Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017
Μυρτιώτισσα
- κείμενο: Ελένη Χωρεάνθη
Το ντύμα μου το σάρκινο μου το 'λιωσε η ψυχή μου
Με αφορμή ένα αυθεντικό χειρόγραφο γράμμα της που μου έλαχε να έχω στην κατοχή μου και να μου ανήκει, σκέφτηκα ένα μικρό αφιέρωμα στη μεγάλη ποιήτρια της αγάπης και του έρωτα.
Όταν, το 1963, κυκλοφόρησε στο Αγρίνιο η πρώτη μου ποιητική συλλογή Λίγα λουλούδια, ένας εξαίρετος Αγρινιώτης διανοούμενος, ο αείμνηστος Λάμπρος Τσιτσιμελής, συγγραφέας του βιβλίου Τα σκάνδαλα του Ολύμπου, μου έδωσε έναν κατάλογο με ονόματα διάσημων ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών για να τους στείλω το βιβλίο μου.
Την εποχή εκείνη, η έκδοση βιβλίου ακόμα αγνώστου συγγραφέα από επαρχιακό τυπογραφείο αποτελούσε είδηση, εκδοτικό γεγονός και τύχαινε θερμής υποδοχής και ευνοϊκής μεταχείρισης εκ μέρους των ανθρώπων του πνεύματος. Έτσι εξηγείται και η ανταπόκριση που είχε η αποστολή της μικρής μου ποιητικής συλλογής, που μαζί της έκανα δειλά τα πρώτα μου βήματα στο χώρο των γραμμάτων.
Ανάμεσα στις απαντήσεις που έλαβα, ήταν το συγκινητικό γράμμα ενός θρυλικού προσώπου, μιας εμβληματικής προσωπικότητας των Γραμμάτων και της Τέχνης και ιδιαίτερα της ερωτικής ποίησης: το χειρόγραφο γράμμα της μεγάλης ερωτικής ποιήτριας Θεώνης Δρακοπούλου, που έμεινε στη νεοελληνική λογοτεχνία με το ψευδώνυμο «Μυρτιώτισσα». Ένα σύντομο γράμμα, γραμμένο με το ίδιο το χέρι της θρυλικής Μυρτιώτισσας που με καλούσε στο σπίτι της «για να δει» εμένα!
Η συνάντηση εκείνη, δυστυχώς για μένα, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Λίγα χρόνια μετά (4 Αυγούστου 1968), η Μυρτιώτισσα «έφυγε» από τη ζωή και η πρόσκληση εκείνη έμεινε στο χειρόγραφο της μεγάλης Κυρίας της Ποίησής μας.
Σκέφτηκα, με την ευκαιρία της «Ημέρας των ερωτευμένων», να δημοσιοποιήσω αυτό το αυθεντικό χειρόγραφο για δύο λόγους: Πρώτον για την ιστορική του σημασία και αξία και τον συναισθηματικό φόρτο που κουβαλάει. Και δεύτερον ως παράδειγμα αντιμετώπισης των νέων, των πρωτοεμφανιζόμενων στον δύσβατο χώρο της Τέχνης από το σύνολο των μεγάλων και καταξιωμένων δημιουργών της εποχής εκείνης. Και κυρίως για την απλότητα και το ήθος τους. Μέσα σε λίγες γραμμές, η Μυρτιώτισσα με τον δικό της απλό, συμμαζεμένο τρόπο δίνει το στίγμα των ανθρώπων των Γραμμάτων τη δεκαετία του εξήντα. Ιδού το αυθεντικό χειρόγραφο:
Εκάλη 7/9/63
Αγαπητή Δεσποινίς
Τώρα μόλις μου έφεραν εδώ στην εξοχή τα Λίγα λουλούδια σας και χάρηκα όπως χαίρομαι πάντα όταν βλέπω γυναίκες να καταπιάνονται με ποίηση.
Δυστυχώς η κατάσταση των ματιών μου δεν μου επιτρέπει ακόμα να διαβάζω και όσο για να μου διαβάζουν άλλοι αυτό δεν με ευχαριστεί καθόλου, με κουράζει χωρίς να με τέρπει.
Πάντως ελπίζω σύντομα να μπορέσω μόνη μου να γνωρίσω τα λίγα μα ευωδιαστά καθώς πιστεύω λουλούδια σας.
Αν έρθετε στην Αθήνα ελάτε να σας δω, οδός Κοκλοβόρου 14 στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Θα είμαι εκεί κατά τα μέσα Οκτωβρίου.
Φιλικά και εγκάρδια
Μυρτιώτισσα
Βιογραφικό
Η ποιήτρια Μυρτιώτισσα (φιλολογικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου)
γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στην Αθήνα και στο Παρίσι.
Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια με πατρογονικές ρίζες στην Πάτρα.
Φοίτησε στη Δραματική Σχολή Χιλ της Πλάκας. Από μαθήτρια είχε κλίση προς
την ποίηση και το θέατρο κι έλαβε μέρος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις
αρχαίου δράματος, παρακολούθησε μαθήματα στη Βασιλική Δραματική Σχολή
Εθνικού Θεάτρου. Ως ηθοποιός εμφανίστηκε από τη Νέα Σκηνή του
Κωνσταντίνου Χρηστομάνου.Το 1904 έλαβε μέρος στην παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή κι έπαιξε επίσης στο Δημοτικό και το Εθνικό Θέατρο, αλλά δεν συνέχισε ως ηθοποιός. Για τον γάμο της με τον εξάδελφό της Σπυρίδωνα Παππά και για τον γιο τους, τον διάσημο ηθοποιό, πρωταγωνιστή του Ελληνικού Θεάτρου, τον Γιώργο Παππά, κατά τη διαμονή τους στο Παρίσι γράφει σχετικά:
«…Λάβαινα μέρος εδώ κι εκεί σε κάτι ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων κι αργότερα πάλι σε καλύτερο και καλλιτεχνικότερο επίπεδο με τον καταπληχτικό Χρηστομάνο. Λέγανε πως είχα ταλέντο, μα δε μ’ άφησαν να το καλλιεργήσω. Έπειτα βιαστικά, σα να με είχαν πάρει τα χρόνια, με πάντρεψαν. Είναι ωστόσο βέβαιο πως εγώ προετοίμασα στο γιο μου το δρόμο που τον πέρασε αργότερα τόσο θριαμβευτικά, γιατί ως την ώρα που τον γέννησα, το μόνο πράγμα που μ’ απασχολούσε, το μόνο που πρόσεξα στο Παρίσι, σε κείνη τη μεγαλούπολη που πήγα μετά το γάμο μου, ήταν το θέατρο. Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Εγώ η ίδια δέχτηκα να παντρευτώ έναν ξάδερφό μου που είχε έρθει τότε απ’ το Παρίσι για να μας δει και τον προτίμησα απ’ όλους τους νέους που γνώριζα. Δεν τον αγάπησα, όμως έλεγα πως το συγγενικό μας αίμα θα έσμιγε σιγά σιγά και τις ψυχές μας. Είχα άδικο. Όσο καλός κι αν ήταν, ευγενικός, μορφωμένος, όσο κι αν αγάπησε και φρόντισε κι αυτός όπως μπορούσε για τη μόρφωση του παιδιού μας, στο βάθος έμεινε ξένος για μένα. Αγαπούσε ωστόσο κι αυτός πολύ το θέατρο και με βοήθησε στο Παρίσι να πηγαίνω και ν’ ακούω τα μαθήματα που έδιναν φτασμένοι ηθοποιοί στην επίσημη Δραματική Σχολή του Κράτους. Οι καλύτερές μου ώρες ήταν εκείνες που περνούσα σ’ εκείνη την αίθουσα».
Ο γάμος της δεν κράτησε πολύ. Μετά τον χωρισμό, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου εργάστηκε ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών. Σημαντικό ρόλο στη ζωή και στην ποίησή της έπαιξε η σχέση της με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη, τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, που τον αγάπησε με πάθος. Ο θάνατός του στη μάχη του Δρίσκου το 1912 της προξένησε μεγάλο πόνο. Από το πένθος και τον πόνο βρήκε λυτρωτική διέξοδο στην ποίηση.
Η Μυρτιώτισσα είναι από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές χώρο της νεοελληνικής ποίησης. Την ποίησή της χαρακτηρίζει το έντονο λυρικό στοιχείο, η αγάπη της για τη φύση και το δίπολο έρωτας-θάνατος.
Άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες, κατεξοχήν ερωτική ποιήτρια, έγραφε με πάθος και ειλικρίνεια για τον έρωτα, απελπισμένα. Η εξωστρέφειά της με τον καιρό και ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του μεγάλου Λορέντζου Μαβίλη μετατράπηκε σε εσωστρέφεια, Είναι χαρακτηριστικός ο στίχος της «Το ντύμα μου το σάρκινο μου το 'λιωσε η ψυχή μου».
Το ταλέντο της εκτιμήθηκε από τους ανθρώπους της τέχνης του καιρού της. Ο Κωστής Παλαμάς, γενναιόδωρος όπως ήταν σε όλους τους νέους, και ιδιαίτερα στις γυναίκες ποιήτριες, δεν έκρυβε τον θαυμασμό και την εκτίμησή του και προλόγισε τα σημαντικότερα από τα βιβλία της: Κίτρινες φλόγες (1925) και Κραυγές (1939).
Επιλογή από τα ερωτικά
Σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!
Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου
Τα δυο χέρια μου, να…
Σ’ τα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι
Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι
Ω μελίσσι μου, πιες
Απ’ αυτόν τις γλυκές
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!
Σ’ αγαπώ τι μπορώ
Ακριβέ να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο;
Τα βήματα
Τα βήματα, τα βήματά σου
τα γνώριμα τ’ αγαπημένα που είναι χαμένα.
Έχω ποθήσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.
Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου,
μες τα όνειρά μου τρομαγμένα,
φτάνουν σε μένα.
Έχω ξεχάσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.
Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.
Έρωτας τάχα
Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να δω
παράθυρά σου;
Έρωτας να ‘ναι η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;
Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχετ’ ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;
Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,
και καλώς να ‘ρθει το κακό
που είν’ από σένα·
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα.
Voluptas [1]
Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι εγώ!
μες απ’ τα χρυσοκόκκινα μαλλιά μου,
απ’ τη ματιά κι’ από τα δάχτυλά μου
της ηδονής πετιέται το στοιχειό.
Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι εγώ.
Όμως αγάπη μη γυρεύετ’ από μένα
Δε θα με ιδήτε μπρος σας να λυγίσω
και πάνε τα τραγούδια σας χαμένα.
Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμιές!
Και τις ερωτευμένες σας καρδιές
πως θα ‘θελα να μπόρεια να μασήσω
με τα λευκά μου δόντια τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά,
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω!
Δάκρυα δε θέλω, δάκρυα δε θέλω δε ζητώ
παρά φωτιά για τη φωτιά μου,
τα σαρκικά φιλιά μου,
στόμα που στάζει φλόγα να γευτεί.
Ω! τι με νοιάζει τότες κι’ αν κοπεί
το νήμα απ’ της Μοίρας μου τ’ αδράχτι,
αφού θα νιώθω πως από Ηδονή
θα σκορπιστεί το είναι μου σε στάχτη…
Πάθος
Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.
Μες στα χέρια –τα χέρια σου–
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!
Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.
Τι άλλο, καλέ μου
Τι άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα
και στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου,
αφού κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,
–κι ας είσαι νεκρός– πλημμυρούν από Σένα;
Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα
τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου,
γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου,
αγνή προσευχή, γεννημένη από Σένα!
Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα;
Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου
και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου
για Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα.
Ποιος είσαι συ;
Ποιος είσαι συ που στάθηκες πεισματικά μπροστά μου,
και των ματιών σου τα πετράδια
σαν πυρωμένα κάρβουνα ξεσκίζουν και τρυπούν
τα τρίδιπλά μου τα σκοτάδια;
Ποιος είσαι συ που τάραξες βαθιά τη μοναξιά μου;
Δε βλέπεις απ’ τον κόσμο αυτό πως είμαι πια φευγάτη;
Μήτε γυρεύω τίποτα, μήτε μπορώ να δώσω.
Τα φλογισμένα μάτια σου του κάκου με πονούν.
Και μοναχά το χέρι να σ’ απλώσω,
θα ’ναι κι αυτό μια βδελυρή, που δε μου στέκει, απάτη.
Το ντύμα μου το σάρκινο μου το' λυωσε η ψυχή μου,
κι έπεσε απάνω του βαρύς της λησμονιάς ο λίθος.
Τα γήινα τα στολίδια μου ξεφτίσανε κι αυτά.
κι είν’ η καρδιά σε τέτοιο βύθος!
Φύγε, το δρόμο τώρα πια θα πάρω μοναχή μου.
Είμαι του ίδιου μου εαυτού μια ανάλαφρη σκιά,
νεράκι π' αργοσώνουμαι μακρυά από την πηγή μου.
Γύρισε πίσω, εγώ τραβώ για τ' άυλα τα νησιά.
Κι αν μου τρυπάει τα σπλάχνα μου του πόθου σου η ματιά,
του κάκου! στάλα αιμάτινη δεν τρέχει απ’ την πληγή μου.
(Ανέκδοτο)
Σημειώσεις
[1]Voluptas: Η προσωποποίηση της ερωτικής επιθυμίας.
[1]Voluptas: Η προσωποποίηση της ερωτικής επιθυμίας.
Τα σχόλια σας
Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017
Η ωραίς Ελλάς
Από το σημειωματάριό μου
(Π. Φάληρο, 7 Μαρτίου 2006)
.................................H Ω ρ α ί α Ε λ λ ά ς
Εξαιτίας των ποικιλώνυμων βαρβάρων που απαιτούσαν την κεφαλή της Ελλάδας επί πίνακι, αναγκαστήκαμε να σοβαρευτούμε, να ομονοήσουμε, να φορέσουμε τα καλά μας, να γίνουμε ευπρεπείς, όλα να λειτουργήσουν, φαινομενικά τουλάχιστο, τέλεια και να μεγαλουργήσουμε, να ζήσουμε ένα ανεπανάληπτο καλοκαίρι, ένα καλοκαίρι γεμάτο εκπλήξεις. Είδαμε να ανατέλλει μια Ελλάδα λουσμένη στο απολλώνιο φως με σημαίες και με ταμπούρλα, να υψώνεται κατακόρυφα πάνω από τον κόσμο και να αφήνει σύξυλη την πολιτισμένη ανθρωπότητα.
Ζήσαμε σε μια Αθήνα διαφορετική, λαμπερή, πανέμορφη, ονειρική, σαν ψεύτικη, χωρίς σκουπίδια, αποστασιοποιημένη από τη σκληρή καθημερινότητα και την ωμή πραγματικότητά της, αναπαλαιωμένη, αναπλασμένη με ταχύρυθμες επεμβάσεις, ωραιοποιημένη, μια φτιασιδωμένη γηραιά κυρία επί των τιμών, να υποδέχεται τους πολυπληθείς επισκέπτες της σε λαμπερές τελετές και να δεξιώνεται υψηλούς προσκεκλημένους σε χλιδάτες επαύλεις με φλας, κάμερες, πυροτεχνήματα, τι σημασία έχει αν κάηκαν και μερικά δεντράκια, αφού θα γίνει αμέσως αναδάσωση, μας απασχολεί τώρα το μέλλον της Ωραίας Ελλάδος, εγγύς και απώτερο;
Μετά τόση φήμη, δόξα, κατάφωτα στάδια και τόσα χρυσά, ασημένια και χάλκινα μετάλλια, κύμβαλα αλαλάζοντα και ιαχές, διεθνή προβολή, ακτινοβολία, παραδοχή και αποδοχή, αναρωτιόμαστε τι θα γίνει με τα παρεπόμενα αυτών των θαυμάσια, όντως, διεξαχθέντων Ολυμπιακών Αγώνων; Πώς θα συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς αναδομημένους, ενδεδυμένους με πορφύρα βαρβάρους;
Ε, λοιπόν, δεν είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς βαρβάρους η Ωραία Ελλάς, αφού οι άνθρωποι αυτοί είναι πάντα κάποια λύση! Αν, παραδόξως, κάποιοι βάρβαροι δεν είναι εύκαιροι να έρθουν από μόνοι τους, θα τους επινοήσουμε!
Μολονότι μοιάζουν οι εποχές, ως ένα σημείο αντιγράφουν αλλήλας, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχούμε. Ο Καβάφης είχε τη δική του φιλοσοφία, θεωρούσε τα πράγματα από τη δική του σκοπιά εγκλωβισμένος σ’ έναν κόσμο που κατέρρεε. Εμείς σήμερα δεν έχουμε ανάγκη να επικαλούμαστε βαρβάρους ποιητικά. Εμείς είμαστε πια Ευρωπαίοι πολίτες που να μας πάρει ο διάβολος!
Κάθε κρίσιμη στιγμή με δυσεπίλυτα εσωτερικά προβλήματα, όπως οικονομικά αδιέξοδα, ανεργία, παραλείψεις, ανεκπλήρωτες προεκλογικές υποσχέσεις, ακρίβεια, ασφαλιστικό, απολυμένοι συμβασιούχοι να ωρύονται, φορολογικό, απαιτητικούς χαμηλόμισθους να επαιτούν για αυξήσεις, σεισμοί, λοιμοί, λιμοί, καταποντισμοί, απ’ όλα έχει ο τορβάς που κουβαλάει στη ράχη του ο ταλαίπωρος ραγιάς, οι βάρβαροι είναι παρόντες απρόσκλητοι: Διαπλεκόμενα, παρακράτος, διαπλοκές, παραβιάσεις στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, πανταχόθεν απειλές, υφαλοκρηπίδα, Σκοπιανό, η αμαρτωλή Παιδεία, μεταγραφές, ελλείμματα, πάθη, λάθη, προεδρολογία, απογραφή, παρελθοντολογία, καταραμένο Σινούκ, εξοπλιστικό, ξένα κέντρα επέμβασης κ.λ.π…
Ετοιμοπόλεμοι οι άτιμοι οι βάρβαροι, πάνοπλοι προ των πυλών, έτοιμοι να ορμήσουν και να μας κατασπαράξουν, τρόπος του λέγειν, δεν έχουν τέτοιο σκοπό, προς Θεού, σε ποιον αιώνα ζούμε, είμαστε στην Ενωμένη Ευρώπη, γίναμε Ευρωπαίοι πολίτες! Αντίθετα, έρχονται στην κατάλληλη στιγμή να μαζέψουν όλα μας τα προβλήματα, να τα κουκουλώσουν μ ε το ανελέητο φάσμα της αιώνιας απειλής, να τα τσουβαλιάσουν μέσα στο ΘΑ και να μας απαλλάξουν από όλα αυτά, έστω και προσωρινά, για να συμβαδίζουμε με την Ευρώπη και να γίνονται εύκολα οι συναλλαγές με το Εξωτερικό! Αυτό είναι το πρόβλημα. Τι ψάχνουμε για ψύλλους στ’
άχυρα!
Η Ελλάδα, άλλωστε, είναι γνωστή για τη γενναιοδωρία και τη φιλανθρωπία της και, επιπλέον, έχει αναδειχθεί σε ένα πρώτης τάξεως εξαγωγέα. Εξάγει, πολιτισμό, φως, ιδέες, εθνικά ονόματα, κάνει υποχωρήσεις, παραχωρήσεις δικαιωμάτων, ξοδεύει δις και τρις για προβολή. Απ’ όλα έχει να προσφέρει η ευάερος, η ευήλιος η εύνησος, η ευαιγίαλος, Η Ωραία Ελλάς προσφέρει θέαμα, ποικιλία οίνων και ποτών, αρχαίων γεύσεις, παραθαλάσσια οικόπεδα, εθνικά ονόματα, φιλοξενία, νησιά, αέρα, γην και ύδωρ, γαλάζιο ουρανό…
"Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα! Είμαστε!
Πολύ ωραία ατμόσφαιρα!"
.................................................................Τρίτη, 7 Μαρτίου 2006
Αναρτήθηκε στο χρονολόγιό μου σήμερα, Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017
Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
«Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον».
Δύο ποιήματα της Ελένης Χωρεάνθη
Στο πρόσωπό σου
περπατάει μια θλίψη πολυκαιρισμένη
σαν παραμερισμένη αναμονή
Την όψη χαρακώνει
η απόδραση από έναν κόσμο θλιβερό
και το φθαρμένο παρελθόν
σαν καταιγίδα κόβει στα δυο
στα τέσσερα
στα οχτώ
στα δέκα έξι
θρύψαλα κάνει από καιρό
την «Καλημέρα» στη ζωή
Στο πρόσωπό σου
έκδηλη μια πίκρα στρογγυλή
παγιδευμένη σιωπή
γράφει την ιστορία στον καθρέφτη της φυγής
Έρποντας η απόρριψη τον όρκο ζωγραφεί
στην κορυφογραμμή
φαρμακερό καρφί μπηγμένο στην καρδιά σου
Ξοδεύεις τον καιρό στα περιττά
ποιος είναι ο αίτιος και ποιος το θύμα
τώρα πια σημασία καμιά δεν έχει
κυλάει νερό το αίμα στο ρυάκι
όπως μετά το πέρασμα της δυνατής βροχής
Ο κόσμος γύρω σιωπηλός
ακούει το κλάμα της βροχής του αίματός σου
στα χαλίκια
τον κρότο της ρωγμής στην «Καλημέρα»
κι ανοίγει λάκκο
να συλλέξει το αυριανό κρασί
για το συμπόσιο «αλληλεγγύης»
πεινώντων και διψώντων ελεημοσύνη
στραγγίζοντας
και τη στερνή ρανίδα τύψη της ψυχής
στο κύπελλο της αδιαλλαξίας
Κι εσύ
ξοδεύεις τον ανήμερο καιρό
δύο συν τρία * συν εφτά *συν δέκα τρία
ένα απέραντο νεκροταφείο θλιβερών ωρών
τελειωμένων
Ο κόσμος θλιβερά μικρός στην όρασή σου
Μια σπιθαμή
στο ρημαγμένο κοίλο της καρδιάς
το πρόσωπό σου
Ανήμερα Πρωτοχρονιάς 2017
Μπαλάντα
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
(Κ. Π. Καβάφης)
Αναρωτιέμαι
τι ν’ απόγινε ο νεαρός εκείνος στρατιώτης
ο μελαγχολικός προστάτης των συνόρων
Διάβαζε αρχαίους ποιητές
Όμηρο και Σαπφώ και Πίνδαρο
και Σοφοκλή και Ευριπίδη και Αισχύλο
Μετέφραζε ισχυριζότανε Αριστοφάνη
έγραφε στίχους για την Ουτοπία
Έκρυβε ωστόσο
ύπουλες προθέσεις στον γυλιό του
μαζί με κάποια σαπισμένα ιδανικά
κατάλοιπα λειψής
ελεεινής φιλολογίας
-όνειρα έωλα, πτερόεντα -
και δανεικά ιδανικά
φτηνά ιδεολογήματα
στις τρύπιες τσέπες του παντελονιού του
Με τις προοπτικές ενδόξου μέλλοντος ποιητικού
δεμένες στα κορδόνια των αρβύλων του
έψαχνε ηρωική διέξοδο ανέξοδα
από τα ψυχολογικά του τα πολλά τα αδιέξοδα
ως μεταμεσονύχτιος προσκυνητής
και μέλλων ν’ ανατείλει ποιητής
ο ιερόσυλος επιτηδευματίας αγιογδύτης
φρουρός των ιερών έναν καιρό οδυνηρό
και των οσίων
στη νήσο την αρχέγονη
την ανεμοφιλούσα
Αλήθεια
πού να βρίσκεται ο ελεεινός της εξορίας μου Ελπήνωρ
ο άβουλος, δειλός οιηματίας
ο ξοφλημένος εραστής της Ουτοπίας
σε ποια απορρίμματα ιδεολογημάτων βουλιαγμένος
να μελετάει των περασμένων την απώλεια
χωρίς διόλου «λογική και υπερηφάνεια»
Όσο για τον κομπλεξικό
θρασύδειλο
τον αλαζόνα
τον κιτρινιάρη φρούραρχο
με τα λειψά
τα ψάθινα γυαλιστερά μαλλιά
και τα μυωπικά ιμιτασιόν χρυσά του ματογυάλια
τα συρμάτινα
εκείνον που παρίστανε κομπάζοντας τον Υπεράνω
μες στο τεράστιο παρφουμαρισμένο Εγώ
αναρτημένο στον εξώστη του κρανίου
αμφιβολία καμία δεν υπάρχει
πως κατοικοεδρεύει και οικουρεί
άγνωστος μεταξύ αγνώστων
άοσμος κι άχρωμος κι ανύπαρκτος
ανάμεσα στους αφανείς
της παρελθούσας μάταιης δόξας ήρωες
στο σύθαμπο της αποστεωμένης του παρά μυθολογίας
και ψάχνει απεγνωσμένα κι αναδρομικά
στου χρόνου τις καταπακτές
τη μούσα των γλαυκών θαλασσινών ωρών
την ερωμένη των υδάτων
Μάταιη αναδρομή και αναζήτηση
η παρελθούσα ενοχή
μπερδεύτηκε στην κουστωδία των χρωμάτων
με τον απόηχο του νερού και του ανέμου
του φεγγαριού τα μάγια τυλιγμένη
διαμελίστηκε στων ασκητών
και στων αγίων μυστικών τις σκήτες
και τρέχει μουλιασμένη στους αιώνες με βροχή
επί ανέμων και υδάτων
τα δείπνα τα θεσπέσια των Ολύμπιων να προλάβει
κατά το μεταμεσονύχτιο μεσουράνημα της Εκάτης
και των Αχράντων Μυστηρίων της ποιήσεως
ασθμαίνουσα
εωθινή μεταλαμβάνει
Ιούνιος-Ιούλιος 2012- Ιανουάριος 2013
(Ανέκδοτα, προδημοσίευση)Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017
Ο Χρήστος Μποκόρος και τα "Στοιχειώδη"
Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ ΚΑΙ «ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ» της Ελένης Χωρεάνθη
«Δεν είναι στιγμιότυπο της ζωής η ζωγραφισμένη εικόνα,
δεν παριστά ακριβώς τα ορατά πράγματα η ζωγραφική,
όσο ακριβής κι αν δείχνει. Θέλει να κάνει τα πράγματα ορατά
με άλλο τρόπο. Τα παριστά εν ετέρα μορφή.
Είναι εικόνα του σύμπαντος χρόνου, προσβλέπει στην αιωνιότητα».
(Χρήστος Μποκόρος, Λεύκωμα, σελ.46)
Γράφει χαρακτηριστικά ο καλλιτέχνης ανάμεσα στα πολύ σημαντικά ερμηνευτικά σχόλια που ενσωματώνει στο εντυπωσιακό λεύκωμα, το οποίο κυκλοφορεί παράλληλα με τις εκθέσεις των έργων του που ευφυώς αποκαλεί: «Τα στοιχειώδη». Και με αυτόν τον τρόπο «ξεκλειδώνει» ο ίδιος ο ζωγράφος τη θύρα του παραδείσου του και δείχνει στον επισκέπτη την οδό που μπορεί να ακολουθήσει για να μπει στο πνεύμα και να κατανοήσει τον πρωταρχικό τρόπο έκφρασής του με τα χρώματα πάνω στο ξύλο, στο υλικό που αποτελεί τη βάση της παρούσης ζωγραφικής ενότητας.
Μια οριζοντιωμένη μνήμη, αποτυπωμένη σε παλιωμένα και ταλαιπωρημένα ξύλα, παλίμψηστα, που πάνω τους έχει συσσωρευτεί ο χρόνος, ο αγώνας και η αγωνία, ο πόνος και ο μόχθος, η προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει τη φύση, να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών, να ενώσει τα κομμάτια του δρόμου για να φέρει κοντά τον έναν άνθρωπο στον άλλο, να μας θυμίσει τον χαμένο παράδεισο της ψυχής μας, την απολεσθείσα αθωότητα.
Ανθρώπινες φιγούρες, απλοί, συνηθισμένοι, καθημερινοί ήρωες, χρηστικά σκεύη μιας άλλης εποχής, άνθη και καρποί, απλά, καθημερινά, «στοιχειώδη» πράγματα, παίρνουν υπόσταση και συνυπάρχουν αρμονικά στην καλλιτεχνική τους διάσταση ενάντια στη διαμελισμένη συνείδηση του σύγχρονου κόσμου. Θυμίζουν τη σχέση αμοιβαιότητας υποκειμένου και αντικειμενικού κόσμου. Ενώνουν το κάποτε, το «μια φορά κι έναν καιρό», με το τώρα, με το αύριο, με το αεί, με την όποια αιωνιότητα ανήκει στον καθένα. Θυμίζουν στον σημερινό άπληστο άνθρωπο που δεν μπορεί να σηκώσει την οικονομική κρίση ότι, μερικές δεκαετίες πριν, ελάχιστα πράγματα, τα βασικά: το ψωμί, η ελιά, το λάδι, λίγα σκεύη, ήταν αρκετά να συντηρήσουν οικογένειες, να καλύψουν τις καθημερινές ανάγκες της.
Ώσπου να βρει ο ίδιος ο καλλιτέχνης τον δρόμο επιστροφής στον χαμένο παράδεισο της ψυχής του, της ψυχής του κόσμου, χρειάστηκε να βουτήξει στον ωκεανό της γνώσης, να κάνει πρώτα μια μακριά πορεία στον χρόνο, στον τόπο και στα έργα καταξιωμένων ζωγράφων και αγιογράφων, να μυηθεί στα άδυτα της πίστης και της αμφιβολίας, να αποκτήσει πείρα για να ανακαλύψει την αφανή αρμονία, την ποίηση που υπάρχει στα απλά, καθημερινά πράγματα και να δημιουργήσει μια νέα γενιά θαυμάτων, κυνηγώντας το φως που γνέφει μέσ' από το σκοτάδι.
Ύστερα από τη μακρά πορεία στον χώρο της τέχνης των γραμμών και των χρωμάτων και την αναστροφή με δασκάλους και ομοτέχνους του, ο διακεκριμένος Αγρινιώτης ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος αφήνει πίσω του έναν καλλιτεχνικό κόσμο λαμπερό, του οποίου υπήρξε και ο ίδιος μέρος, κι επιστρέφει νοσταλγός στα πάτρια, στον τόπο όπου γεννήθηκε, στον καιρό της αθωότητας. Γυρίζει στην «παιδική ηλικία του Μάγου», στο γεμάτο δυσκολίες αλλά και απλή ομορφιά, μυστήρια, ποίηση και μαγεία παρελθόν, το δικό του και των άλλων. Αναθυμάται και ζωγραφίζει αδρά στιγμές του βίου καθημερινών ανθρώπων και «Τα στοιχειώδη» μέσα που είχαν στη διάθεσή τους τον καιρό εκείνο και με αυτά επιβίωσαν.
Ψάχνει με επιμονή, αναμοχλεύει τον παρωχημένο, τον λησμονημένο κόσμο όπου τον συναντά, παίρνει από αυτόν το πολύτιμο υλικό, το παλιωμένο ξύλο, συμβιώνει με τον κατακερματισμένο κόσμο της σιωπής και τον αναπαριστά απλωμένο, ωστόσο, ησυχασμένο, αμέριμνο, με χρώματα και σχήματα και με γραμμές πάνω στα ίδια τα ερείπια, πάνω στα αχρηστεμένα ξύλα, σαν όλα να έχουν τελειώσει και τελειωθεί μέσα στο έργο του, όπως είναι τελειωμένα στη συλλογική μνήμη, μέρος της οποίας είναι και η δική του επιλεκτική μνήμη.
Σε τούτη την ενότητα, περίοπτη θέση κατέχει η μάνα του ζωγράφου με το πρόσωπό της αγέραστο, όπως την έχει φυλαγμένη στη μνήμη του, αλλά και η τσιγγάνα του δρόμου ξαπλωμένη στο παγκάκι, ο συνεργάτης του και ο εαυτός του, όλοι ξαπλωμένοι πάνω σε προσφιλή του ταλαιπωρημένα ξύλα απολαμβάνουν την ανάπαυσή τους σε σχέση αμοιβαίας αγάπης με το ξύλο. Και σφριγηλά σώματα νέων ζευγαριών, όμως, πάνω σε λευκά σεντόνια, δωρισμένα του Έρωτα και του Θανάτου, σε άλλη διάσταση, σε άλλον τόπο και χρόνο: «Η ζωή εν τάφω» συνεχίζει την πορεία στον επέκεινα χρόνο, στην αιωνιότητα, με τα απολύτως απαραίτητα υπάρχοντά της: τα λευκά σεντόνια.
Όρθια είναι τα λουλούδια που πλαισιώνουν το σκηνικό και συμπληρώνουν το τελετουργικό του μυστηρίου της ζωής και του θανάτου. Κι από πάνω ο μπλάβος ουρανός σπαρμένος άστρα, κρατάει πεισματικά άλυτο το μυστήριο των μυστηρίων με ψηφίδες φωτός διανθισμένο.
Όρθιο ζωγραφίζει και το νερό, το ζωντανό νερό, στοιχείο της ζωής πρωταρχικό, καταρράκτη που κατεβαίνει με ορμή χαράσσοντας πορεία «επί ξύλου κρεμάμενου», κυριολεκτικά.
Για να νιώσεις τι είναι αυτό που κινεί το χέρι του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου όταν ανακατώνει τα χρώματα και πιάνει τον χρωστήρα ή χρησιμοποιεί τα δάκτυλά του και δημιουργεί, πρέπει να αφουγκραστείς τους ψιθύρους που του υπαγορεύουν τα μυστικά της φύσης και της ζωής, να δεις το φως που ξεμυτάει από τις χαραματιές των ξύλων, να τρυπώσεις στον χώρο των θαυμασίων του για να συλλάβεις το νόημα που συμπυκνώνει επιγραμματικά στη φράση: «Χαζεύοντας τόσον καιρό το φως, βρίσκομαι γονατιστός ακόμη στο σκοτάδι».
Αισθάνεσαι δέος, νιώθεις την ανάγκη να υποκλιθείς ευλαβικά, σιωπηλά, ταπεινά μπροστά στον θαυμαστό κόσμο του εκλεκτού καλλιτέχνη, του ποιητή ζωγράφου, όπως επιβάλλει το μεγαλείο της τέχνης και η γενναία στάση του.
Με αφορμή την έκθεση ζωγραφικής με «Τα στοιχειώδη» στη Δημοτική Πινακοθήκη Αγρινίου, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν τη 19η Ιανουαρίου 2015 και θα διαρκέσει έως την 29η Μαρτίου 2015, και το Λεύκωμα, ο διακεκριμένος ζωγράφος ευχαρίστως έδωσε πολύ περιεκτικές απαντήσεις σε σχετικά ερωτήματα:
Έχω στα χέρια μου το Λεύκωμα με «Τα στοιχειώδη». Ποια ανάγκη σάς κάνει να ερμηνεύετε τα έργα σας;
Καταρχήν η ανάγκη των θεατών να προσλάβουν νοητικά κάτι περισσότερο από την οπτική τους αντίληψη. Τους τελευταίους αιώνες, η τέχνη σώζοντας το δικαίωμα του καλλιτέχνη στην αυτοέκφραση απώλεσε το προνόμιο της άμεσης επικοινωνίας. Χάσαμε κατά κάποιον τρόπο το «κοινό» και προσπαθούμε να το αναπληρώσουμε με επεξηγήσεις. Ακούγοντας τον ίδιο τον καλλιτέχνη προσδοκούμε μια αυθεντικότερη προσέγγιση από κείνη των ειδικευμένων μεσολαβητών. Άλλωστε, η βαθύτερη επιθυμία μας είναι να κοινωνήσουμε με ανθρώπους μάλλον παρά με εικόνες και ιδέες. Τα έργα πάντως κρατούν έτσι κι αλλιώς το «μυστικό» τους.
Αναρωτιέμαι: μήπως με τον τρόπο αυτό θέλετε να μετέχετε στη διαδικασία της «μετάληψης», της «θείας κοινωνίας», της μετακένωσης των θείων μυστηρίων της τέχνης σας;
Δεν το βλέπω έτσι. Η μέθεξη, η θεότητα και το μυστήριο θα παραμένουν πάντα βιώματα ανεπικοινώνητα. Αλλιώς θα χάναν το νόημά τους.
Μήπως αισθάνεστε πως κάτι λείπει ακόμα, κάτι που δεν άρκεσαν τα χρώματα και συνεχίζετε την «ομιλία» σας με τον λόγο;
Θα προτιμούσα, πράγματι, τα έργα να μιλούν από μόνα τους για τον εαυτό τους και για μένα και για τα ζητούμενα που επιδιώκουν ή προσδοκούν. Δυστυχώς όμως δεν γίνεται έτσι, παρά μόνον σε σπάνιες περιπτώσεις, σε ευτυχείς συγκυρίες οπότε περιττεύουν τα λόγια.
Τα κείμενα που συνοδεύουν το φωτογραφικό λεύκωμα με «Τα στοιχειώδη» είναι ποιήματα. Αν δεν ήσασταν ζωγράφος, θα μπορούσε να ήσαστε ποιητής;
Μα και η ζωγραφική ποίηση είναι, από ένα σημείο τουλάχιστον και μετά. Όπως κι η ζωή μας άλλωστε.
Το φως και το σκοτάδι στους συγκεκριμένους πίνακες... Μοιάζει να κυνηγάτε το φως. Από παλιά φαίνεται πως το φως σάς κλείνει το μάτι. Ακόμα κι από τις χαραμάδες, φως φυτρώνει συχνά στα έργα σας. Σας κυνηγάει ή το κυνηγάτε;
Το σκοτάδι με κυνηγάει και σ' αυτό αντιστέκομαι εφευρίσκοντας φως. Ένα φωτεινό παραπέτασμα στο χάος είναι η ζωγραφική μου, ένα κλαδάκι στο κενό να κρατηθώ. Μ' αυτή την έννοια η ποίηση, η ομορφιά σώζει τον κόσμο. Είναι η αντίστασή μας στον μηδενισμό, στο σκοτεινό κενό του τίποτε. Ακόμη κι αν φτιάχνουμε το άφτιαγο όταν φτιάχνουμε κάτι, αυτό το «ιόν εκ του μη όντος εις το ον» είναι το σωτήριο... ποίημα.
Η σχέση σας με το ξύλο: με την παλαιότητα του ξύλου, του φθαρμένου, του ταλαιπωρημένου, του «παλίμψηστου». Μήπως θέλετε να του δώσετε την ευκαιρία να λειτουργήσει, να «ζήσει» κατά κάποιον τρόπο σε μια άλλη διάσταση;
Αλήθεια είναι κι αυτό, αλλά κυρίως με αφορά η κοινότητα της χρήσης. Το ότι πριν από μένα άλλοι άνθρωποι, για άλλους λόγους, σε άλλες στιγμές, το είχαν ήδη χρησιμοποιήσει κι είχαν αφήσει τα ίχνη της δικής τους χρήσης πάνω του. Το κοινό αναζητώ και σ' αυτό απευθύνομαι.
Το ξύλο, κυρίως, είναι το υλικό πάνω στο οποίο δημιουργείτε τον εικαστικό σας κόσμο. Μήπως σας εμπνέει ή σας προκαλεί να αποκαλύψετε με την τέχνη σας τον βιωμένο χρόνο, τον αποθησαυρισμένο πόνο, μόχθο, το φορτίο που αποτύπωσε πάνω του ο καιρός;
Το ξύλο έχει το χάρισμα να συγκρατεί πάνω του τον καιρό και τα ίχνη της χρήσης του. Με γοητεύει αυτή η σκόνη του χρόνου και τα σημάδια της φθοράς. Δίπλα τους, πάνω τους συμπαραθέτω και το αποτέλεσμα της δικής μου δεξιότητας, προσδοκώντας να αποδώσω μια παράταση, μια συνέχεια, αντιστεκόμενος κατά κάποιον τρόπο στη ζωή που μας δαπανά, παραμένοντας η ίδια αδαπάνητη. Η αλήθεια και η αιωνιότητα είναι το ζητούμενο της τέχνης. Αυτά προσδοκά κι ο άνθρωπος, να μη χαθεί στη λήθη, να μην αποθάνει...
Μέσα από τα κείμενα αναδύεστε «ασκητικός». Πόσο σας έχει επηρεάσει η αγιογραφία, ο Τσαρούχης;
Πολύ! Τα κείμενα και η ζωγραφική του Τσαρούχη με βοήθησαν να καταλάβω το νήμα που συνέχει την τέχνη του ανθρώπου να προσεγγίζει το ύψος, να αποδίδει αναξία χειρί αχειροποίητο πνεύμα, θανάτω θάνατον πατών να καταδεικνύει την αιωνιότητα παριστώντας τη θνητή της ομορφιά, την ακατάβλητη ωραιότητα του εφήμερου σώματός της.
Σας άκουσα να λέτε κατηγορηματικά ανοιχτά σε κοινό: Η ζωγραφική δεν διδάσκεται. Ή το έχεις ή δεν το έχεις... Σαφώς το πρωταρχικό στην τέχνη είναι η «δωρεά», η έμπνευση. Αλλά δεν προσφέρει τίποτα η γνώση ορισμένων μέτρων, κανόνων, όσον αφορά τη χρήση των μέσων, η τεχνική;
Το χάρισμα δεν διδάσκεται. Είναι δωρεά όπως κι η ίδια η ζωή, αλλά δεν θα είχε νόημα αν δεν ασκείται συνεχώς, αν δεν σκοντάφτει στο αυτεξούσιο και την αυτογνωσία, αν δεν παιδεύεται, αν δεν δοκιμάζεται στα όριά του, αν δεν αρνείται τη δεδομένη του αξία για να την υπερβεί, αν δεν προσπαθεί να κατανοήσει το ακατανόητο της δωρεάς και το εξαιρετικό του χρέους. «...μάταια το πνεύμα το έκλυτο απαιτεί στο ύψος της τελείωσης να ανέβει, όποιος ποθεί το μέγα ας πειθαρχεί, τα όρια κάνουν πρώτα τον τεχνίτη και μόνο ο νόμος μάς ελευθερώνει...»
Τιμή μεγάλη και χαρά η κοινωνία με έναν τόσο σπουδαίο δημιουργό και το έργο του.
Δημοσιεύτηκε στο diastixo.gr στις 8 Φερβουαρίου 1915
Ξαναδημοσιεύτηκε, σήμερα, 18 Ιανουαρίου 2017,
στο διαδικτυακό περιοδικό | Fractalart,
«Δεν είναι στιγμιότυπο της ζωής η ζωγραφισμένη εικόνα,
δεν παριστά ακριβώς τα ορατά πράγματα η ζωγραφική,
όσο ακριβής κι αν δείχνει. Θέλει να κάνει τα πράγματα ορατά
με άλλο τρόπο. Τα παριστά εν ετέρα μορφή.
Είναι εικόνα του σύμπαντος χρόνου, προσβλέπει στην αιωνιότητα».
(Χρήστος Μποκόρος, Λεύκωμα, σελ.46)
Γράφει χαρακτηριστικά ο καλλιτέχνης ανάμεσα στα πολύ σημαντικά ερμηνευτικά σχόλια που ενσωματώνει στο εντυπωσιακό λεύκωμα, το οποίο κυκλοφορεί παράλληλα με τις εκθέσεις των έργων του που ευφυώς αποκαλεί: «Τα στοιχειώδη». Και με αυτόν τον τρόπο «ξεκλειδώνει» ο ίδιος ο ζωγράφος τη θύρα του παραδείσου του και δείχνει στον επισκέπτη την οδό που μπορεί να ακολουθήσει για να μπει στο πνεύμα και να κατανοήσει τον πρωταρχικό τρόπο έκφρασής του με τα χρώματα πάνω στο ξύλο, στο υλικό που αποτελεί τη βάση της παρούσης ζωγραφικής ενότητας.
Μια οριζοντιωμένη μνήμη, αποτυπωμένη σε παλιωμένα και ταλαιπωρημένα ξύλα, παλίμψηστα, που πάνω τους έχει συσσωρευτεί ο χρόνος, ο αγώνας και η αγωνία, ο πόνος και ο μόχθος, η προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει τη φύση, να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών, να ενώσει τα κομμάτια του δρόμου για να φέρει κοντά τον έναν άνθρωπο στον άλλο, να μας θυμίσει τον χαμένο παράδεισο της ψυχής μας, την απολεσθείσα αθωότητα.
Ανθρώπινες φιγούρες, απλοί, συνηθισμένοι, καθημερινοί ήρωες, χρηστικά σκεύη μιας άλλης εποχής, άνθη και καρποί, απλά, καθημερινά, «στοιχειώδη» πράγματα, παίρνουν υπόσταση και συνυπάρχουν αρμονικά στην καλλιτεχνική τους διάσταση ενάντια στη διαμελισμένη συνείδηση του σύγχρονου κόσμου. Θυμίζουν τη σχέση αμοιβαιότητας υποκειμένου και αντικειμενικού κόσμου. Ενώνουν το κάποτε, το «μια φορά κι έναν καιρό», με το τώρα, με το αύριο, με το αεί, με την όποια αιωνιότητα ανήκει στον καθένα. Θυμίζουν στον σημερινό άπληστο άνθρωπο που δεν μπορεί να σηκώσει την οικονομική κρίση ότι, μερικές δεκαετίες πριν, ελάχιστα πράγματα, τα βασικά: το ψωμί, η ελιά, το λάδι, λίγα σκεύη, ήταν αρκετά να συντηρήσουν οικογένειες, να καλύψουν τις καθημερινές ανάγκες της.
Ώσπου να βρει ο ίδιος ο καλλιτέχνης τον δρόμο επιστροφής στον χαμένο παράδεισο της ψυχής του, της ψυχής του κόσμου, χρειάστηκε να βουτήξει στον ωκεανό της γνώσης, να κάνει πρώτα μια μακριά πορεία στον χρόνο, στον τόπο και στα έργα καταξιωμένων ζωγράφων και αγιογράφων, να μυηθεί στα άδυτα της πίστης και της αμφιβολίας, να αποκτήσει πείρα για να ανακαλύψει την αφανή αρμονία, την ποίηση που υπάρχει στα απλά, καθημερινά πράγματα και να δημιουργήσει μια νέα γενιά θαυμάτων, κυνηγώντας το φως που γνέφει μέσ' από το σκοτάδι.
Ύστερα από τη μακρά πορεία στον χώρο της τέχνης των γραμμών και των χρωμάτων και την αναστροφή με δασκάλους και ομοτέχνους του, ο διακεκριμένος Αγρινιώτης ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος αφήνει πίσω του έναν καλλιτεχνικό κόσμο λαμπερό, του οποίου υπήρξε και ο ίδιος μέρος, κι επιστρέφει νοσταλγός στα πάτρια, στον τόπο όπου γεννήθηκε, στον καιρό της αθωότητας. Γυρίζει στην «παιδική ηλικία του Μάγου», στο γεμάτο δυσκολίες αλλά και απλή ομορφιά, μυστήρια, ποίηση και μαγεία παρελθόν, το δικό του και των άλλων. Αναθυμάται και ζωγραφίζει αδρά στιγμές του βίου καθημερινών ανθρώπων και «Τα στοιχειώδη» μέσα που είχαν στη διάθεσή τους τον καιρό εκείνο και με αυτά επιβίωσαν.
Ψάχνει με επιμονή, αναμοχλεύει τον παρωχημένο, τον λησμονημένο κόσμο όπου τον συναντά, παίρνει από αυτόν το πολύτιμο υλικό, το παλιωμένο ξύλο, συμβιώνει με τον κατακερματισμένο κόσμο της σιωπής και τον αναπαριστά απλωμένο, ωστόσο, ησυχασμένο, αμέριμνο, με χρώματα και σχήματα και με γραμμές πάνω στα ίδια τα ερείπια, πάνω στα αχρηστεμένα ξύλα, σαν όλα να έχουν τελειώσει και τελειωθεί μέσα στο έργο του, όπως είναι τελειωμένα στη συλλογική μνήμη, μέρος της οποίας είναι και η δική του επιλεκτική μνήμη.
Σε τούτη την ενότητα, περίοπτη θέση κατέχει η μάνα του ζωγράφου με το πρόσωπό της αγέραστο, όπως την έχει φυλαγμένη στη μνήμη του, αλλά και η τσιγγάνα του δρόμου ξαπλωμένη στο παγκάκι, ο συνεργάτης του και ο εαυτός του, όλοι ξαπλωμένοι πάνω σε προσφιλή του ταλαιπωρημένα ξύλα απολαμβάνουν την ανάπαυσή τους σε σχέση αμοιβαίας αγάπης με το ξύλο. Και σφριγηλά σώματα νέων ζευγαριών, όμως, πάνω σε λευκά σεντόνια, δωρισμένα του Έρωτα και του Θανάτου, σε άλλη διάσταση, σε άλλον τόπο και χρόνο: «Η ζωή εν τάφω» συνεχίζει την πορεία στον επέκεινα χρόνο, στην αιωνιότητα, με τα απολύτως απαραίτητα υπάρχοντά της: τα λευκά σεντόνια.
Όρθια είναι τα λουλούδια που πλαισιώνουν το σκηνικό και συμπληρώνουν το τελετουργικό του μυστηρίου της ζωής και του θανάτου. Κι από πάνω ο μπλάβος ουρανός σπαρμένος άστρα, κρατάει πεισματικά άλυτο το μυστήριο των μυστηρίων με ψηφίδες φωτός διανθισμένο.
Όρθιο ζωγραφίζει και το νερό, το ζωντανό νερό, στοιχείο της ζωής πρωταρχικό, καταρράκτη που κατεβαίνει με ορμή χαράσσοντας πορεία «επί ξύλου κρεμάμενου», κυριολεκτικά.
Για να νιώσεις τι είναι αυτό που κινεί το χέρι του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου όταν ανακατώνει τα χρώματα και πιάνει τον χρωστήρα ή χρησιμοποιεί τα δάκτυλά του και δημιουργεί, πρέπει να αφουγκραστείς τους ψιθύρους που του υπαγορεύουν τα μυστικά της φύσης και της ζωής, να δεις το φως που ξεμυτάει από τις χαραματιές των ξύλων, να τρυπώσεις στον χώρο των θαυμασίων του για να συλλάβεις το νόημα που συμπυκνώνει επιγραμματικά στη φράση: «Χαζεύοντας τόσον καιρό το φως, βρίσκομαι γονατιστός ακόμη στο σκοτάδι».
Αισθάνεσαι δέος, νιώθεις την ανάγκη να υποκλιθείς ευλαβικά, σιωπηλά, ταπεινά μπροστά στον θαυμαστό κόσμο του εκλεκτού καλλιτέχνη, του ποιητή ζωγράφου, όπως επιβάλλει το μεγαλείο της τέχνης και η γενναία στάση του.
Με αφορμή την έκθεση ζωγραφικής με «Τα στοιχειώδη» στη Δημοτική Πινακοθήκη Αγρινίου, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν τη 19η Ιανουαρίου 2015 και θα διαρκέσει έως την 29η Μαρτίου 2015, και το Λεύκωμα, ο διακεκριμένος ζωγράφος ευχαρίστως έδωσε πολύ περιεκτικές απαντήσεις σε σχετικά ερωτήματα:
Έχω στα χέρια μου το Λεύκωμα με «Τα στοιχειώδη». Ποια ανάγκη σάς κάνει να ερμηνεύετε τα έργα σας;
Καταρχήν η ανάγκη των θεατών να προσλάβουν νοητικά κάτι περισσότερο από την οπτική τους αντίληψη. Τους τελευταίους αιώνες, η τέχνη σώζοντας το δικαίωμα του καλλιτέχνη στην αυτοέκφραση απώλεσε το προνόμιο της άμεσης επικοινωνίας. Χάσαμε κατά κάποιον τρόπο το «κοινό» και προσπαθούμε να το αναπληρώσουμε με επεξηγήσεις. Ακούγοντας τον ίδιο τον καλλιτέχνη προσδοκούμε μια αυθεντικότερη προσέγγιση από κείνη των ειδικευμένων μεσολαβητών. Άλλωστε, η βαθύτερη επιθυμία μας είναι να κοινωνήσουμε με ανθρώπους μάλλον παρά με εικόνες και ιδέες. Τα έργα πάντως κρατούν έτσι κι αλλιώς το «μυστικό» τους.
Αναρωτιέμαι: μήπως με τον τρόπο αυτό θέλετε να μετέχετε στη διαδικασία της «μετάληψης», της «θείας κοινωνίας», της μετακένωσης των θείων μυστηρίων της τέχνης σας;
Δεν το βλέπω έτσι. Η μέθεξη, η θεότητα και το μυστήριο θα παραμένουν πάντα βιώματα ανεπικοινώνητα. Αλλιώς θα χάναν το νόημά τους.
Μήπως αισθάνεστε πως κάτι λείπει ακόμα, κάτι που δεν άρκεσαν τα χρώματα και συνεχίζετε την «ομιλία» σας με τον λόγο;
Θα προτιμούσα, πράγματι, τα έργα να μιλούν από μόνα τους για τον εαυτό τους και για μένα και για τα ζητούμενα που επιδιώκουν ή προσδοκούν. Δυστυχώς όμως δεν γίνεται έτσι, παρά μόνον σε σπάνιες περιπτώσεις, σε ευτυχείς συγκυρίες οπότε περιττεύουν τα λόγια.
Τα κείμενα που συνοδεύουν το φωτογραφικό λεύκωμα με «Τα στοιχειώδη» είναι ποιήματα. Αν δεν ήσασταν ζωγράφος, θα μπορούσε να ήσαστε ποιητής;
Μα και η ζωγραφική ποίηση είναι, από ένα σημείο τουλάχιστον και μετά. Όπως κι η ζωή μας άλλωστε.
Το φως και το σκοτάδι στους συγκεκριμένους πίνακες... Μοιάζει να κυνηγάτε το φως. Από παλιά φαίνεται πως το φως σάς κλείνει το μάτι. Ακόμα κι από τις χαραμάδες, φως φυτρώνει συχνά στα έργα σας. Σας κυνηγάει ή το κυνηγάτε;
Το σκοτάδι με κυνηγάει και σ' αυτό αντιστέκομαι εφευρίσκοντας φως. Ένα φωτεινό παραπέτασμα στο χάος είναι η ζωγραφική μου, ένα κλαδάκι στο κενό να κρατηθώ. Μ' αυτή την έννοια η ποίηση, η ομορφιά σώζει τον κόσμο. Είναι η αντίστασή μας στον μηδενισμό, στο σκοτεινό κενό του τίποτε. Ακόμη κι αν φτιάχνουμε το άφτιαγο όταν φτιάχνουμε κάτι, αυτό το «ιόν εκ του μη όντος εις το ον» είναι το σωτήριο... ποίημα.
Η σχέση σας με το ξύλο: με την παλαιότητα του ξύλου, του φθαρμένου, του ταλαιπωρημένου, του «παλίμψηστου». Μήπως θέλετε να του δώσετε την ευκαιρία να λειτουργήσει, να «ζήσει» κατά κάποιον τρόπο σε μια άλλη διάσταση;
Αλήθεια είναι κι αυτό, αλλά κυρίως με αφορά η κοινότητα της χρήσης. Το ότι πριν από μένα άλλοι άνθρωποι, για άλλους λόγους, σε άλλες στιγμές, το είχαν ήδη χρησιμοποιήσει κι είχαν αφήσει τα ίχνη της δικής τους χρήσης πάνω του. Το κοινό αναζητώ και σ' αυτό απευθύνομαι.
Το ξύλο, κυρίως, είναι το υλικό πάνω στο οποίο δημιουργείτε τον εικαστικό σας κόσμο. Μήπως σας εμπνέει ή σας προκαλεί να αποκαλύψετε με την τέχνη σας τον βιωμένο χρόνο, τον αποθησαυρισμένο πόνο, μόχθο, το φορτίο που αποτύπωσε πάνω του ο καιρός;
Το ξύλο έχει το χάρισμα να συγκρατεί πάνω του τον καιρό και τα ίχνη της χρήσης του. Με γοητεύει αυτή η σκόνη του χρόνου και τα σημάδια της φθοράς. Δίπλα τους, πάνω τους συμπαραθέτω και το αποτέλεσμα της δικής μου δεξιότητας, προσδοκώντας να αποδώσω μια παράταση, μια συνέχεια, αντιστεκόμενος κατά κάποιον τρόπο στη ζωή που μας δαπανά, παραμένοντας η ίδια αδαπάνητη. Η αλήθεια και η αιωνιότητα είναι το ζητούμενο της τέχνης. Αυτά προσδοκά κι ο άνθρωπος, να μη χαθεί στη λήθη, να μην αποθάνει...
Μέσα από τα κείμενα αναδύεστε «ασκητικός». Πόσο σας έχει επηρεάσει η αγιογραφία, ο Τσαρούχης;
Πολύ! Τα κείμενα και η ζωγραφική του Τσαρούχη με βοήθησαν να καταλάβω το νήμα που συνέχει την τέχνη του ανθρώπου να προσεγγίζει το ύψος, να αποδίδει αναξία χειρί αχειροποίητο πνεύμα, θανάτω θάνατον πατών να καταδεικνύει την αιωνιότητα παριστώντας τη θνητή της ομορφιά, την ακατάβλητη ωραιότητα του εφήμερου σώματός της.
Σας άκουσα να λέτε κατηγορηματικά ανοιχτά σε κοινό: Η ζωγραφική δεν διδάσκεται. Ή το έχεις ή δεν το έχεις... Σαφώς το πρωταρχικό στην τέχνη είναι η «δωρεά», η έμπνευση. Αλλά δεν προσφέρει τίποτα η γνώση ορισμένων μέτρων, κανόνων, όσον αφορά τη χρήση των μέσων, η τεχνική;
Το χάρισμα δεν διδάσκεται. Είναι δωρεά όπως κι η ίδια η ζωή, αλλά δεν θα είχε νόημα αν δεν ασκείται συνεχώς, αν δεν σκοντάφτει στο αυτεξούσιο και την αυτογνωσία, αν δεν παιδεύεται, αν δεν δοκιμάζεται στα όριά του, αν δεν αρνείται τη δεδομένη του αξία για να την υπερβεί, αν δεν προσπαθεί να κατανοήσει το ακατανόητο της δωρεάς και το εξαιρετικό του χρέους. «...μάταια το πνεύμα το έκλυτο απαιτεί στο ύψος της τελείωσης να ανέβει, όποιος ποθεί το μέγα ας πειθαρχεί, τα όρια κάνουν πρώτα τον τεχνίτη και μόνο ο νόμος μάς ελευθερώνει...»
Τιμή μεγάλη και χαρά η κοινωνία με έναν τόσο σπουδαίο δημιουργό και το έργο του.
Δημοσιεύτηκε στο diastixo.gr στις 8 Φερβουαρίου 1915
Ξαναδημοσιεύτηκε, σήμερα, 18 Ιανουαρίου 2017,
στο διαδικτυακό περιοδικό | Fractalart,
«Δεν
είναι στιγμιότυπο της ζωής η ζωγραφισμένη εικόνα, δεν παριστά ακριβώς
τα ορατά πράγματα η ζωγραφική, όσο ακριβής κι αν δείχνει. Θέλει να κάνει
τα πράγματα ορατά…
Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016
Ποίηση της Ελένης Χωρεάνθη
Aπό τα «Στιχηρά ιδιόμελα»
Ενδυμίων

Έπεφτε σιγαλά το αγιάζι
στο απόμερό του το περβάζι,
άνοιγε ολόχρυση ασπίδα
του φεγγαριού μια κλέφτρα αχτίδα
και χρύσωνε το απλό κλινάρι
που πλάγιαζε το παλικάρι.
Από ψηλά η χλομή Εκάτη
στον έρωτα έκλεισε το μάτι.
Κι ερωτευμένη η Σελήνη
στου Ενδυμίωνα την κλίνη
έγειρε. Μυρωμένο ατλάζι
άπλωσε η νύχτα στο περβάζι.
Μέρωσε ο έρωτας την κλίνη,
το σύμπαν ξύπνησε απ’ τη δίνη
του αισθήματος. Και ανθοφόρες
στο σπήλαιο έγιναν οι ώρες.
Ο Ενδυμίων κι η Σελήνη,
στου έρωτα λούζονταν την κρήνη
και ξάγρυπνη, ολόρθη η πλάση
το χάραμα έδιωχνε με βιάση.
Το κρασί της αρνησιάς
«Σαν το κρασί δεν είσαι συ, ό, τι κι αν λένε.
Όσο κρασί κι αν με κερνάς
ο χρόνος δε λυγίζει.
Κι ό, τι αγαπάς αν προσπερνάς,
αχ, δεν ξαναγυρίζει.
Δεν είναι ο έρωτας κρασί
γλυκό που να μεθάει
να λάμνεις με το όνειρο
κι όπου θέλει ας σε πάει.
Ο έρωτας είναι πικρό
φίλτρο που βαλαντώνει,
είναι κεντρί φαρμακερό
κι όπου χωθεί πληγώνει.
Κέρνα λοιπόν κρασί γλυκό
το χρόνο να μεθύσει
και πλέξε όνειρο άλικο
τη λύπη για να σβήσει.
Κι ο χρόνος μίση και καημούς,
και τις πληγές να κλείσει,
πριν μας ξεβράσει ναυαγούς
σε κάποιο ερημονήσι…
Και μείνουμε πραματευτές,
αιώνιοι ταξιδιώτες,
πλανόδιοι μικροπωλητές,
θύματα ή προδότες…
Κοριτσάκι με βαπόρι

Πού πας, κοριτσάκι, με το βαπόρι
δίχως τιμόνι, χωρίς κουπιά;
Θα σου ξεσκίσει το ξεροβόρι
τα μεταξένια σου άσπρα πανιά.
Πού πας; Θα μπλέξεις σε δρόμους μπλάβους,
το φως λιγνεύει. Δεν θα προκάνει
το καραβάκι σου να βγει απ’ τους κάβους.
Το άγριο κύμα θα το ξεκάνει.
Βιάζεσαι, τρέχεις να συμμαζέψεις
στην τρυφερή σου, μικρή αγκαλιά
κοχύλια, βότσαλα κι ανθούς να δρέψεις
από τα κύματα στη σιγαλιά.
Φυλάξου. Σκέψου ό, τι έχεις γι’ απόψε,
μάζεψε λέξεις, ταίριαξε στίχους,
πρόσεχε, ύφαλοι, τη φόρα κόψε
κι απ” τους ανέμους σύναξε ήχους.
Κάνε, καρδιά μου, πριν έρθει το βράδυ
τώρα που οι θύελλες έχουν κοπάσει,
κλώσε τον στίχο σου στημόνι και υφάδι
και ύφανε, το όνειρο τόπο να πιάσει.
Κορίτσι με ομπρέλα στη βροχή

Πού πας, κορίτσι μου, χωρίς πανωφόρι
μέσα στη μπόρα μ’ ανεμελιά;
Πρόσεχε! Είναι άγριο το ανεμοβόρι
θα σου μαδήσει τα ωραία μαλλιά.
Πού πας, μικρή μου, με την ομπρέλα;
Πέφτει χαλάζι, γδαρτή βροχή.
Χαλάει ο κόσμος, αυτό είναι τρέλα
να ‘σαι μονάχη σου στην εξοχή.
Με τον παλιόκαιρο στήνεις αμάχη,
παίζεις αστόχαστα με το νερό.
Με τέτοια θύελλα να μην σου λάχει
να λογαριάζεσαι με τον καιρό.
Σονέτο
κι αρχίνα να τα βγάζεις πέρα
μ’ όλου του κόσμου τα θεριά
που ακονίζουνε σπαθιά
τα σωθικά σου να τρυπήσουν
και την καρδιά σου να ξεσκίσουν
Και με την κάθε μαχαιριά
να μπήγουν όλο πιο βαθιά
την προβοσκίδα τους στο αίμα
έντεχνα και μαστορεμένα
Και μην ακούς που πιπιλίζουν
παινέματα φτιασιδωμένα
ν’ ακούς πώς πίσω σου γρυλλίζουν
λόγια πικρά, φαρμακωμένα
Περισυλλογή

Τι να τα κάνεις τα λειψά τα προσιτά,
τα τετριμμένα, τα πεζά, τα αδιέξοδα,
ξοδεύοντας καιρό στα περιττά,
στο βόλεμα, στους τύπους, στα ανέξοδα.
Μας παίζει άσχημα παιγνίδια ο καιρός,
χάσαμε τον ρυθμό στο αναμέτρημα.
Ο κόσμος έγινε άγριος, βλοσυρός
και μείναμε μεσοστρατίς στο ενδιαίτημα.
Ο ταλαιπωρημένος χρόνια στοχασμός
σκοντάφτει ανήμπορος σε κάθε κίνημα
κι ακολουθεί του κόσμου χαλασμός.
Κι όμως ήταν γενναίο το ξεκίνημα!
Ενδυμίων
Στην Ελένη Γκίκα για το 2017
Έπεφτε σιγαλά το αγιάζι
στο απόμερό του το περβάζι,
άνοιγε ολόχρυση ασπίδα
του φεγγαριού μια κλέφτρα αχτίδα
και χρύσωνε το απλό κλινάρι
που πλάγιαζε το παλικάρι.
Από ψηλά η χλομή Εκάτη
στον έρωτα έκλεισε το μάτι.
Κι ερωτευμένη η Σελήνη
στου Ενδυμίωνα την κλίνη
έγειρε. Μυρωμένο ατλάζι
άπλωσε η νύχτα στο περβάζι.
Μέρωσε ο έρωτας την κλίνη,
το σύμπαν ξύπνησε απ’ τη δίνη
του αισθήματος. Και ανθοφόρες
στο σπήλαιο έγιναν οι ώρες.
Ο Ενδυμίων κι η Σελήνη,
στου έρωτα λούζονταν την κρήνη
και ξάγρυπνη, ολόρθη η πλάση
το χάραμα έδιωχνε με βιάση.
Το κρασί της αρνησιάς
«Σαν το κρασί δεν είσαι συ, ό, τι κι αν λένε.
Δεν έχει μάτια το κρασί να ψευτοκλαίνε…»
Όσο κρασί κι αν με κερνάς
ο χρόνος δε λυγίζει.
Κι ό, τι αγαπάς αν προσπερνάς,
αχ, δεν ξαναγυρίζει.
Δεν είναι ο έρωτας κρασί
γλυκό που να μεθάει
να λάμνεις με το όνειρο
κι όπου θέλει ας σε πάει.
Ο έρωτας είναι πικρό
φίλτρο που βαλαντώνει,
είναι κεντρί φαρμακερό
κι όπου χωθεί πληγώνει.
Κέρνα λοιπόν κρασί γλυκό
το χρόνο να μεθύσει
και πλέξε όνειρο άλικο
τη λύπη για να σβήσει.
Κι ο χρόνος μίση και καημούς,
και τις πληγές να κλείσει,
πριν μας ξεβράσει ναυαγούς
σε κάποιο ερημονήσι…
Και μείνουμε πραματευτές,
αιώνιοι ταξιδιώτες,
πλανόδιοι μικροπωλητές,
θύματα ή προδότες…
Αθήνα, Δεκέμβρης 2000 Π. Φ., 21 Δεκεμβρίου 2016
Κοριτσάκι με βαπόρι
Πού πας, κοριτσάκι, με το βαπόρι
δίχως τιμόνι, χωρίς κουπιά;
Θα σου ξεσκίσει το ξεροβόρι
τα μεταξένια σου άσπρα πανιά.
Πού πας; Θα μπλέξεις σε δρόμους μπλάβους,
το φως λιγνεύει. Δεν θα προκάνει
το καραβάκι σου να βγει απ’ τους κάβους.
Το άγριο κύμα θα το ξεκάνει.
Βιάζεσαι, τρέχεις να συμμαζέψεις
στην τρυφερή σου, μικρή αγκαλιά
κοχύλια, βότσαλα κι ανθούς να δρέψεις
από τα κύματα στη σιγαλιά.
Φυλάξου. Σκέψου ό, τι έχεις γι’ απόψε,
μάζεψε λέξεις, ταίριαξε στίχους,
πρόσεχε, ύφαλοι, τη φόρα κόψε
κι απ” τους ανέμους σύναξε ήχους.
Κάνε, καρδιά μου, πριν έρθει το βράδυ
τώρα που οι θύελλες έχουν κοπάσει,
κλώσε τον στίχο σου στημόνι και υφάδι
και ύφανε, το όνειρο τόπο να πιάσει.
Π. Φάληρο, 27 Οκτωβρίου 2016
Φωτογραφία της Ελένη Χωρεάνθη.
Κορίτσι με ομπρέλα στη βροχή
Πού πας, κορίτσι μου, χωρίς πανωφόρι
μέσα στη μπόρα μ’ ανεμελιά;
Πρόσεχε! Είναι άγριο το ανεμοβόρι
θα σου μαδήσει τα ωραία μαλλιά.
Πού πας, μικρή μου, με την ομπρέλα;
Πέφτει χαλάζι, γδαρτή βροχή.
Χαλάει ο κόσμος, αυτό είναι τρέλα
να ‘σαι μονάχη σου στην εξοχή.
Με τον παλιόκαιρο στήνεις αμάχη,
παίζεις αστόχαστα με το νερό.
Με τέτοια θύελλα να μην σου λάχει
να λογαριάζεσαι με τον καιρό.
Π. Φάληρο, Οκτώβρης 2016
Σονέτο
…………………………………………..Εις εαυτόν
Καλή σου ώρα, καλή μέρακι αρχίνα να τα βγάζεις πέρα
μ’ όλου του κόσμου τα θεριά
που ακονίζουνε σπαθιά
τα σωθικά σου να τρυπήσουν
και την καρδιά σου να ξεσκίσουν
Και με την κάθε μαχαιριά
να μπήγουν όλο πιο βαθιά
την προβοσκίδα τους στο αίμα
έντεχνα και μαστορεμένα
Και μην ακούς που πιπιλίζουν
παινέματα φτιασιδωμένα
ν’ ακούς πώς πίσω σου γρυλλίζουν
λόγια πικρά, φαρμακωμένα
(Π. Φάληρο 30-10-2016)
Περισυλλογή
Τι να τα κάνεις τα λειψά τα προσιτά,
τα τετριμμένα, τα πεζά, τα αδιέξοδα,
ξοδεύοντας καιρό στα περιττά,
στο βόλεμα, στους τύπους, στα ανέξοδα.
Μας παίζει άσχημα παιγνίδια ο καιρός,
χάσαμε τον ρυθμό στο αναμέτρημα.
Ο κόσμος έγινε άγριος, βλοσυρός
και μείναμε μεσοστρατίς στο ενδιαίτημα.
Ο ταλαιπωρημένος χρόνια στοχασμός
σκοντάφτει ανήμπορος σε κάθε κίνημα
κι ακολουθεί του κόσμου χαλασμός.
Κι όμως ήταν γενναίο το ξεκίνημα!
Πρώτη μέρα στο «Σπίτι Λογοτεχνίας Πάρου»,
6 Αυγούστου 2013
Δημοσιεύτηκε στο fractal στις 28-12-2016
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου