Χρήστος Σαμπανίδης: Ξεκαλοκαιριάζοντας στον ποταμό,
μυθιστόρημα.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Θίνες, Αθήνα 2015.
Της Ελένης Χωρεάνθη
Στο «Ξεκαλοκαιριάζοντας στον
ποταμό», δεύτερο μυθιστόρημα και τρίτο βιβλίο του, ο Χρήστος Σαμαπανίδης*
προβάλλει κάποιους ανθρώπους οι οποίοι βρέθηκαν στο περιθώριο της κοινωνίας,
κυρίως τα τρία τελευταία χρόνια, εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών που
δημιουργήθηκαν με τις άμεσες και έμμεσες ομαδικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων
με πρόσχημα την οικονομική κρίση. Τους αντιμετωπίζει με πολλή συμπάθεια ως μια
ομάδα αξιοπρεπών ανθρώπων που προσπαθούν να επιβιώσουν διατηρώντας την ανθρωπιά
και ελπίζοντας πως θα φέξει και γι’ αυτούς μια καλύτερη μέρα.
Σε πρώτο πλάνο παρακολουθούμε την
καθημερινότητα του σχεδόν άνεργου κι άστεγου Ντίνου, νυχτοφύλακα παραλιακής
ταβέρνας και της παρέας του, όπως αυτή δημιουργείται και εξελίσσεται στη
διάρκεια επτά περίπου μηνών, από τον Μάιο του 2013 ίσαμε τον Νοέμβριο του ίδιου
έτους. Σε δεύτερο επίπεδο στοιχειοθετείται μια εποποιία από μικρές καθημερινές
ιστορίες που κουβαλούν στις αποσκευές τους όσοι εντάσσονται στην παρέα του
Ντίνου και «ξεκαλοκαιριάζουν στον ποταμό».
Τον πυρήνα της συντροφιάς στην
καλοκαιρινή ιστορία αποτελεί «ο Ντίνος, ο παλαιολιθικός και γραφικός» τύπος με
τα δυο σκυλιά του, ένα αρσενικό, τον Τζακ κι ένα θηλυκό, τη Λίζα, «πιτ-μπουλ
ημίαιμα, τη μόνιμη παρέα του, αργότερα προστίθεται και ο Κρόκερ και άλλα
αδέσποτα μέλη του είδους.
Ο Ντίνος βρέθηκε στον δρόμο από άλλες
αιτίες και για άλλους, οικογενειακούς λόγους. Όλα τα υπάρχοντά του είναι
στοιβαγμένα στο «στρατιωτικό του σακβουγιάζ
που αγκαλιάζει τις φαρδιές, γεροδεμένες πλάτες του και φτάνει χαμηλά στο
κορμί του». Περιέχει την κινητή και
μοναδική περιουσία του και όλα τα χρειαζούμενα για τη δουλειά του Νυχτοφύλακα
στην παραλιακή ταβέρνα του Θανάση για πέντε Ευρώ νυχτοκάματο! Κι
αυτά με το ζόρι, ενίοτε.
Ο ποταμός Αλμυρός είναι το σταθερό σημείο
του κόσμου για τον Ντίνο, την τετράποδη οικογένειά του, και τους φίλους του,
που είναι ο Μιχάλης, αναπληρωτής μαθηματικός υποψήφιος άνεργος και μέλλων
άστεγος, ο ψυκτικός Τάσος, ο ηλεκτρολόγος Γρηγόρης, ο Μίλτος, ο πότης Περικλής που θα αποδημήσει νωρίς προς
τον «άνω βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων», είναι ο Μηνάς κι «ο διαζευγμένος
τρεις φορές χαμηλοσυνταξιούχος Φώντας με τις δικές του σκοτούρες», ο Αποστόλης
με τις «αδεκαρίες» του, ο «επί των δημοσίων σχέσεων» Φάνης, ενδεχομένως, ο
Βαγγέλης και άλλοι σε διαθεσιμότητα ή άρτι πτωχεύσαντες…
Καθένας κουβαλάει στις αποσκευές του τη
δική του συνήθως απλή, καθημερινή ιστορία. Ωστόσο, δεν έπαψαν να ελπίζουν και
να ονειρεύονται έναν καλύτερο, δίκαιο κόσμο και προσπαθούν να ορθοποδήσουν, να
βγουν από τα ερείπια, όπως ελπίζει και ο Ντίνος.
Κι έρχεται επιτέλους μια ευλογημένη ώρα
που φαίνεται ότι το όνειρο του Ντίνου πραγματοποιείται. Έχουν εξασφαλιστεί όλες
οι προϋποθέσεις ν’ αποκτήσει ένα δικό του «σπίτι – θερμοκήπιο(…)ανάμεσα στα
αλμυρίκια και το βασικό ήταν ότι δεν φαινόταν από κανένα σημείο του ορίζοντα
(…)και το σπουδαιότερο, η τύχη των σκύλων του εκπληρώνονταν απόλυτα
ικανοποιητικά». Ήταν όλα ωραία και φάνταζαν μαγικά: Θα έστηνε το νοικοκυριό
του, θα μαγείρευε για τους φίλους, θα…, θα.. Τι δεν θα έκανε για τους
αφοσιωμένους φίλους!
Έλα, όμως, που η κακή του μοίρα άλλα
έκλωθε για τον Ντίνο! Αντί να στήνει το σπιτικό του, βρέθηκε στη φυλακή για τον
ξυλοδαρμό εν βρασμώ ψυχής που κατάφερε στον Θανάση, τον ταβερνιάρη αφεντικό
του, υπερασπιζόμενος την τιμιότητά του,
για κλοπή που, αποδεδειγμένα, δεν είχε κάνει. Κι όμως του επιβλήθηκε ποινή τριών ετών
φυλάκισης!
Αυτό σήμανε και το τέλος της καλοκαιρινής
πρωτότυπης, μάλλον, ιστορίας. Μέσα στα τρία χρόνια που θα ακολουθούσαν πολλά θα
άλλαζαν για όλους. Το μόνο βέβαιο ήταν ότι ο Μιχάλης, ο πιο πιστός κι
αφοσιωμένος φίλος του Ντίνου, απολυμένος πια από τη δουλειά του και
εγκαταλειμμένος κι από την Ηλέκτρα που ομόρφαινε τις μέρες του, όσο έμενε μαζί
του στο σπίτι του, είναι εκείνος που θα γράψει τον επίλογο εποποιίας μένοντας
στο στέκι του Ντίνου περιμένοντας την
επιστροφή του από τη φυλακή, νιώθοντας πρώτη φορά απελευθερωμένος από κάθε
μέριμνα και έγνοια:
«Στις
μέρες που έρχονταν κι έφευγαν, ο Μιχάλης ένιωθε μια βαθιά, άμετρη ελευθερία.
Ήταν τόσο ανάλαφρος, οι έγνοιες και οι δυσκολίες δεν είχαν καμιά θέση στη ζωή
του. Ιδίως τις νύχτες που ξάπλωνε να κοιμηθεί και σιμά του ξάπλωναν ο Τζακ
και η Λϊζα, ο Κρόκερ και η υπόλοιπη
σντροφιά, πίστευε πως μέσα του είχε συσσωρευτεί όλη η ζεστασιά του κόσμου(…).
Αμέσως η σιγαλιά του ποταμού ή τα μουρμουρητά του έπαιρναν τις λέξεις και με τη
ροή των νερών χάνονταν κι εξανεμίζονταν στο αντάμωμά τους με την απεραντοσύνη
του καθάριου μπλε»..
Στις 228 σελίδες του
μυθιστορήματός του ο Χρήστος Σαμπανίδης, ακολουθώντας τον κλασικό τρόπο της εξελισσόμενης,
με κάποια σκόπιμα πισωγυρίσματα, ομαλής πλοκής, έδωσε ένα σύγχρονο πολύπλοκο
κοινωνικό φαινόμενο και μεγάλο πρόβλημα, σε όσο γινόταν ρεαλιστικές διαστάσεις.
Και κατάφερε να μην μένει στα στενά όρια της πληροφόρησης και της καταγγελίας,
αλλά με την ενδιαφέρουσα, τρυφερή ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φυσική και
αβίαστη διήγηση, το αφήγημά του να είναι λογοτεχνικά άψογο και να λειτουργεί
λυτρωτικά, όπως οι αρχαίες τραγωδίες.
Ελένη Χωρεάνθη
* Ο Χρήστος Σαμπανίδης γεννήθηκε
το 1964 στον Καναδά από Έλληνες μετανάστες, μεγάλωσε στη Σπάρτη, σπούδασε στη
Ρουμανία και ζει και εργάζεται ως καθηγητής Φυσικής Αγωγής στο Ηράκλειο Κρήτης.
«Γλυκειά μου θλίψη», είναι ο τίτλος του πρώτου μυθιστορήματος και «Ο καθρέφτης»
της συλλογής διηγημάτων του, Ηράκλειο, 2009 και 2012, αντίστοιχα.
(Δημοσιεύτηκε σήμερα, 11 Σεπτεμβριου 2015, στο diastixo.gr).
(Δημοσιεύτηκε σήμερα, 11 Σεπτεμβριου 2015, στο diastixo.gr).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου