απ' το με-/λαγχολικό/σιωπητήριο..."(23).
Πίσω από τις λέξεις υπάρχει μέγα
βάθος, πλούτος και θάμβος, αλλά και
πίκρα και νοσταλγία και θλίψη διαβρωτική πολλές φορές, που καλύπτεται από
τα έντονα χαρούμενα χρώματα, τις αδρές εικόνες και την υποβλητική μουσικότητα
που αποπνέουν οι στίχοι σε όλα τα τοπία του. Και μια
"Μοναξιά αβάσταχτη στου αντρός
τα στέρνα",
που όμως
"σκόρπισε κι έσπειρε
άστρα" (έξι και μια
τύψεις...σ.10).
Το σκοτάδι είναι μια σιωπή
λαλούσα. Και υπάρχουν πάντα δυο μάτια κοριτσιού που
"αγγίζουν τη
σιωπή"
μια σιωπή πιο αρμονική και πιο βαθιά, πιο γνήσια μουσική και ηδονή κι
κόσμος του γεννιέται αδιάκοπα μέσα σε μια μαγευτική σιωπή, όλα μαζί, η
πλάση ολάκαιρη, είναι νεογέννητα βρέφη, όλα είναι σαν να βγαίνουν μόλις από τα
χέρια του Θεού. Κι ο ποιητής σαν να βρίσκεται στην πρώτη ώρα της δημιουργίας:
"΄Ο,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή
του πάντα..."
Και όλα είναι αθώα, αγνά,
πάναγνα, τρυφερά κι αναμάρτητα...
Αλλά είναι γεμάτα ποίηση και τα
χαριτωμένα τα παιχνιδιάρικα
ποιήματα του Ελύτη, όπως είναι "
Η Πορτοκαλένια" που τη μέθυσε ο ήλιος και στάθηκε αθώα και πάναγνη,
γυμνή μπροστά στους τριανταδυό
ανέμους του ανίδεου γελαστού θεού...
΄Οπως είναι "Οήλιος ο ηλιάτορας", όπου με τους
πεταχτούς στίχους, χαριτωμένους
καταθέτει την πικρή του πείρα για τη σκληρή μοίρα των ανθρώπων του τόπου του
και δίνει συμβολικά την ατμόσφαιρα και τα τοπία της καθολικής οδύνης των ημερών
εκείνων, όταν κυβερνούσε τον τόπο η παράνοια των συνταγματαρχών...Λέει πικρά η
φαρμακωμένη, χαροκαμένη μάνα:
"Όνειρα πόκανα κρυφά/για τα παιδιά π'
ανάθρεψα/ποιος τόλεγε πως θε να μού/τα στείλουνε του σκοτωμού..."
Κι όλα αυτά κι άλλα πολλά δυσάρεστα και τρομερά
"Τ' άκουσε ο ήλιος κι έφριξε/το φως το
κόκκινο έριξε/πήραν να καίγονται οι στεριές/
κι όλες οι πάνω
γειτονιές..."
Στίχοι που παραπέμπουν στο
Δημοτικό τραγούδι και στις πηγές του Νεοελληνικού Λόγου.
Ο Ελύτης είναι ποιητής των
μεγάλων συνθέσεων, αλλά και των μικρών
πραγμάτων. Με τους στίχους του, με τις λέξεις, με τα σύμβολα , με τη μαγική
δύναμη, τη διάρκεια και την εξουσία των αρχέγονων στοιχείων: του ήλιου, του
νερού, των ανέμων και της φωτιάς, ανυψώνει τον κόσμο των ταπεινών και των
μικρών πραγμάτων στη σφαίρα της αθανασίας. Κι ένα μικρό κορίτσι διαιωνίζει τη
φλόγα της ζωής και της ελπίδας με το παιχνίδι των λέξεων και των εικόνων:
"Δύο συ και τρία γω/πράσινο
πεντόβολο",αλλά
για τους δυνατούς έχει μόνο εγώ:"γι'
αυτούς δεν έχει εγώ και συ...'
Εγκαρδιώνει τις γυναίκες που
γεννιούν παιδιά για τους αιώνες των δακρύων:
"Κουράγιο περιστέρες κι ανεμώνες
μου/όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται/ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε/Σ'
ευλογημένη μέρα βγάζει το κακό/κι είναι στη σκοτεινιά και στην ερήμωση/όπου
ριζώνει κι ευωδιάζει η θύμηση..."και τις προτρέπει απλά, αλλά βαθυστόχαστα:"Ν' αρχίσει το τραγούδι ν' ανεβεί ο καημός/να πάρει και να δώσει ο
νους κι ο λογισμός/τι με το "χα" και με το "νο"και με το
"νται"/όλα του κόσμου τ' άδικα
ξ ε χ ά ν ο ν τ α ι.
Επισημαίνει έμμεσα εδώ, πως δεν
πρέπει να ξεχνιέται και να μένει ατιμώρητο το άδικο. Υπαινίσσεται την
"τίσιν" των αρχαίων. Οι λαοί που χάνουν τη μνήμη, την οποία συντηρεί
η γλώσσα, τα ήθη και έθιμά τους, χάνονται!
Όχι μόνο στα μεγαλόπνοα ποιήματα,
στις δυνατές συνθέσεις, αλλά και στις μικρές του στιγμές συνατάς παντού:"Κάτι σαν άπιαστα του Παραδείσου
σήματα"και βλέπεις ένα κορίτσι"Μ'
ένα ψίχουλο θαλάσσης"στο ραμφί του ν' ανεβαίνει ολόλαμπρο προς τα
ουράνια της δικής του δόξας και της ποίησης γενικότερα.
Η θάλασσα που περιζώνει το νησί
του, που περιβρέχει από παντού σχεδόν την ελληνική πατρίδα κι όσο πάει αφανίζει
τις στεριές, είναι η
μοίρα του,είναι εκείνη που τον έμαθε να διαβάζει τον κόσμο, να
σπουδάζει τον εαυτό του και τον Ελληνισμό:"Έχοντας ερωτευτεί και κατοικήσει αιώνες μες στη θάλασσα/έμαθα
γραφή κι ανάγνωση",/Γύρεψα το ελάχιστο/
και με τιμώρησαν με το
πολύ..."που ύμνησε τα
πάντα, ξέροντας πως τίποτα δεν πρόκειται ν' αλλάξει στον κόσμο: "Και η τάξη δεν πρόκειται
ν'ανατραπεί"
αφού:"Τα
δεινά μας καλώς έχουν(...)/"και κανένας δεν πενθεί τ' αηδόνια κι όλοι
γράφουν ποιήματα".
Όπως ο ομηρικός Οδυσσέας,
κατεβαίνει στον Άδη όπου συναντά τη
τη μητέρα του και πληροφορείται για τα όσα συμβαίνουν στον οίκο του, έτσι
κι ο Ελύτης επιχειρεί με την Παλαιά και
νέα ωδή της σελήνης και
της Μυτιλήνης, μιαν εις άδου Κάθοδον, μια ηρωική κάθοδο
στο βυθό της μητρικής του μήτρας, για να βρει παρηγορία:"που γεννήθηκε άτυχος σ' έναν κόσμο,/που πια καν/ν' αναγνώσει δεν
γνώριζε Παράδεισο..."
και"κόπος ο ποιητής με τ'
αδειανά του χείλη/ολοένα πίσω από τη θλίψη του το ανείπωτο./τόσο πικρή στη
φούχτα μου η γαλήνη/τόσο οι άνθρωποι μαύροι και μικροί/ Με πόδι εμπρός που
ολοένα παν/παν κατευθείαν για τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα!
Βλέπει τον κόσμο να βουλιάζει στα
μυθικά ποτάμια της αιωνιότητας των θρήνων. Ενώ για τον ποιητή παραμένει
απλησίαστος ο χαμένος παράδεισος της αθωότητας, το αιώνια ζητούμενο.
Προσηλωμένος στην έξοδο από το σκοτάδι για μια αιώνια συνάντηση με το ωραίο
ελληνικό φως, όπως συμβαίνει στην "Ελυτόνησο",
από όπου αντικρύζει μιαν απέραντη Παράδεισο"φερμένη
απ' τις λευκές Μαρίες των κυμάτων/Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα
Παράδεισος.../επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά/Πατρίδα που δε χάνεται..."
Στα παιχνιδιάρικα φαινομενικά
τραγούδια που κυκλοφόρησαν το 1972,
μια εξαιρετικά δίσεκτη χρονιά για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό, ένα μικρό "παιδικό" ποίημα δίνει όλο
το δράμα του λαού μας με τους συμβολισμούς και τα "σήματα" που είναι
τόσο προσφιλή και πρόσφορα στον ποιητή:"Μια
φορά κι έναν καιρό/ζούσ΄ένα παιδί καλό/που το πότιζαν φαρμάκι
/κι είχε μείνει τ' ορφανό/δίχως
φαϊ δίχως νεράκι*Παιδί παιδάκι της οχιάς/παιδί παιδάκι μου καρτέρα/κάποτε θά
'ρθει θά 'ρθει η μέρα/όπου θα πιεις όπου θα φας/όπου θα βρεις άλλη
μητέρα..."
Προχωρεί μέσα στα πράγματα, στον
τόπο και το χρόνο, αγγίζοντας το
καθετί τρυφερά με μια παρθενική αθωότητα και αγνότητα, ενώ μιλάει για
πράγματα σκληρά, όπως ήταν η κακιά μητριά πατρίδα Μιλώντας για μια άλλη μέρα
και για μια άλλη στοργική μητέρα πατρίδα στο βασανισμένο παιδί/λαό μας,
ανυψώνοντας τον ως τους εφτά κι ως τους δώδεκα ουρανούς, αποπνευματώνοντας τα
πάντα.
Ο Ελύτης είναι αινιγματικός,
συμβολικός υπαινικτικός ποιητής. Δεν είναι εύκολος, δεν είναι επίπεδος και
επιδερμικός. Δεν είναι μόνο ήχοι, χρώματα, αριστουργηματικά παιχνίδια και
τέλειοι συνδυασμοί λέξεων. Είναι πρωτίστως βαθύς και συμβολικός. Προϋποθέτει
γνώση κάποιων ουσιωδών πραγμάτων, απαιτεί σοβαρή μελέτη και προσλαμβάνουσες
παραστάσεις, γιατί διαρκώς παραπέμπει και υπαινίσσεται. Ως αληθινός δημιουργός
δεν αναλίσκεται στην αντιγραφή και φωτογράφηση της καθημερινότητας. Σκοπεύει
στην προέκταση, ανύψωση και αναβάθμισή της.
Αν θέλαμε να δώσουμε τα γενικά
χαρακτηριστικά του ελυτικού έργου,
θα καταλήγαμε στο φως, το χρώμα, τη μουσική και το αίνιγμα/σύμβολο.
Πολλοί μιμήθηκαν τον Ελύτη,
αρκετοί τον αντέγραψαν, βάδισαν πάνω και με τους εκφραστικούς του τρόπους,
χρησιμοποίησαν τους ρυθμούς και τα μέτρα του. Και καμαρώνουν γι' αυτό. Δεν
φαίνεται, ωστόσο, να διδάχτηκαν από τη στάση ζωής του ποιητή κι από τη συμπερι
φορά του όσον αφορά τη φύση και προπαντός τη Γλώσσα την ελληνική.
Τα ποιήματα του Ελύτη είναι
όμορφα, σαγηνευτικά, ακόμα κι αν η
αίγλη τους μας τρομάζει. Η ευμορφία του, όπως παρατηρεί ένας από τους
κριτικούς του, η ωραιότητα του λόγου καλύπτει και πραϋνει τον πόνο και
επουλώνει τις πληγές του.
Η ποίησή του λειτουργεί και ως
μορφή και ως περιεχόμενο και σε πολλά
επίπεδα. Έτσι επιδέχεται πολλές αναλύσεις και διαφορετικές ερμηνείες κι αντέχει
σε πολλαπλές αναγνώσεις. Δεν συμμερίζομαι την
αγανάκτησή του, πως τον παρανόησαν γενικά και κυρίως όσον αφορά
στα "Ελεγεία της εξώπετρας", συλλογή, που κυκλοφόρησε, όταν ο
ποιητής, γιόρταζε τα ογδοντάχρονά του. Νομίζω πως δεν πρόκειται για
παρερμηνεία, αλλά για διαφορετική αντιμετώπιση. Καθένας από τους
αναγώστες/κριτικούς παίρνει αυτό που του ανήκει, αυτό που δύναται και κατανοεί,
κυρίως από μια ποίηση υπαινικτική, συμβολική, που στόχος και μέλημά της είναι
να ζωοποιεί τα πάντα και να τα κάνει:"Μικρά
χρυσά πετούμενα μωράκια της αναπνοής σου ακόμη/πάνε κι έρχονται πάνω στην πέτρα
και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι/Αλλ' εκείνος που σαν γλύπτης ήχων μουσική από
μακρινούς αστερι-/σμούς συνθέτει/Νύχτα μέρα εργάζεται. Και τι ντο φαιά τι σολ
ιώδη ανεβαίνουν/ Στον αέρα. Που κι οι
βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το ευλαβούνται/Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές
ομορφιάς ανερμήνευτης/ομολογούνε. Τι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε
αυτό που/οι μάγοι διατείνονταιΑλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα(...)/Η
καθημερινή πρώτη σελίδα του μετα-θανάτου./Κι όμως ο θάνατος για τον ποιητή
δεν είναι ανίκητος.Είναι./"Άοσμος κι
όμως πιάνεται/Όπως άνθος από τα ρουθούνια/Ο θάνατος..."
Κλείνοντας έναν κύκλο
δημιουργίας, που περιέχει όλη την περασμένη του ζωή, πάντα οδεύοντας προς το
φως, στην έξοδό του από το βαθύ κι ατέλειωτο σκοτάδι της άγνοιας και
εισερχόμενος στην αθανασία της τέχνης του, καταθέτει μια τρομερή εμπειρία:Περασμένα μεσάνυχτα σ' όλη μου η ζωή"(...)/"Ζω για τότε που δεν θα
υπάρχω"./Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. /Φυσάει και μεγαλώνει ο
άλλος, ο θάνατος ο πόντος ο γλαυκός/κι ατελεύτητος/Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα"(σ.39).
Με τα "Ελεγεία της Οξώπετρας"ο ποιητής επιστρέφει στα βιβλικά τοπία,
στην προχωρημένη συβιλλική γραφή, στα προσφιλή του σύμβολα για μια κοινωνία με
τον άφθαρτο, άμωμο και άγιο Λόγο της δικής του εμβέλειας.
Στο ποίημα "Ρήμα το σκοτεινόν"εστιάζεται το
νόημα και η φιλοσοφία
όλης της σύνθεσης αυτής. Πρόκειται για το συγκεκριμένο ελυτικό ρήμα/
κλειδί, το ρήμα κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω που μπέρδεψε κι ανακάτωσε και σκότισε
τους κριτικούς. Κι άκρη δεν βρήκαν. Ιδού μια τολμηρή ανάλυση αυτού του ρήματος:
κατά-άρκυ-θμεύω. Άφησα την πρόθεση
και προχώρησα στο άρκυ, ίσως
αυθαίρετα.
Σκαλίζοντας και ξεφυλλίζοντας
λεξικά, αρχίζοντας από το Ομηρικόν του Ι. Παναταζίδου, βρήκα στο ΝΕΟΝ
ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ του Δημητράκου(1969) το ουσιαστικό
"ά ρ κ υ ς,υο ς,
που σημαίνει δίκτυον θηρευτικόν,
πάγη, δόκανον, και μεταφορικά παγίς,
επιβουλή, δράστης επιβουλής... Εξ ου και αρκύστατος= εστημένος, και αρκυωρός=ο επιβλέπων τας άρκυς και
αρκυωρώ=ως αρκυωρός επιβλέπων το θήραμα, ενεδρεύω, παραμονεύω. Η ακόλουθη
ανάλυση και σύνθεση του ρήματος:Κατά -
άρκυς - θμ και η ρηματική
κατάληξη εύω, ο ποιητής
"έπλασε" το δικό του συνθηματικό ρήμα καταρκυθμεύω, κατά τα εις εύω ρήματα.Το θμ το βρίσκουμε στις λέξεις:Βρυχηθμός, ισθμός, κλαυθμός, πορθμός,
σταθμός-στα-θμεύω.
Σ' αυτό το συμπέρασμα οδηγούν οι
ίδιοι οι στίχοι του ποιητή με το βαρύ καλβικό και μεγαλειώδες ύφος:
Εδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Κι
ανάλαφρα τα όρη ας
Μετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί.
Λέω:
κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Εμφανίζεται σαν άνοιξη μια παράξενη
αγριότητα
με παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα
Ύστερα πεδιάδες διάτρυτες από Δίες κι
Ερμήδες
Τέλλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Ασία
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Κίρκης
Ώστε, λοιπόν, αυτό που λέμε
"ουρανός" δεν είναι."Αγάπη" δεν
"αιώνιο"δεν
Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους.
Πλησιέστερα του
σκοτωμού
.....................................................................................................
Φίλε σύ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των
κίτρων
Τις μακρινές καμπάνες; Ξέρες τις γωνιές
του κήπου όπου
Εναποθέτει τα νεογνά του ο δειλινός
αέρας; Ονειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το
τρέχεις
Μη γνωρίζοντας πια ερινύες; Όχι. Να γιατί
κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Που οι βαριές αμπάρες τρίζοντας οι
μεγάλες θύρες
ανοίγονται
Στο φως του ήλιου του Κρυπτού μια
στιγμούλα, η φύση μας η
τρίτη να φανερωθεί
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Κανείς δεν
παίρνει τα δωρεάν
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που
επακολουθεί γαλήνη
Αυτά στη γλώσσα τη δική μου. Κι άλλοι
άλλα σ' άλλες.Αλλ'
Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.
Κι ο ποιητής με το ρήμα του στήνει
παγίδα στα στοιχεία της φυσης και
της γλώσσας, καιροφυλακτεί με το κλειδί στο χέρι, ν' ανοίξει ή να κλείσει,
μπορεί και τα δυο, τις πύλες του κόσμου του, του παραδείσου, όπου ελλοχεύουν τα
επαναλαμβανόμενα "δεν"του κόσμου, αν λείψει ο Λόγος, η αρχή και η
ουσία του κόσμου, ο Λόγος σχέση με τα πράγματα και τη ζωή, ο Λόγος που δίνει
υπόσταση στον κόσμο. Κι ο θάνατος είναι μέρος αυτού του λόγου και της
διαδικασίας, που ονομάζουμε Ζωή, Φύση, Γλώσσα, Ποίηση.
Για τον ποιητή, για τον αληθινό
δημιουργό, που αφήνει πίσω του έργο αθάνατο, δεν υπάρχει θάνατος, υπάρχει ζωή
ατελεύτητη, ο θάνατος είναι
η άλλη διάσταση της ζωής, το τέλος ενός κύκλου.
Όλα στη ζωή διαγράφουν κυκλική
τροχιά, όπου δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος, αλλά ένα αιώνιο παρόν μέσα στον
ατελεύτητο χρόνο, μέσα στον απέραντο κύκλο του σύμπαντος κόσμου, του Θεού
/Λόγου!
******
Κατατάσσουμε ένα δημιουργό στους μεγάλους και
ξοφλάμε, κυρίως όταν κλείνει ο βιολογικός του κύκλος. Ακούγονται μεγάλα λόγια,
κενά
περιεχομένου λόγια. Όταν όμως σιγάσουν τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα, είναι
καιρός να σκύψουμε στο έργο του καθενός και να αντλήσουμε από αυτό συμπεράσματα
χρήσιμα όσον αφορά στην προσφορά του και στη
ζωή του έθνους και της πατρίδας.
Ο Ελύτης και ο Ρίτσος είναι δυο
ξεχωριστές και ιδιότυπες φύσεις και προσωπικότητες και είναι άδικη και
ανερμάτιστη οποιαδήποτε σύγκριση και συγκριτική αξιολόγηση. Όπως και κάθε
πρόχειρος και αβασάνιστος
χαρακτηρισμός της προσφοράς ενός εκάστου. Γιατί πέρ' από το γεγονός ότι
ανήκουν στην ίδια γενιά, ο κόσμος και ο
χώρος τον οποίο υπηρετούν, εκπροσωπούν και μέσα στον οποίο κινούνται και
εκφράζουν είναι τόσο διαφορετικός, όσο οι δυο όψεις του αυτού νομίσματος. Οι
αρνητικοί χαρακτηρισμοί όσον αφορά στην τεράστια και όντως άνιση, σκόπιμα
προκλητική σε κάποιες περιπτώσεις, πληθωρική, προσφορά του Γιάννη Ρίτσου από
σύγχρονούς του μικρόψυχους, και κοντόφθαλμους, βιαστικούς τιμητές και
κριτικούς, εκτός από μεροληπτικοί, πρόχειροι και αβάσιμοι, καιροσκοπικοί και
κακόβουλοι.
Είναι προφανές πως ο Ρίτσος δεν
φοβάται να εκθέσει το σώμα και την ψυχή του με όλες τις πληγές και τα
αποτυπώματα που έφησε πάνω και μέσα του η λαίλαπα του εμφυλίου και η
μετεμφυλιακή μισαλλοδοξία που γέμισε τα ξερονήσια Ελλάδα... Ο Ρίτσος,
κυριολεκτικά, αναλώθηκε "μες στη νοτιά των ανθρώπων", βίωσε και
αποτύπωσε στην ερημιά της πέτρας και του ξύλου τον πόνο των συνανθρώπων του,
μοιράστηκε μαζί τους την πικρή αρμύρα στα ξερονήσια, φύτεψε άνθη υπομονής στην
αγωνία της μνήμης.
Ο Ελύτης, "οξειδώθηκε μες στη
νοτιά των ανθρώπων", βγαίνει όμως μέσα από μια Ελλάδα ταλαιπωρημένη μεν,
με τις πληγές από τους πολέμους στο ορμί της, αλλά ολόφωτη, δοξαστική και ζει
τον περισσότερο χρόνο του μια άνετη ζωή. Αντίθετα, ο Ρίτσος αγωνίζεται να βγει
μέσα από οικογενειακά ερείπια και να επιβιώσει μέσα σε μακροχρόνιες στερήσεις και ψυχοφθόρες
αρρώστειες στα νεανικά και εφηβικά του χρόνια και εργάζεται σε άγρια
ανταγωνιστικούς χώρους όπως είναι οι χώροι της τέχνης και του θεάματος. Για να
γνωρίσει και να
αντισταθεί σε συνθήκες αντίξοες, και να δημιουργήσει έργο μεγαλόπνοο να
κρατήσει μια σταθερή στάση ζωής και ιδεολογικής διαφορετικότητας. Βιώνει την
άκρα ταπείνωση, τον ευτελισμό και την καταρράκωση της ανθρώπινης
προσωπικότητας, την περιφρόνηση των υψηλών αξιών, την καταπάτηση των ανθρωπίνων
δυκαιωμάτων, την αδικία, τη σήψη και τη διαφθορά της εξουσίας, αντιμέτωπος
πάντα με το σκληρό πρόσωπο του δυνατού, της απειλής και του καθημερινού
ψυχικού, ηθικού και σωματικού καμάτου και θανάτου. Πονάει σωματικά, ηθικά και
ψυχικά. Και τάσσεται υπέρ του αδυνάτου, μαχόμενος με τον άοκνο, τον ανύπνωττο
και έναρθρο λόγο του στο πλευρό πάντα του αδικημένου και κατατρεγμένου ατόμου
και των λαών όλου του κόσμου, σταθερός στις πεποιθήσεις και στα ιδανικά του
ίσαμε το τέλος της ζωής του. Τον αφορά το ίδιο κάθε ατομική περίπτωση όπως και
το σύνολο των αναγκεμένων. Αυτό τον κόσμο της κατάπτωσης και του ευτελισμού,
της μπόχας και της δυσοσμίας, που τον περιβάλλει, κυριολεκτικά εξ ανάγκης και
νόμου, και τον απειλεί, αντιμάχεται και μάχεται για να υπάρξει μέσα από τις
ζωές των τραγικών προσώπων του μύθου και της ιστορίας όπου βρίσκει καταφύγιο,
οικείο χώρο, σιγουριά και κυρίως τα κατάλληλα πρόσωπα να υποδυθεί με τα ανάλογα
προσωπεία. Και σαφώς εκφράζει τον κόσμο της παρακμής από την εποχή του
Μεσοπολέμου και μετά, παραμένοντας, ωστόσο ένας αισιόδοξος και γελαστός
άνθρωπος.
Ακουμπάει στα πρότυπα που του
προσφέρει η μυθική και η κλασική αρχαιότητα, η λαϊκή και η θρησκευτική
παράδοση, η αρχαία λατρεία και η ορθοδοξία και χτίζει πέτρα την πέτρα το
ποιητικό του σύμπαν. Και με το μαγικό ραβδάκι του Τειρεσία ανιχνεύει το φως και
την αλήθεια στα ηθικά και πολιτειακά σκοτάδια της εποχής του, μιλώντας ωμά και
συχνά σκληρά και ανελέητα με πάθος, χωρίς φόβο, χωρίς υποκρισία και χωρίς καμιά
πρόθεση επικάλυψης ή προσπάθεια εξωραϊσμού. Ζωγραφεί με τα μελανότερα χρώματα
την καθημερινότητα του εξόριστου σωματικά και ψυχικά και οραματίζεται ένα καλύτερο
μέλλον για τον κόσμο, μέσ' από την προοπτική του χρόνου, ζώντας το δράμα του
ανθρώπου, ατόμου και λαού, στις διαχρονικές του διαστάσεις. Κατορθώνει και
μένει άφθαρτος και νικηφόρος εραστής του ωραίου και του αληθινού. Αστέρι που θα
λάμπει πάντα σ' ένα κόσμο αντιπαλότητας και υποκρισίας για να χαράζει πορεία
προς το σταθερό σημείο του κόσμου, που είναι το σημειο της συνάντησης του
ανθρώπου με τον άνθρωπο. Και στέκει όρθιος, ωραίος σαν αρχαίος θεός, και παρών
στις επάλξεις, ταγμένος να υπηρετεί με την τέχνη του την υπόθεση του ανθρώπου.
Γιατί πιστεύει στον άνθρωπο και στη δύναμή του.
Πρέπει να φυλαχτούμε, κοριτσάκι,/
οι άνθρωποι είναι λυπημένοι,
δε συχωράνε τη χαρά μας...
(Πρωινό άστρο)
Ο Γιάννης Ρίτσος είναι αναμφίβολα
"στρατευμένος" ποιητής, όχι μόνο με την έννοια ότι υπηρέτησε μια
συγκεκριμένη ιδεολογία, όπως έχει ειπωθεί, αλλά στρατευμένος στην "υπόθεση
του ανθρώπου". Αγωνίστηκε σε όλη του ζωή και με όλες του τις δυνάμεις και
τις αδυναμίες του ακόμα, διέθεσε τη ζωή και την τέχνη του για να βοηθήσει τον
άνθρωπο να ζήσει ελεύθερος, αξιοπρεπής, ειρηνικά σε έναν κόσμο όπου θα
βασιλεύει η αγάπη, η αδελφοσύνη και η δικαιοσύνη. Ήταν παρών σε κάθε κρίσιμη
στιγμή και πάντα έτοιμος κι ολόρθος στο πλευρό των προοδευτικών δυνάμεων του
κόσμου, πολέμησε
για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι
Ο Ρίτσος βρέθηκε πάντα στο πλευρό
των αγωνιζόμενων, "των ελεύθε
ρων πολιορκημένων Ελλήνων". Πολέμησε με το λόγο, με το στίχο, με το ανυπόταχτο
πνεύμα του, με την αθάνατη και παντοδύναμη τέχνη της ποίησής του, με την
αμετακίνητη στάση του το κακό και το άδικο με
...δίχως σπαθιά και βόλια
Σήμερα, αρκετά χρόνια από τότε που
πέρασε στην άλλη διάσταση, αν κανείς σκύψει πάνω στο πολυδιάστατο έργο του με
ευλάβεια, με δέος, αν το πλησιάσει όπως το άγιο δισκοπότηρο, για να μεταλάβει,
να κοινωνήσει θα διαπιστώσει πως ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης,
είναι ό,τι σημαντικότερο, ό, τι γενναιότερο, ωραιότερο και ευγενέστερο έχει να
παρουσιάσει η Νεότερη Ελλάδα στο χώρο της τέχνης και της διανόησης γενικότερα,
ό, τι περικλείνει η έννοια της Ελλάδας και του Ελληνισμού. Η ποίησή του είναι
γεμάτη Ελλάδα. Μια Ελλάδα μυθική και ιστορική, πανέμορφη και ομορφολαλούσα. Μια
Ελλάδα πονεμένη, αλλά περήφανη, ωραία και σεβαστή. Ο Ρίτσος δεν παίζει με τις
λέξεις και τα σύμβολα. Χτίζει το έργο του με φως και νερό, με ήλιο και με χώμα
ελληνικό. Με στοιχεία γήινα. Χρησιμοποιεί λέξεις και έννοιες που αντιπροσωπεύουν
πράγματα χειροπιαστά, συγκεκριμένα γεγονότα και καταστάσεις, που περιέχουν και
κουβαλούν το Παρελθόν, το Παρόν και το Μέλλον, το γεωγραφικό χώρο, το λαό και
το Έθνος, τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τη θρησκεία, όλα τα ακατάλυτα στοιχεία που
είναι η αιωνιότητα του Ελληνισμού:
Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα/κάπου από τρεις χιλιάδες
τόσα χρόνια/κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον ένα άγιο(...)/Σώπα, όπου νάναι θα
σημάνουν οι καμπάνες./Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας(....)/Μια
στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο/(...)η ίδια πανάρχαιη φωνή
τον ακολουθεί και τον προστάζει να τραγουδήσει όπου κι αν βρίσκεται:
στον ύπνο και στην εγρήγορση, στο μπαλκόνι του σπιτιού του, στον τόπο της
εξορίας του, πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, στον Άη Στράτη, στη
Μακρόνησο, τον ακολουθεί και τον ορίζει η φωνή της Ελλάδας από καταβολής
Ελληνικού κόσμου. Όμως η ποίησή του απλώνεται και πέρα από τα σύνορα της
Ελληνικής πατρίδας, ανταμώνει τον άνθρωπο σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης,
τον πανάνθρωπο που έχει τα ίδια όνειρα, τις ίδιες προσδοκίες, που παλεύει για
το ψωμί και για το φως, που είναι η παιδεία, η μόρφωση, το ξύμνημα της
συνειδήσεως. Η ποίησή του ανήκει στην ανθρωπότητα. Έχει προδιαγραφές
διαχρονικές, έχει παγκόσμια ακτινοβολία.
Μίλησε για όλα και για πολλούς
μελλοντικούς αιώνες. Κληροδότησε στον Ελληνισμό ένα πολύμορφο, πολυποίκιλο,
πολυδιάστατο και πολυσήμαντο έργο, ευλύγιστο, που να αντέχει στο χρόνο, στις
δοκιμασίες και στις κακουχίες. Όσο θα υπάρχει Ελλάδα κι Ελληνισμός ο Ρίτσος θα
ανοίγει δρόμους στις γενιές που έρχονται.
Υπήρξε συνεπής με τις ιδέες του σε
όλη του τη ζωή. Αγωνίστηκε για να εδραιωθεί στον κόσμο η ειρήνη και η
ελευθερία. Οι όποιες ανθρώπινες αδυναμίες του υποτάχτηκαν στην ακατάβλητη
θέλησή του να υπηρετεί και να υπερασπίζεται το δίκιο και την ελευθερία. Ο
Γιάννης Ρίτσος είναι η απομέσα Ελλάδα, το πλούτος της ελληνικής οικουμένης. Η
ποίησή του κουβαλάει στα φτερά των φθόγγων της τη ματωμένη μνήμη, σύμπαντα τον
ελληνικό βίο και πολιτισμό, τους αρχαίους ήρωες του λόγου, είναι η ομιλούσα
καρδιά και ψυχή της αιώνια αγωνιζόμενης Ελλάδας. ΄Εζησε "μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο" για τούτο υμνεί τη ζωή και
τις ομορφιές της. Απλώνεται παντού γιατί δεν τον χωράει η επιφάνεια του
γεωγραφικού χώρου, είναι απέραντος, παγκόσμιος αστείρευτος και ακατάβλητος,
ανυπέρβλητος, ένα ποιητικό μέγεθος μοναδικό, τόσο για τα πανανθρώπινα μηνύματα
που περιέχει το έργο του, όσο και για την πάμπλουτη γλώσσα, που χρησιμοποιεί ως
εκφραστικό του όργανο.
Στο "Πρωινό άστρο", ένα
τρυφερό, γλυκό νανούρισμα, αφιερωμένο
στη μοναχοκόρη του ΄Ερη, αφήνει την καρδιά του να ξεχειλίζει από
αγάπη, φως και τρυφερότητα, χωρίς να παραλείπει να επισημάνει και τις
δυσκολίες και τους κινδύνους που καιροφυλακτούν στο δρόμο της και στο δρόμο των
παιδιών όλου του κόσμου, δεν έχει ψευδαισθήσεις, όσο ωραία κι αν είναι στο
πρώτο αντίκρυσμά της η ζωή:
Δύσκολα χρόνια, κοριτσάκι/στην αρχή. /Τι να πεις δεν ξέρεις(...)/Κι
είσαι μοναχούλι σου, κοριτσάκι/ με τα ξαδερφάκια σου τα τριαντάφυλλα/ και με τ'
αδερφάκια σου τ' αστέρια(...)/Αλλά χαρά/ δεν είναι πιο μεγάλη/απ' τη χαρά να
δίνεις(...)/Πρέπει να φυλαχτούμε, κοριτσάκι/οι άνθρωποι είναι λυπημένοι-δε
συχωράνε τη χαρά μας. Κοιμήσου./Να
μεγαλώσεις γρήγορα./Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,/κι έχεις δυο
πεδιλάκια μόνο από ουρανό./Κοιμήσου./Είναι μακρύς/μακρύς/ μακρύς ο δρόμος.../
Μονάχα το χαμόγελό σου/
ένας ρόδικος κρίκος να πιαστείς./ ...Κι εγώ ανασκουμπωμένος, κοριτσάκι
μου,/ψωμάς του κόσμου, κοριτσάκι,/όλος πιτσιλισμένος απ' τ' αλεύρι των άστρων/κι
απ' το αίμα των ανθρώπων,/ζυμώνω την καρδιά μου μες στη σκάφη του ήλιου/ και
φτιάχνω τα φαρδιά ψωμιά του τραγουδιού μου/να μην πεινάσει ο κόσμος,/να μην
πεινάσεις, κοριτσάκι./Δος μου το χέρι σου κι αργήσαμε./ Μας περιμένουν απ' ώρα, κοριτσάκι./ Περπάτα,
κοριτσάκι.
Ο κόσμος έχει ανάγκη την τέχνη. Αυτή θα τον βγάλει από το βάραθρο, όπου τον
έχουν καταδικασμένο να υποφέρει, τυφλός και αβοήθητος. Το
τραγούδι του ποιητή είναι ένα διαφορετικό ψωμί, ζυμωμένο με ήλιο, με
ιδρώτα και αίμα πάνω στης αγωνίας τη σκληρή πέτρα. Κι αυτός είναι ο
προορισμός του ποιητή. Να χορτάσει ο κόσμος φως, αέρα, γνώση και πραγματικό
ψωμί πρώτα. Γιατί νηστικός δεν βλέπει, δεν μπορεί να δει πιο πέρα, να ξεπεράσει
τη μοίρα του.
Μιλώντας για την ειρήνη χρησιμοποιεί λέξεις που αντιπροσωπεύουν έννοιες
πραγμάτων και αγαθών που έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να ζήσει ανθρωπινά, δίκαια
και με αξιοπρέπεια: το ζεστό ψωμί στο τραπέζι, ένα ποτήρι ζεστό γάλα, ένα
βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει, ένα καλάθι γεμάτο φρούτα, το ξέγνοιαστο
χαμόγελο της μάνας, τα σφιγμένα χέρια των αδερφωμένων ανθρώπων, τα λόγια της
αγάπης κάτω από τα δέντρα, τη μυρωδιά του φαγητού το βράδι. Όλα αυτά τα απλά,
λιγοστά καθημερινά πράγματα είναι το περιεχόμενο της ειρήνικής ζωής. Γι' αυτά
πολεμάει ο κόσμος. Τι άλλο θέλει;
Σ' ένα ποίημα/γράμμα του στο φίλο
του Ζολιό Κιουρί αφήνει να χυθεί όλη του η πίκρα για την κατάρα που δέρνει
αυτόν κι όσους υποφέρουν μαζί του στις
εξορίες στα ξερονήσια και στις φυλακές. Όχι γιατί ήταν εγκληματίες αλλά:....κάπου τρεις χιλιάδες/άνθρωποι απλοί,
δουλευτάδες, γραμματιζούμενοι/άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα στον ήλιο/άνθρωποι
που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας/εξόν μονάχα που αγπάμε όπως κι εσύ/τη
λευτεριά και την ειρήνη/....κάμποσα χρόνια τώρα τριγυρνάμε/από ξερονήσι σε ξερονήσι/...κοιμηθήκαμε
μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο.../κι όλο το φταίξιμό μας ήταν που αγαπάμε/
όπως κι εσύ τη λευτεριά και την ειρήνη.../Ήταν πικρό νάναι τόσο όμορφη η
ζωή/και συ να πρέπει να πεθάνεις.../Ζολιό, μας κυνηγάνε στην πατρίδα μας/γιατί
αγαπάμε πολύ την πατρίδα μας.../ετούτα τα σπασμένα μάρμαρα που φέγγουνε το
βράδι(...)ετούτα δω τα χωματένια χέρια που κρατάνε την τιμή του κόσμου./(...)Το
ξέρω τα τραγούδια μου/είναι χοντροκομμένα κι απελέκητα/φοράνε χοντροπάπουτσα οι
στίχοι μου/με πολλές αράδες καρφιά για ν' αντέχουν στα κατσάβραχα/καθώς
ανηφοράνε όλο το θάνατο....
Στίχοι πικροί σαν την επάρατη εκείνη εποχή, που η μισή Ελλάδα ήταν
"στα τα σίδερα". Η ζωή του ανθρώπου δεν λογαριαζόταν και σκότωνε ο
αδερφός τον αδερφό. Και δεν περνούσε μέρα χωρίς το μοιρολόι της μάνας για το
αδικοσκοτωμένο της παιδί. Ο ποιητής μετουσίωσε αυτό τον ατελεύτητο θρήνο της
Ελληνίδας, αλλά και της μάνας όλου του κόσμου στον περίφημο κι ανυπέρβλητο
"Επιτάφιό" του:
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της
ερημιάς μου...
Πού πέταξε τ' αγόρι μου; Πού πήγε; Πού μ'
αφήνει
χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νερό η
κρήνη.
....Στο παραθύρι στέκοσουν κι οι δυνατές
σου οι πλάτες
φράζαν ακέρια τη μπασιά, τις θάλασσες, τις
τράτες.
.... Κι ήταν το παραθύρι μας η θύρα όλου
του κόσμου
κι έβγαζε στον παράδεισο που τ' άστρα
ανθίζαν,φως μου...
....Νάχα τ' αθάνατο νερό, ψυχή καινούρια
νάχα,
να σούδινα, να ξύπναγες για μια στιγμή
μονάχα
Ωστόσο τίποτα δεν πάει χαμένο. Από την τέφρα της βλέπει την Ελλάδα
ο ποιητής της να ξαναγεννιέται. Έτσι στα "Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της
πικρής πατρίδας", με στίχους έντονα λυρικούς, βγαλμένους θαρρείς μέσα από
την καρδιά της ελληνικής ψυχής και σμιλεμένους πάνω στην πέτρα τη λειασμένη από
το θαλασσοδαρμό, φανερώνεται ο ποιητής που έρχεται από τα περασμένα φορτωμένος
γνώση και μουσικούς ήχους, μελωδίες κι ευωδιές, λαλιές πουλιών, χρώματα από
θάλασσα και ουρανό, σπασμένα μάρμαρα κι αλυσίδες, κεριά και λιβάνια, θυμιάματα
και σταυρούς, αγίους
και μάρτυρες.
Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος
προβάλλει μέσα από το έργο του και βαθειά και ορθόδοξα θρησκευόμενος ποιητής,
όσο κι αν αυτό μπορεί να ξενίζει. Το θρησκευτικό του συναίσθημα, θρεμμένο με τα
βιώματα της παιδικής ηλικίας, είναι διάχυτο στο έργο του, ακόμα και στα
αγωνιστικά και στα επικαιρικά ποιήματά του. Μέσα από τους συμβολισμούς του
προβαίνουν άξαφνα λυπημένες Παναγιές, κεριά, Μεγαλοβδόμαδα, τάματα σε αγίους
και σε εκκλησιές. Είναι θρεμμένος με την ελληνοχριστιανική παράδοση.
Συμπορεύται μέσα του, μυστικά ίσως, με τον Ιησού και τον Απόλλωνα, όπως,
άλλωστε, και οι προκάτοχοί του, Παλαμάς, Σικελιανός. Λέει κάπου στο
"γράμμα στο Ζολιό":Τη νύχτα,
πλάι στις ροδοδάφνες,/περπατούν ο Χριστός με τον Απόλλωνα(...)/Ο Απόλλωνας
σωπαίνει./Ο Χριστός σωπαίνει. Ο Ευρώτας κυλάει. Η ειδωλολατρική Ελλάδα συμπορεύεται με την ορθόδοξη χριατιανοσύνη.
Κυλάει το ποτάμι της ζωής μέσα του και η ιστορία ακολουθάει το ρεύμα του
ποταμού προς τον απέραντον ωκεανό της αιωνιότητας.
Ξεκίνησε ως καλλιτέχνης,
χορευτής, ηθοποιός. Πέρασε από πολλά επαγγέλματα. Η ζωή του υπήρξε μια οδυνηρή,
ατέλειωτη περιπέτεια στα σταυροδρόμια των ιδεολογιών και των κατατρεγμών, αλλά
τον ηθοποιό, που είχε μέσα του δεν τον αποχωρίστηκε ποτέ, ούτε τον ποιητή ούτε
το ζωγράφο/σμιλευτή της πέτρας. Ζωγράφιζε πάνω σε πέτρες μορφές μαραγκιασμένες
από την αγωνία και τον πόνο, αποφασισμένες, ωστόσο,
για όλα. Ασκητικές μορφές. Χάραζε τις μνήμες του σε σχήματα και με
παραστάσεις. Κι αυτή του η δημιουργική πλευρά είναι σημαντική, γεμάτη ποίηση.
Στα έργα, που βγήκαν από τα χέρια του, κινούνται συνήθως τραγικοί ήρωες,
προβάλλουν σκηνές και δρώμενα, εικόνες από το μυθικό, τον ιστορικό, αλλά κα τον
καθημερινό βίο των Ελλήνων, αρχαία και νέα θρησκεία, τραγικά πρόσωπα και προσωπεία,
η Ισμήνη, η Χρυσόθεμις, η Φαίδρα, η Ιφιγένεια, η Ελένη, ο Φιλοκτήτης, ο
Ορέστης, αλλά και οι Μονεμβασιώτισσες και σύγχρονοι αδικοσκοτωμέ νέοι και νέες,
θεοί και ήρωες, Μονοβασιά και Μακρονήσι κι Αη στράτης, ενώ κυριαρχούν σκηνές
θρησκευτικού και ηρωικού μεγαλείου, όπως οι παρακάτω:
Στη μια γωνιά στέκει ο παππούς, στην άλλη δέκα εγγόνια/και στο τραπέζι
εννιά κεριά μπηγμένα στο καρβέλι./Δυο κάρβουνα στο θυμιατό και δυο κουκιά
λιβάνι/ κι ένας αητός από ψηλά διαβάζει το Βαγγέλιο./(....)Σε τούτα δω τα μάρμαρα
κακιά σκουριά δεν πιάνει μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στου αγεριού το πόδι./Εδώ
σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν οι καμπάνες/ σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός μαζί με
τους νεκρούς του, για να αναστηθεί και να προβάλει μέσα από τη σιωπή
ανανεωμένος, όπως ο σπόρος μέσα από τα σπλάχνα της μάνας γης, και να παλαίψει
για τη λευτεριά του. Η Ελλάδα, η Ρωμιοσύνη δεν χρειάζονται θρήνους και μοιρολόγια. Το ξέρει πολύ καλά ο ποιητής,
που έχει στο κορμί του την αρμύρα της εξορίας, και την πικράδα της ερημιάς και
της καταφρόνιας στην γενναία του ψυχή και στην καρδιά. Γι' αυτό και τραγουδάει
με σιγουριά:
Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις,-εκεί που πάει να σκύψει/με το σουγιά στο
κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,/Νάτη πετιέται από ξαρχής κι αντριεύει και
θεριεύει/και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.
Δεν είναι δυνατό να συμμαζέψεις σε
λίγες σελίδες το μεγαλείο και την ασύγκριτη τραγική ομορφιά της ποίησης του
Γιάννη Ρίτσου. Αγγίζεις κάποιες πτυχές του οράματός, ψαύεις ελάχιστα από τα
ατέλειωτα μαργαριτάρια που έχει συλλέξει και συνθέσει το κατορθωμένο έργο, το
οποίο αποτελεί εθνικό κεφάλαιο, γλωσσικό θησαυροφυλάκιο και πολύτιμη
παρακαταθήκη για τους Πανέλληνες των αιώνων που έρχονται.
Όταν γεννιούνται και δημιουργούν
ποιητές του μεγέθους και του ήθους του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιάννη Ρίτσου,
"τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις"!
Κι αν για κάτι βάσιμα μπορεί να καυχιέται η Ελλάδα, είναι το φως, οι ποιητές
και τα μάρμαρά της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου