«Ανέστης Ευαγγέλου: Μια άλλη ανάγνωση των ποιημάτων του» της Ελένης Χωρεάνθη
Αφορμή να γραφτεί ετούτο το κείμενο υπήρξε
ένα σύντομο γράμμα του αείμνηστου ποιητή Ανέστη Ευαγγέλου που βρήκα,
εντελώς τυχαία, στο αρχείο μου ανάμεσα σε γράμματα φίλων, χαρτιά με
στίχους, σημειώματα και άλλα χειρόγραφα. Συχνά, στη ζωή κάθε ανθρώπου
συμβαίνουν γεγονότα, εντελώς τυχαία, που για κάποιο λόγο έπρεπε να
συμβούν, όπως η συνάντησή μου και η γνωριμία με τον αναγνωρισμένο
ταλαντούχο Θεσσαλονικιό ποιητή.
Ήταν το καλοκαίρι του 1965, όταν,
επιστρέφοντας από μια σύντομη παραμονή μου στο Λονδίνο, έμεινα λίγο στο
σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενούμενη της μητέρας του, της αείμνηστης
κυρίας Κλειώς. Είχα πάει στην Αγγλία να συνεχίσω ανώτερες σπουδές με
εκπαιδευτική άδεια. Αλλά δεν έμεινα. Εντελώς τυχαία, εκεί γνώρισα την
αδερφή του, την Ηρώ, και τη μητέρα τους και συγκατοικήσαμε το λίγο
διάστημα που έμεινα στο Λονδίνο. Στη συνέχεια, γίναμε φίλοι και
ανταλλάξαμε τα πρώτα μας βιβλία. Για ένα μάλιστα από τα δύο πρώτα του
βιβλία είχα γράψει σε εφημερίδα του Αγρινίου. Ύστερα, χαθήκαμε ίσαμε το
1996, οπόταν βρεθήκαμε ξανά με την Ηρώ και πληροφορήθηκα ότι και ο
Ανέστης Ευαγγέλου από το 1994, δύο χρόνια πριν από τον συνομήλικό του,
τον Κώστα Χωρεάνθη, είχε εκδημήσει στην άλλη διάσταση.
Διαβάζοντας τις λίγες γραμμές στο συγκεκριμένο
γράμμα, που αναφερόταν σε «μια ξεπερασμένη (φιλολογική) κόντρα» ανάμεσα
σ’ εκείνον και τον συνομήλικό του, αείμνηστο επίσης, ποιητή Κώστα
Χωρεάνθη και κολακευτικά σχόλια για τα ποιήματα της συλλογής μου Μυρρίνη που, προφανώς, του είχα στείλει, συγκινήθηκα.
Σκέφτηκα να κάνω ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη
του, έχοντας υπόψη μου τα πρώτα του ποιήματα. Μελετώντας, ωστόσο, το
σύνολο του δημοσιοποιημένου ποιητικού του έργου, που η σύζυγός του κυρία
Ντίνα Παπαδοπούλου-Ευαγγέλου είχε την καλοσύνη να μου εμπιστευτεί,
εκτιμώ ότι το κατορθωμένο ποιητικό έργο του σημαντικού Θεσσαλονικιού
δημιουργού χρήζει μιας από περιωπής θεώρησης, απαλλαγμένης από
οποιαδήποτε συναισθηματική φόρτιση.
Γράφοντας ετούτες τις γραμμές μιλάω
αποκλειστικά για την ποίηση του Ανέστη Ευαγγέλου, σε μια απόπειρα
κατανόησης του βαθύτερου νοήματος και της ουσίας της, προτάσσοντας το
επιγραμματικό ποίημα της ενότητας: «Αφαίμαξη» (’66-’70) που αναφέρεται
στην επάρατη επταετία της Χούντας των συνταγματαρχών και στην ιστορική
επέτειο του Πολυτεχνείου, μέσω του οποίου απευθύνεται στον αναγνώστη και
του εφιστά την προσοχή:
Εδώ είναι ένα κομμάτι σάρκας, αναγνώστη,
μια φέτα είναι ψυχής.
Πέρνα απαλά,
παρακαλώ σε, από σελίδα σε σελίδα,
από τη μια στροφή στην άλλη
των ποιημάτων.
Πρόσεχε
μην τα πονέσεις.
(«Στον αναγνώστη», σελ. 65)
μια φέτα είναι ψυχής.
Πέρνα απαλά,
παρακαλώ σε, από σελίδα σε σελίδα,
από τη μια στροφή στην άλλη
των ποιημάτων.
Πρόσεχε
μην τα πονέσεις.
(«Στον αναγνώστη», σελ. 65)
Έμμεσα, ωστόσο, πλην σαφώς, δίνει το στίγμα της ποίησής του, ποίησης τρυφερής, λαγαρής και απροσποίητης, αληθινής, θαρρείς κομμάτι από την ίδια του τη σάρκα, φέτα
της ψυχής του. Και σου επιβάλλει να τη σεβαστείς, να μην την αγγίξεις
με ανόσια χέρια και βέβηλα μάτια. Αυτό που θέλει να πει, δεν έχει
ενδοιασμούς, το λέει καθαρά και με παρρησία.
Δεν είναι ο ποιητής της ήττας, που δέχεται τον θάνατο μοιραία. Και δεν τον ξεχνάει, ωστόσο. Τον αναφέρει αδιαλείπτως, γιατί τον έχει κάνει έμπειρο η ίδια η ζωή.
Ποιητής ήπιων τόνων ο Ανέστης Ευαγγέλου,
σεμνός, με ήθος και όραμα, με αίσθηση του μέτρου, του ρυθμού και της
αρμονίας, με προσωπικό ύφος, ευαίσθητος αλλά και μαχητικός, με σταθερές
απόψεις, ανέντακτος, αγωνιστής με συναίσθηση ευθύνης και με πείσμα, με
αγάπη για τον τόπο, για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, για
την Ελλάδα και τον πολύπαθο λαό της. Ποιητής με αρχές και σταθερά
πιστεύω. Πονάει, γνοιάζεται τον απλό, τον καθημερινό άνθρωπο, τον
βιοπαλαιστή, που συνθλίβεται ανάμεσα στις μυλόπετρες της αγωνίας κι
αργοπεθαίνει στα γρανάζια της βιοπάλης για το ψωμί της φαμελιάς του. Το
καθολικό πρόβλημα είναι και δικό του, το νιώθει. Μπαίνει στη θέση του
άνεργου που θυσιάζει την προσωπική του ζωή, τα δικά όνειρα, τα ιδανικά,
το δικό του μέλλον, για να δώσει ικανοποίηση, λίγη ανακούφιση στην
οικογένειά του, παρηγοριά στην αδύναμη μητέρα του:
Την εποχή εκείνη είχα μείνει πάλι χωρίς δουλειά.
Δύσκολα χρόνια, ο πατέρας είχε πεθάνει, ο αδερφός μου
στην ξενιτιά, το πατρικό μας λησμονημένο, σε ξένα χέρια,
πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος, κι εμείς να στριμωχτούμε τελικά
σε τούτο το παλιόσπιτο το τούρκικο, όπου έμπαζε από παντού
νερά κι ο αγέρας το χτυπούσε απ’ όλες τις μεριές, να το σαρώσει...
(«Σταδιοδρομία»)
Δύσκολα χρόνια, ο πατέρας είχε πεθάνει, ο αδερφός μου
στην ξενιτιά, το πατρικό μας λησμονημένο, σε ξένα χέρια,
πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος, κι εμείς να στριμωχτούμε τελικά
σε τούτο το παλιόσπιτο το τούρκικο, όπου έμπαζε από παντού
νερά κι ο αγέρας το χτυπούσε απ’ όλες τις μεριές, να το σαρώσει...
(«Σταδιοδρομία»)
Γεννημένος το δεύτερο έτος μετά την επιβολή
της μεταξικής δικτατορίας, μεγαλώνει στα μαύρα χρόνια που ακολούθησαν,
βιώνει τον πόλεμο του ’40 και τον Εμφύλιο, όπως όλοι της δικής μας
γενιάς, που κουβαλούμε στο κορμί μας τις πληγές και τους νεκρούς που
άφησαν πίσω τους η Κατοχή και ο Εμφύλιος. Δεν ξεχνάει. Ταράζουν εφιάλτες
τον ύπνο του. Ο θάνατος είναι πάντα εκεί, τον διαισθάνεται δίπλα του,
ορατός, αόρατος, μόνιμος συγκάτοικος στην ποίησή του. Η παρουσία του
θανάτου, αμέσως ή εμμέσως, είναι αισθητή στο σύνολο σχεδόν των ποιημάτων
του, χωρίς να επηρεάζει την κοινωνική του ζωή. Είναι ένας φυσιολογικός
άνθρωπος που ζει έντονα την καθημερινότητά του. Εργάζεται, αγαπάει,
ερωτεύεται. Δεν είναι ο ποιητής της ήττας, που δέχεται τον θάνατο
μοιραία. Και δεν τον ξεχνάει, ωστόσο. Τον αναφέρει αδιαλείπτως, γιατί
τον έχει κάνει έμπειρο η ίδια η ζωή. Ξέρει, είναι ενήμερος, δεν έχει
αυταπάτες, δεν παριστάνει τον γενναίο, αλλά ξέρει, είναι βέβαιος πως τον
ακολουθεί. Αν «η ζωή είναι το μέγα καλό και πρώτο», ο θάνατος είναι το
μέγιστο κι αναπότρεπτο Κακό. Και άδικος. Και δεν μπορεί να καταλάβει την
ανοχή του Θεού.
Βρίσκεται πάντα στη μεριά των αδικουμένων και των προοδευτικών ανθρώπων. Η έξωση από το σπίτι, η αίσθηση ότι είναι εξόριστος εξ ορισμού είναι ολοφάνερη.
Στο πρώτο ποίημα της δεύτερης συλλογής
διαφαίνεται πόσο τον έχει βασανίσει η απώλεια αγαπημένων, πόσο τον έχει
στιγματίσει ο θάνατος ως γεγονός και ως κακό μη αναστρέψιμο:
Δεν μίλησα ακόμα όσο έπρεπε
έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει
πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια
όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ
που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω –
πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν
τις σκοτεινές μου αλληγορίες.
έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει
πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια
όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ
που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω –
πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν
τις σκοτεινές μου αλληγορίες.
Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς
πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.
(«Δε μίλησα ακόμα», σελ. 39)
πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.
(«Δε μίλησα ακόμα», σελ. 39)
Η συλλογή κυκλοφόρησε το 1960, όταν ο ποιητής
ήταν 23 ετών. Ίσαμε τότε είχαν συμβεί τόσες συμφορές. Πόλεμοι, χαλασμοί,
ξεσπιτωμοί, θάνατοι προσφιλών του που δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχτεί.
Έχει φωλιάσει μέσα του η υποψία της επέλασης του θανάτου από τότε που
συνειδητοποίησε τι συνέβαινε γύρω του και ύπουλα τον πιλατεύει,
φθείροντάς τον σωματικά με κάθε τρόπο, με την αγωνία για το αύριο, με
τον πόνο των άλλων, βλέποντας το κακό να πέφτει πάνω στα κεφάλια των
αθώων. Δεν τον αφήνει να ησυχάσει το άδικο, η εκμετάλλευση του ανθρώπου
από τον άνθρωπο. Σε όσους επιθυμούν κι επιδιώκουν να του κλείσουν το
στόμα, να του σταματήσουν τον καταγγελτικό λόγο, κάνει σαφές ότι
διεκδικεί το δικαίωμα να μιλήσει με τη δύναμη που του δίνει η εμπειρία
του θανάτου, γεγονός που σηματοδοτεί και τη σχέση του με τον πνευματικό
περίγυρο, αλλά και την απόφασή του να εναντιωθεί στο σαθρό κοινωνικό και
πνευματικό κατεστημένο που θέλει να τον κάνει να σωπάσει. Απαντάει με
ένα ποίημα καυστικό, δηλωτικό της δυναμικής του ποιητικού του λόγου:
Το δικαίωμα να μιλήσω πάλι μού ’δωσε
απόθεμα βαρύ και πλούσιο του θανάτου.
Θηρία αρπακτικά καραδοκούνε το χαμό μου,
διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.
απόθεμα βαρύ και πλούσιο του θανάτου.
Θηρία αρπακτικά καραδοκούνε το χαμό μου,
διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.
Όμως εγώ είμ’ εδώ και κάνω πόλεμο
Παίζω διαρκώς κορόνα γράμματα τη ζωή μου
πολλές φορές τ’ άκουσα μες στ’ αυτιά μου τα ουρλιαχτά
είδα τα δόντια και με ζέσταναν τα χνότα τους
όμως την τελευταία στιγμή
έρχεται πάντα η ομιλία και με σώζει.
Παίζω διαρκώς κορόνα γράμματα τη ζωή μου
πολλές φορές τ’ άκουσα μες στ’ αυτιά μου τα ουρλιαχτά
είδα τα δόντια και με ζέσταναν τα χνότα τους
όμως την τελευταία στιγμή
έρχεται πάντα η ομιλία και με σώζει.
Σε όλο του το ποιητικό έργο βλέπεις την αγωνία
του ποιητή για το μέλλον αυτού εδώ του τόπου και του ταπεινού λαού του.
Από τους πρώτους στίχους της πρώτης του ποιητικής συλλογής, Περιγραφή εξώσεως,
εικονογραφεί τη θέση του και τη σχέση με τον κόσμο που τον περιβάλλει.
Ξέρει πού βρίσκεται. Έχει επίγνωση, γνωρίζει τι έχει στον σάκο των
αποσκευών του, διατυπώνει σαφείς απόψεις, προβληματισμούς που
χαρακτηρίζουν την εν γένει στάση του στη ζωή και στην Τέχνη. Πίσω από
τους συμβολισμούς που ενέχουν οι λέξεις «άστεγος», «ακάλυπτος»,
«εξόριστος», «πρόσφυγας», νιώθει μόνος και ενδεής μέσα στο ίδιο του το
σώμα, μετέωρος μέσα σ’ έναν κόσμο αδιάφορο, με θολό παρελθόν, με ένα
διαρκώς μετακινούμενο παρόν και ένα δυσοίωνο μέλλον. Ως τα είκοσι τρία
του χρόνια (χρονολογία έκδοσης της πρώτης του συλλογής), έχει απόψεις
ξεκάθαρες, αποκρυσταλλωμένες ιδέες, σταθερές θέσεις, η σκέψη του είναι
προσηλωμένη στα ιδανικά που πιστεύει, ο λόγος του σαφής, συγκροτημένος, η
ποίησή του είναι διαυγής, αποσαφηνισμένοι οι στόχοι του:
Ποιος μπορούσε να φανταστεί
τη βίαιη έξωση από το προγονικό μου σπίτι...
...Κυκλοφορώ σ’ ένα χώρο αφηρημένο
δεν έχω μια παλιά φωτογραφία να ζεστάνω τη μνήμη
τη βίαιη έξωση από το προγονικό μου σπίτι...
...Κυκλοφορώ σ’ ένα χώρο αφηρημένο
δεν έχω μια παλιά φωτογραφία να ζεστάνω τη μνήμη
Βρίσκεται πάντα στη μεριά των αδικουμένων και
των προοδευτικών ανθρώπων. Η έξωση από το σπίτι, η αίσθηση ότι είναι
εξόριστος εξ ορισμού είναι ολοφάνερη. Υπάρχει διάχυτη αγωνία, ένας
διαρκής φόβος και πόνος για τον πρόσφυγα που δεν έχει «πού την κεφαλήν
κλίναι», που δεν βρίσκει πουθενά απανεμιά, μια σταθερή παλάμη γης να
ακουμπήσει, να σταθεί και να βρει συμπόνια, λίγη αγάπη, ανθρωπιά. Μέσα
σ’ αυτό το χάος που δημιούργησαν οι απανωτές συμφορές στη χώρα και στην
οικογένειά του, αισθάνεται ο ίδιος σκόρπιος, μόνος κι έρημος, ψάχνει
απεγνωσμένα τον πρώτο του εαυτό, το παιδικό, το μυθικό του πρόσωπο στα
χρόνια της αθωότητας μέσα σ’ έναν ερειπωμένο, κατεστραμμένο κόσμο:
Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια, μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,
έλα πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,
[...] άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,
να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα
έλα πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,
[...] άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,
να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα
Αυτή η αγωνιώδης αναζήτηση του ουσιώδους και
του δρόμου προς τον χαμένο παράδεισο της ψυχής, κάποτε γίνεται έμμεση,
πλην σαφής αμφισβήτηση της άνωθεν αρωγής και εκφράζεται εμμέσως με τους
εύδηλους στίχους:
Αν θρηνώ [...]
είναι [...] που εσύ δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες
(«Αν θρηνώ», σελ. 15)
είναι [...] που εσύ δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες
(«Αν θρηνώ», σελ. 15)
και εμφανίζεται συχνά στο ποιητικό του έργο,
δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ, γιατί δεν μπορεί να δικαιολογήσει την
ύπαρξη του κακού στον κόσμο και τον θάνατο:
...ήτανε μόνο
δεκατέσσερω χρονώ – και μου το παίρνεις, Θάνατε;
[...] Στο πανδοχείο που, άξαφνα, έγινε ο κόσμος
πού ν’ ακουμπήσω; Οι άνθρωποι πού είναι;
Και τ’ ουρανού η κουβέρτα πώς να με ζεστάνει
έτσι που σε μια νύχτα, έλιωσε και εισβάλλει
από παντού το ψύχος του θανάτου;
(«Χιόνι της μοίρας», σελ. 220-221)
δεκατέσσερω χρονώ – και μου το παίρνεις, Θάνατε;
[...] Στο πανδοχείο που, άξαφνα, έγινε ο κόσμος
πού ν’ ακουμπήσω; Οι άνθρωποι πού είναι;
Και τ’ ουρανού η κουβέρτα πώς να με ζεστάνει
έτσι που σε μια νύχτα, έλιωσε και εισβάλλει
από παντού το ψύχος του θανάτου;
(«Χιόνι της μοίρας», σελ. 220-221)
Ακόμα και στα όνειρά του, στη συνάντηση με φίλο του, προσπαθεί να του θυμίσει πως υπάρχει:
...εσύ ’σαι σαρανταπέντε χρόνια κιόλας πεθαμένος, ψέλλισα
και νέα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό μου...
(«Η συνάντηση», σελ. 230-231)
και νέα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό μου...
(«Η συνάντηση», σελ. 230-231)
Τα ποιήματά του όλα εκφράζουν το καθολικό
αίτημα για ισότητα και δικαιοσύνη, αλλά όχι με κραυγές και διαμαρτυρίες
εντυπωσιασμού, αλλά με πόνο ψυχής, μιας ψυχής που κλαίει και μιας
τρυφερής καρδιάς που πονάει για τον πόνο του άλλου, καταγγέλλει το άδικο
που γίνεται εις βάρος του άλλου, του πλαϊνού του, τον οποίο αποκαλεί
αδερφό του και τον νιώθει σάρκα από την ίδια σάρκα με τη δική του:
Στην άγρια νύχτα
η καρδιά μου αγρυπνάει
για σε, αδερφέ μου.
η καρδιά μου αγρυπνάει
για σε, αδερφέ μου.
Με το θηρίο
μετρήθηκα για σένα.
μετρήθηκα για σένα.
Να με θυμάσαι
(Χάι Κάι – «Άστεγα», σ. 176, 31, 32)
(Χάι Κάι – «Άστεγα», σ. 176, 31, 32)
Τα 116 Χάι Κάι, χωρισμένα σε 4 ενότητες
–«Νεκροί του Νοέμβρη» (11), «Άρρωστα χρόνια» (45), «Της αγάπης» (28) και
«Άστεγα» (32)– από σελίδα 135 έως σελίδα 176 σε σύνολο 302 σελίδων, με
την επιγραμματική μορφή, τη θαυμαστή πυκνότητα, τη χαρακτηριστική δομή
και τη διακριτική νοηματική σχέση που συνδέει μεταξύ τους τα τρίστιχα
κάθε ενότητας, κατέχουν, ίσως όχι τυχαία, τον μεσαίο χώρο του συνόλου
των σελίδων του βιβλίου, όπου εκ των πραγμάτων εστιάζεται το ενδιαφέρον
του αναγνώστη, αποτελούν το κέντρο βάρους του περιεχομένου και της
ενότητας που απαρτίζει το σύνολο των ποιημάτων και των συλλογών του
κατορθωμένου έργου του Ανέστη Ευαγγέλου.
Το επισημαίνω αυτό γιατί τα πριν και τα μετά
ποιήματα, παρά τις όποιες διαφορές και αυξομειώσεις που παρουσιάζουν,
είναι ισοβαρή. Υπάρχει ισορροπία μεταξύ των δύο μερών. Από το πρώτο
ίσαμε το τελευταίο ποίημα, υπάρχει η ίδια ένταση, η ίδια φόρτιση.
Ωστόσο, ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Ο ποιητής, εκτός από τον αγώνα και
την αγωνία της έκφρασης, όσο προχωρούσε συνειδητοποιούσε πως είχε να
παλέψει και με εκείνους που κρατούσαν ξύλα και μαχαίρια και πέτρες και
κραύγαζαν: «Σκοτώστε τον». Και θέλουν να τον γκρεμίσουν από το ηθικό του
βάθρο, να φάνε τις σάρκες του, να ξεσχίσουν το υλικό του περίβλημα, να
αμαυρώσουν το ηθικό του κάλλος:
…Όμως η φωνή του
λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους
και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια
(«Ο ποιητής», σελ. 60)
λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους
και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια
(«Ο ποιητής», σελ. 60)
Όπως διεκδικεί και το δικαίωμα να ζήσει. Να
ολοκληρώσει το ποιητικό του έργο θέλει, να μην αφήσει πίσω του
εκκρεμότητες. Η ποίηση είναι η μεγάλη του αγάπη, η έγνοια του. Και
προτρέπει τον θάνατο, που πολλές φορές τον έχει μακελέψει, να πάει αλλού με το κατάμαυρο φτερό του να μαυρίσει/ κι άλλες ψυχές:
...Να μην ξαναγυρίσεις γρήγορα.
Γιατί έχω μερικά ποιήματα
να φτιάξω ακόμα
να τροχίσω εδώ μια λέξη,
να στιλβώσω εκεί μια φράση
Γιατί έχω μερικά ποιήματα
να φτιάξω ακόμα
να τροχίσω εδώ μια λέξη,
να στιλβώσω εκεί μια φράση
–Αυτές οι μικρές εκκρεμότητές μας που λατρεύεις
και για τη διαιώνισή τους άοκνα φροντίζεις–
(«Οι μικρές εκκρεμότητες του βίου», σελ. 271)
και για τη διαιώνισή τους άοκνα φροντίζεις–
(«Οι μικρές εκκρεμότητες του βίου», σελ. 271)
Παραγγέλλει του θανάτου, υποκλινόμενος μπροστά
στην παντοδυναμία και τη δόξα του, και αποκαλεί «Άρχοντά» του και
«Δεσπότη» του. Παρά ταύτα, μέσα από τις ανατροπές, τις ελάχιστες
αναθεωρήσεις και επανατοποθετήσεις που κάνει, παραμένει πιστός στις
αρχές του και στις αξίες του ανθρωπισμού, όπως αξιώνει η «δικαιοσύνη»
και η «ηθική» της ποίησης, γιατί «η ζωή μας δεν πάει ποτέ χαμένη».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου