Μαρία Ανδρικοπούλου:
«Κωνσταντίνος Κανάρης τ’ όνομά μου"
Μαρία Ανδρικοπούλου: «Κωνσταντίνος Κανάρης τ’ όνομά μου"
Κάθε βιβλίο έχει τη δική του ταυτότητα, τη δική ιστορία, τον δικό του τρόπο να επιβάλλεται στον αναγνώστη. Όπως και κάθε συγγραφέας χειρίζεται με τον δικό τρόπο το θέμα που κάθε φορά τον απασχολεί. Η Μαρία Ανδρικοπούλου, με το τρίτο της βιβλίο που κυκλοφορούν οι Εκδόσεις Καλέντη στη σειρά «Λογοτεχνία για παιδιά και νέους» (τα δύο προηγούμενά της «απευθύνονται σε μικρότερα παιδιά»), αντί να μιλήσει στα παιδιά μέσα από την ιστορία για έναν από τους μεγάλους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, προτίμησε να «συστήσει» και να παρουσιάσει τον μπουρλοτιέρη Κωνσταντίνο Κανάρη με έναν ιδιαίτερο τρόπο: μέσα από τα βιώματα της δικής της παιδικής ηλικίας, ξεκινώντας από τα παιδικά του χρόνια. Κάτι ανάλογο και με πολλή επιτυχία έχει κάνει η Αγγελική Δαρλάση, από όσο έχω πρόχειρο στον νου μου.
Πορεύεται μαζί του μέσα από τις παιδικές της μνήμες και εμπειρίες, από τότε που «πρωτάκουσε γι’ αυτόν καθισμένη στη βάση του αγάλματός του στην πλατεία Κυψέλης, ενώ κατάπινε συνέχεια τις μπουκουνιές που τις έδινε η μητέρα της», ενώ της μιλούσε για τον σπουδαίο πυρπολητή. Από τότε της έγινε συνήθεια να διαβάζει ελληνική ιστορία και να μαθαίνει για τα κατορθώματα των ηρώων. Η παιδική και η εφηβική της ηλικία είναι στενά συνδεδεμένη με τον ανδριάντα του Κανάρη. Και μπορεί να μιλάει με απλό, φυσικό τρόπο στα παιδιά για έναν ήρωα που, αν και τον γνώρισε μεγάλο, αγαλμάτινο, εκείνος κατέβηκε από το βάθρο του και βάδισαν μαζί στον δρόμο της ζωής του.Αφήνει τον ίδιο τον ήρωα να αφηγείται, αρχίζοντας από την περιγραφή του αγάλματος, χωρίς η ίδια να παίρνει μέρος. Περιγράφει τον ανδριάντα του ο ίδιος ο ήρωας, εξαίροντας τις αρετές του γλύπτη, που τον σμίλεψε ακριβώς όπως ο ίδιος ο ήρωας βλέπει τον εαυτό του, αναφερόμενος στις ιστορικές πηγές από όπου πληροφορήθηκε για τον χαρακτήρα, για τις αρετές και τις αδυναμίες του ήρωα. Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι δεν ήταν κανένα παιδί γενναίο, παρορμητικό, αλλά ένα κανονικό παιδί σαν όλα τα παιδιά της ηλικίας του. Μεγαλώνοντας, θα προτιμούσε να γυρίζει στη θάλασσα με τη βάρκα του πατέρα του, να φοράει τη βράκα των νησιωτών και να ψαρεύει. Όταν, όμως, βρέθηκε στη δίνη του αγώνα, τότε μπήκε μπροστά κι έγινε ήρωας με τα ξακουστά κατορθώματά του, αποκαλύπτοντας, μάλιστα, πως ήρωας δεν έγινε από τη γενναιότητά του, αλλά από την ανάγκη να βοηθήσει την πατρίδα του με τον τρόπο που μπορούσε, με αυτό που μπορούσε να κάνει: να γίνει μπουρλοτιέρης. Έτσι, από απλός ψαριανός ναύτης έγινε «μέγιστος ναυμάχος», «Εθνικός άγιος», ένας «Μεγάλος Έλληνας», που υμνήθηκε, και δικαίως, από τους ποιητές και πέρασε στις σελίδες της Ιστορίας ως ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της Επανάστασης του ’21.
Αφήνει τον ίδιο τον ήρωα να αφηγείται, αρχίζοντας από την περιγραφή του αγάλματος, χωρίς η ίδια να παίρνει μέρος.
Η Μαρία Ανδρικοπούλου, πέρα από το ιστορικό μέρος, μένει και επιμένει να παρουσιάζει τον ήρωα μέσα από την καθημερινότητά του και μετά τη λήξη του Αγώνα, πόσο γενναία απαντούσε σε όσους προσπαθούσαν να μειώσουν τη σημασία του Αγώνα και θεωρούσαν ανίκανους τους Έλληνες αγωνιστές να δημιουργήσουν κράτος. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης υπήρξε ένας από τους τυχερούς αγωνιστές που αξιώθηκε όχι μόνο να δει ελεύθερη την πατρίδα του και με τον πρώτο Έλληνα κυβερνήτη της, τον Ιωάννη Καποδίστρια, που θαύμαζε, και να την υπηρετήσει ως υπουργός, γερουσιαστής και πρωθυπουργός! Αλλά και πόσο τον έθλιβε ο αλληλοσπαραγμός των Ελλήνων, η ανέχεια, η φτώχεια, που η Αντιβασιλεία του Όθωνα έκανε τους αγωνιστές ζητιάνους στους δρόμους της Αθήνας.
Μέσα στις 45 σελίδες του βιβλίου της η Ανδρικοπούλου, μαζί με την ενηλικίωση και τα κατορθώματα, τον βίο και τη μετέπειτα ζωή και τις πίκρες του Κανάρη για τον χαμό των παιδιών του, με αδρές πινελιές εικονογραφεί το πλαίσιο του Αγώνα, αλλά και την κατάσταση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, που αξιώθηκε ο ήρωας να πιάσει στα χέρια του «το πρώτο νόμισμα, το φοίνικα», με τον σταυρό και το μυθικό πουλί στη μια του όψη και στην άλλη χαραγμένη τη φράση «Ελληνική Πολιτεία». Την ενδιαφέρουσα αφήγησή της συμπληρώνει με δύο ποιήματα Αχ. Παράσχου και από ένα των Ζαχ. Παπαντωνίου, Αρ. Βαλαωρίτη, Α. Κάλβου, Β. Ουγκό, Γ. Μαρτινέλη και Αλ. Βυζάντιου, για τον πυρπολητή. Ακολουθεί σχετική βιβλιογραφία και ευχαριστίες σε όσους συνέβαλαν στην έκδοση του βιβλίου της.
Πρόκειται
για ένα καλό βιβλίο, απλό, καλογραμμένο, εύληπτο, με χαρακτηριστικό
εξώφυλλο που κοσμεί πολύ επιτυχημένο ζωγραφικό έργο του δεκαπεντάχρονου
Κωνσταντίνου Μήτσου. Κράτησα για το τέλος την αφιέρωση της Μαρίας
Ανδρικοπούλου, για να το συστήσω και η ίδια στα παιδιά με πολλή αγάπη ως
ένα όμορφο, ευχάριστο, χαριτωμένο βιβλίο, που θα τους μάθει απλά και
εύκολα πολλά ιστορικά γεγονότα και θα τους αρέσει, θα το απολαύσουν:
«Στον γιο μου, που ονειρεύεται να κουμαντάρει καράβια. Στους μικρούς
ήρωες της καθημερινότητας, που μάχονται στις δικές τους θάλασσες».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου