Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Μάρτυς μου ο Θεός



Μάκης Τσίτας: Μάρτυς μου ο Θεός, Μυθιστόρημα
Κίχλη, Αθήνα 2013.
Στο εξώφυλλο: το έργο Mann-Fisch του Michael Sowa

Ο ίδιος ο ήρωας αυτοσαρκάζεται ζωγραφώντας συγχρόνως το πορτρέτο του και αποκαλύπτοντας τον χαρακτήρα του (σ. 45). Με τέσσερις λιτούς στίχους δίνει το κωμικοτραγικό της υπόθεσης της ζωής του:
     «Η ζωή μου αμαρτία και μεγάλη τρικυμία. Σκέφτομαι πως όταν πεθάνω, θα ήθελα η ταφόπετρα να γράφει:
Ενθάδε κείται ο δούλος του Θεού Χρυσοβαλάντης,
ο κυνηγημένος από τις γυναίκες,
εργάτης της τυπογραφίας, εραστής του λόγου
και θαυμαστής του ωραίου.
       Σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης παρακολουθούμε τον ήρωα Χρυσοβαλάντη, γιο αυστηρού αξιωματικού, όχι άστοργου, πατέρα και μιας αδύναμης ως ανύπαρκτης μητέρας, μεγαλωμένο ανάμεσα σε δυο αδερφές και φορτωμένο φοβίες και ψυχικά τραύματα πού υπέστη από την οικογένεια και από ανθρώπους του εκκλησιαστικού περιβάλλοντος στην παιδική του ηλικία και ουδέποτε κατάφερε να ξεπεράσει· έναν ταλαίπωρο διαρκώς υποψήφιο ιδιωτικό υπάλληλο που ίσαμε τα πενήντα του δεν κατάφερε να έχει μια σταθερή δουλειά κοντά σ’ έναν έντιμο, καλοπληρωτή, ανθρώπινο εργοδότη και να έχει εξασφαλίσει ένα κανονικό εισόδημα, που θα του έδινε τη δυνατότητα να ζει ο ίδιος αξιοπρεπώς και να βοηθάει και την οικογένειά του.
     Πρόκειται για τραγικό θύμα μιας οικογενειακής τραγωδίας και μιας οδυνηρής πραγματικότητας, για έναν άστεγο που αρέσκεται να μιλάει για τα ατελείωτα πάθη και τα παθήματά του στην παιδική του ηλικία, για έναν αστείο ηθοποιό του οποίου οι μεταπτώσεις και οι μεταλλάξεις κινούνται μεταξύ σοβαρού και αστείου, παρελθόντος και παρόντος προκαλώντας τη θυμηδία; Ή μήπως πρόκειται για ευφυές τέχνασμα του συγγραφέα προκειμένου να φέρει αντιμέτωπο τον αναγνώστη με τον εαυτό του και με τη σύγχρονη ελληνική οικογένεια και κοινωνία που θεωρεί για όλα τα στραβά και τα ανάποδα πως φταίνε οι άλλοι, πως για την κακοδαιμονία που τον ακολουθεί είναι υπεύθυνοι εξωγενείς παράγοντες;
     Οπωσδήποτε ο ευφυής συγγραφέας πίσω από την εικόνα του άβουλου και δειλού Χρυσοβαλάντη  και στην προέκταση του ψυχικού τοπίου του ήρωα βλέπει πιστή την  εικόνα και την ψυχογραφία της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας και ευρύτερα της  ελληνικής κοινωνίας, η οποία αν και έχει υπερβεί μια πεντηκονταετία ελεύθερου βίου, όχι μόνο δεν κατάφερε να μεγαλώσει, να βγει από τα άγχη, να ξεπεράσει τις δυσκολίες, να αντιμετωπίσει  καταπρόσωπο την πραγματικότητα και να δώσει λύσεις στα οικονομικά, κοινωνικά, θρησκευτικά και ηθικά προβλήματά της, όπως και στα προβλήματα διαπροσωπικών σχέσεων αλλά παραπαίει ανάμεσα στο συν και στο πλην, στο καλό και στο κακό, στο ηθικώς ορθό και στο ανήθικο γενικώς.
      Θα μπορούσε να τον φανταστεί κανείς σαν ένα κακογερασμένο παιδί, με τόσες πτυχές στα μαραμένα μάγουλα, όσα τα χρόνια της ηλικίας του, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του σ’ ένα πληκτικό δωμάτιο ή κάτω από ένα πυκνόφυλλο δέντρο με παχύ και βαρύ ίσκιο (υπάρχουν δέντρα που ο ίσκιος τους είναι βαρύς και ο ύπνος φέρνει εφιαλτικά όνειρα), να κοιμάται με ανοιχτά μάτια και να βλέπει την περασμένη του ζωή, την τωρινή και τη μελλούμενη να ξετυλίγεται  μπροστά του ζωγραφισμένος αρχαίος πάπυρος άλλοτε κι άλλοτε, κινηματογραφική ταινία ή θεατρική παράσταση σε κυκλική σκηνή.
    Βυθισμένος σε μια κατάσταση απραξίας και αβουλίας αναπολεί τα περασμένα, όχι πάντα με λογική σειρά και διαδοχή, αλλά όπως έρχονται στο νου του και ζει πολλές φορές ξανά και ξανά την ίδια ή κάπως παραλλαγμένη μια ζοφερή πραγματικότητα που δεν έχει αρχή και τέλος. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις, σύμφωνα με την παράφρονα λογική του αλλάζουν όχι μόνο προσωπείο αλλά και συμπεριφορά και χαρακτήρα, ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία τα βλέπει.
      Ωστόσο, έτσι που είναι όλα μπερδεμένα στο μυαλό του ήρωα, που πάνε κι έρχονται οι καταστάσεις και τα γεγονότα ενίοτε ελαφρώς, συνήθως παραλλαγμένα· που το μυαλό του, αν μπορούσε να δει κανείς εκεί που συμβαίνουν οι διάφορες διεργασίες, θα διαπίστωνε πόσο διαταραγμένη προσωπικότητα είναι· πόσο οδυνηρή είναι η ψυχική του κατάσταση από τον εσωτερικευμένο πόνο κι από τις αναμνήσεις της σκληρής παιδικής ηλικίας και τις φαντασιώσεις του και δεν θα ήξερε αν πρέπει να τον λυπηθεί και να κλάψει μαζί του για την κατάντια του ή να γελάσει με τα κωμικοτραγικά που του συμβαίνουν είτε τα προκαλεί ο ίδιος είτε τα φέρνουν οι συγκυρίες.
      Ένας πενηντάρης άντρας που παραπαίει ανάμεσα στο συν και το πλην, στο σωστό και στο λάθος, στην ασωτία/ αμαρτία και την ηθική, που ξέρει ποιο είναι το σωστό, αλλά δεν το τηρεί, που αγαπάει και απεχθάνεται - να μισήσει δεν είναι ικανός ούτε να βλάψει κανέναν - που ξοδεύεται καθημερινά ηθικά και υλικά· ένας άντρας μεσήλικας που έχει χάσει τον προσανατολισμό του, που δεν έχει ποτέ εντοπίσει σε ποιο σημείο του ορίζοντά του βρίσκεται το πολικό του άστρο· ένας πενηντάρης έφηβος, ένας οιηματίας άστεγος ηθικά και κοινωνικά, οικονομικά εξαρτημένος από τους άλλους και συνάμα απλοχέρης, που διαρκώς του φταίει το περιβάλλον, κυρίως το άκαρδο και σκληρό γυναικείο φύλο, αλλά μπορεί να ξεχωρίσει την πόρνη από την άλλη την πληρωμένη, την ασύστολη αλλοδαπή εκμεταλλεύτρια· ένας ψυχικά και σωματικά ασθενής και διανοητικά ελλειπτικός που χρησιμοποιεί με την ίδια ευκολία και αθωότητα, μπορεί να πει κανείς, όρους που παραπέμπουν στο πεζοδρόμιο και στον κόσμο της διαφθοράς στον οποίο ανήκουν οι Ρωσίδες κυρίως και πολλές αλλοδαπές και κάποιοι ρασοφόροι που φορούν τα άγια των αγίων για να καλύπτουν τις ανομίες τους, δεν μπορεί παρά να είναι ή τρελός για δέσιμο ή ονειροπαρμένος η φαντασιόπληκτος. Ο Χρυσοβαλάντης μπορεί να είναι όλα αυτά και κάτι χειρότερο: μια κινούμενη αποτυχία. Τη μια ατυχία διαδέχεται η επόμενη.
      Πρόκειται για αυτόματη γραφή, πολυεπίπεδη, κυκλική, αναδιπλούμενη, διακλαδιζόμενη, ανακυκλούμενη και εμπλουτιζόμενη διαρκώς με στοιχεία που έχουν προφανώς παραλειφθεί ή επαναλαμβάνονται για να θυμίζουν την αφετηρία· για αφήγηση που κρατάει επιμελώς τη ζωντάνια και την αμεσότητα του προφορικού λόγου και συνοδεύεται από κάποιες λέξεις και φράσεις που συνδέουν τα επί μέρους συμβαίνοντα με τα τρέχοντα γεγονότα, κρατούν τη συνοχή του κειμένου και συντελούν στην «αναίμακτη» ροή της αφήγησης  που κυλάει απρόσκοπτα παρά τις παλινδρομήσεις παρουσιάζοντας ένα πολύχρωμο, πολυπρόσωπο, αλλοπρόσαλλο, εξωφρενικά αινιγματικό στην ήπια ελεγχόμενη μορφή του, ανθρώπινο τοπίο.
      Ο πενηντάρης ήρωας κουβαλάει στους ταλαίπωρους ώμους του το οικογενειακό, το κοινωνικό, το οικονομικό, το ηθικό και το θρησκευτικό κατεστημένο. Η ζωή του, όπως περιγράφεται, μοιάζει με τεράστιο πίνακα ζωγραφικής παρανοϊκού ζωγράφου ή με κινηματογραφική ταινία που την κατευθύνει επιδέξια ο συγγραφέας μέσω της τρέλας και της φαντασίωσης του ο ήρωα, ο οποίος γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος της οικογένειας και της κοινωνίας, και εκουσίως /ακουσίως επωμίζεται τις αμαρτίες του πολυσυλλεκτικού κατεστημένου. Φανερά δεν παίζει ρόλο το πολιτικό κατεστημένο, σαφώς γιατί είναι το μεγάλο σύνολο που εμπεριέχει τα υποσύνολα των  επί μέρους κατεστημένων.
      Ένα άλλο αξιοπρόσεκτο και αξιοσημείωτο στοιχείο ετούτης, της ξεχωριστής από κάθε άποψη, συγγραφής είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας δίνει από τη μεριά του μια συγκλονιστική λύση του καθολικού δράματος του ταλαίπωρου ήρωα, η οποία, ωστόσο, αφήνει πολλά περιθώρια στον αναγνώστη να υποθέσει άλλη και να προτείνει τη δική του  άποψη.
     Διαβάζοντας προσεκτικά το «πολυσυλλεκτικό», πολυσήμαντο μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα παρακολουθούμε από πού ξεκίνησε, από ποια στάδια εξέλιξης πέρασε η αφήγηση, ποιες παλινδρομήσεις ακολούθησε και γιατί· τι καταστάσεις βίωσε διανοητικά ο ήρωας συμπαθέστατος τελικά Χρυσοβαλάντης του ώστε, μέσα σε όλη την παραφροσύνη του από αυτοαποκαλούμενος «ανάξιος», κατέληξε να κριθεί άξιος, από όλους όσοι πήραν μέρος ή έπαιξαν κάποιο ρόλο, σημαντικό ή ασήμαντο, στην τραγική κωμωδία της κορυφαίας φαντασίωσής του, ικανός «να διακονήσει το ποίμνιο της αγαπημένης του πατρικής γης»· από Χρυσοβαλάντης να γίνει Μάξιμος και να εκλεγεί παμψηφεί ως «Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Μάξιμος», οδηγώντας το δράμα στην κορύφωση και στη λύση.
        Γενικά η σπονδυλωτή αφήγηση κινείται μεταξύ κωμικού και δραματικού πεδίου με εμφανή τη διάθεση του ευρηματικού και ταλαντούχου συγγραφέα να παίξει με τον αντιφατικό ήρωα το παιγνίδι της γάτας με τον ποντικό δημιουργώντας σκηνές και καταστάσεις που αντιμετωπίζονται με αυτοσαρκαστικό ενίοτε με πικρό και άλλοτε με μαύρο χιούμορ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου